Τετάρτη, Ιουνίου 25, 2008

...


Αυτή η ζέστη με αρρωσταίνει. Σέρνεται σαν βρώμικο φιλί πάνω μου. Τα χέρια μου κολάν, λερώνουν το τζάμι, που παρακολουθώ την απουσία σου. Φασαρία θολώνει τη σκέψη μου. Σημαδεύω τα τζάμια. Ανοίγω τον υπολογιστή, ένα μπουκάλι νερό από το ψυγείο και βάζω μουσική. Τα δάχτυλά μου λερώνουν το πληκτρολόγιο. Μπαίνω στο δίκτυο. Κανένα νέο email. Χαζεύω στις ιστοσελίδες. Η ζέστη είναι ανυπόφορη. Σηκώνομαι, βρέχω μια πετσέτα, την βάζω στο πρόσωπό μου και ξαπλώνω στον καναπέ.

Βουλιάζω στην μαρμελάδα της οκνηρίας και αναρωτιέμαι τι δεν ήταν αρκετό. Δεν ήμουν αρκετά όμορφη, έξυπνη, κινηματογραφική, υποταγμένη, φευγάτη για να τον τραβήξω στην κουνελότρυπά μου. Νόμιζα πως ταξιδεύαμε μαζί στην χώρα των θαυμάτων, μα έκανε διακοπή για διαφημίσεις και όταν τέλειωσε, είδα τους τίτλους τέλους να πέφτουν βιαστικά.

Βγάζω την πετσέτα και προσπαθώ να την στύψω πάνω από τα ρούχα μου. Τόσα ψέματα, που έχω χάσει το λογαριασμό.

Η Σπυριδούλα πήγε τον Χρήστο σπίτι του. Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Ο Αιμίλιος είχε έρθει να πάρει την μηχανή του ξαδέρφου του. Γύρισε το βλέμμα του προς το διαμέρισμά μου, με είδε, έβαλε μπροστά τη μηχανή και εξαφανίστηκε.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ανυποφορη η ζεστη..