Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2008

Όταν λέω σ’ αγαπώ, να βγαίνεις.

Όταν λέω σ’ αγαπώ, να βγαίνεις.

Φασαρία. Ψάχνω ταξί. Δεν μ’ αρέσει η Αθήνα. Δεν έμαθα ποτέ να την αγαπώ. Αυτοκίνητα περνούν. Κάνω ένα βήμα πίσω. Σκύβω το κεφάλι. Η φασαρία σβήνει αργά στο μυαλό μου. Ξαφνικά χαίρομαι, που κανείς τους δεν νοιάζεται για μένα, αν είμαι καλά, αν θα με ξαναδεί ή αν θα γίνω ένα ρεπορτάζ στις εφημερίδες. Κανείς δεν λέει καλημέρα. Πέφτουν επάνω μου καθώς προχωρούν βιαστικά. Ένας χορός, ένα ανθρώπινο ποτάμι, που κυλά και εγώ ακίνητη. Σηκώνω το βλέμμα μου προς τον ουρανό. Σηκώθηκε αέρας και παίζει με το κόκκινο φουστάνι μου. Χαμογελώ. Στο ματαιόδοξο κεφάλι μου κάποιος δορυφόρος με βγάζει φωτογραφίες από ψηλά. Υποκλίνομαι χωρίς να μου δίνει σημασία κανείς και μια λέξη έρχεται στο μυαλό μου «γρήγορα».

Ξαφνικά νομίζω ότι νοιώθω τον Αιμίλιο να με προσπερνά. Γυρνάω το κεφάλι να τον δω. Χτυπά το κινητό. Το σηκώνω μηχανικά ενώ η φασαρία δυναμώνει και πάλι στα αυτιά μου. Είναι ο Λημνιός:

-Πού είσαι άχρηστη; Χάθηκες; Τρως; Κοιμάσαι; Να στείλω ανθρωπιστική βοήθεια, κανά τεκνό, την απόλυσή σου μήπως; Τσακίσου και έλα, τώρα! Η πρόβα ξεκίνησε και οι δημοσιογράφοι είναι εδώ.

-Δημοσιογράφοι; Γιατί; Χαζεύω τον κόσμο που περνά. Βγάζω ένα κέρμα από την τσέπη, το φέρνω στα χείλη μου και το πετάω στο δρόμο. Μια ευχή. «γρήγορα».

-Για την τηλεόραση. Το κανόνισαν οι δημόσιες σχέσεις. Κάλεσαν και τον συγγραφέα να κάνουν ρεπορτάζ…

-Ο συγγραφέας το ξέρει;

-Δεν ήρθε ακόμα. Και δεν είναι ο μόνος, που δεν εμφανίστηκε ακόμα. Αν σας απολύσουν όλους όσους λείπετε το έργο θα ανέβει μονόπρακτο και εγώ θα κάνω και τους 4 ρόλους! Τσακίσου και έλα, γιατί δεν νοιώθω και ιδιαίτερα φωτογενής σήμερα!

Εκείνη την ώρα συνειδητοποιώ, ότι ο Αιμίλιος στέκεται μπροστά μου και χαμογελά. Ο Λημνιός ουρλιάζει από την άλλη γραμμή

-Ζεις; Χρεώνομαι! Μη Χάσκεις! Εκτός και αν… μη μου πεις… μη μου πεις ότι είσαι με τον άλλον, που λείπει επίσης από την παρουσίαση! Μάζεψε τα σάλια σου, βάλε μπρατσάκια και κολύμπα και μεγάλες απλωτές μέχρι εδώ. Μη τολμήσεις και τον ακολουθήσεις. Δεν πρόκειται να σε ξαναδούμε…

-Σου ‘χω πει τελευταία πόσο σ’ αγαπώ;

-Πριν με απολύσουνε και πριν βάλουν για σένα αγγελία στην Νικολούλη, ποια θες να είναι τα τελευταία σου λόγια, που θα αφήσεις ως παρακαταθήκη στο Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο για την παράσταση, που κατεβάσατε με εξαιρετική επιτυχία;

Του το έκλεισα στα μούτρα και στη συνέχεια το απενεργοποίησα. Έμεινα να κοιτάζω τον Αιμίλιο κατάματα αλλά από ότι φαίνεται τον κοίταζαν και άλλες γιατί με άρπαξε από το χέρι, μ’ ανέβασε στη μηχανή, ξεκίνησε και βαλθήκανε να τρέχουμε στο δρόμο. Δεν ξέρω πού με πήγαινε, ούτε και με ενδιέφερε. Έκλεινα τα μάτια στον αέρα και κουλουριαζόμουν πάνω στο κορμί του καθώς ένοιωθα τη δόνηση από το κινητό του στο μπουφάν του. Γινόμουν χρυσόσκονη και σκόρπιζα στο δρόμο καθώς λιποτακτούσα από τη ζωή μου. Το κόκκινο φόρεμα σκισμένο σε χιλιάδες μικρά κομμάτια λεηλατούσε την ασχήμια της πόλης. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν, το μποτιλιάρισμα σε τρελαίνει. Σ’ ένα φανάρι, που είχε ανάψει το κόκκινο και σταματήσαμε, κοιτώντας το αφηρημένα, το συνειδητοποίησα. Κόκκινο. Γρήγορα. Η αντίστροφή μέτρηση είχε ήδη ξεκινήσει.

Η μηχανή σταμάτησε πλάι στη θάλασσα. «Τη μηχανή, τη θάλασσα και το αγόρι μου» σκέφτηκα και πήγα να χαμογελάσω κατεβαίνοντας, κατευθυνόμενη προς το θάλασσα αλλά εκείνος με άρπαξε από το χέρι και αφού κατέβηκε από την μηχανή, δίχως να πει κουβέντα, με φίλησε… Χαμόγελα και πόδια κοπήκαν αυτοστιγμεί. Ένοιωσα τόσο μικρή και ανήμπορη τη στιγμή που κατάλαβα πως είμαι ερωτευμένη. Οι λέξεις σκόρπισαν σαν ένα κρυστάλλινο ποτήρι, που πέφτει και σπάει. Καθώς η ανατριχίλα κυρίευε το κορμί μου αποφάσισα πως αυτήν την τρέλα θα την ζούσα μέχρι το τέλος.

Επιστρέψαμε στο σπίτι μου. Χωρίς να πούμε κουβέντα για κείνη τη στιγμή, το πριν, το μετά. Δεν χρειαζόμασταν λέξεις. Μόνο ο ένας το σώμα του αλλουνού. Μια σιωπηλή συμφωνία με τα μάτια. Μια υπόσχεση, που θα ξεκίναγα να υποκρίνομαι ότι τηρώ πριν σηκωθώ απ’ το κρεβάτι.

«Θα πάω να πάρω το πακέτο να κάνω τσιγάρο, θες;» αντέτεινα φορώντας ένα πρόχειρο μπλουζάκι. Έγνεψε αρνητικά και ανάβοντας το τσιγάρο βγήκα στο μπαλκόνι. Αποκλείεται να έβγαινε έξω και του έδινα διακριτικά χρόνο να ντυθεί και να εξαφανιστεί από το σπίτι. Ανάβοντας το δεύτερο τσιγάρο συνειδητοποίησα ότι ένας πιτσιρίκος από απέναντι μου έκανε καμάκι ζητώντας τον αναπτήρα μου με νοήματα. Με άνεση σφαιροβόλου ετοιμαζόμουν να του τον πετάξω όταν τη στιγμή που έσκυβα, ένοιωσα ένα χέρι να με αρπάζει και να με τραβάει μέσα στο δωμάτιο.

Ο Αιμίλιος σε αντίθεση με τα προγνωστικά βρισκόταν ακόμα εκεί. Μόλις φύγει πρέπει να ψάξω τα τμήματα των εκτάκτων περιστατικών στα εφημερεύοντα νοσοκομεία για να βρω τον Λημνιό. Απόψε η νύχτα προβλέπεται μεγάλη.

-Ένα τσιγάρο είπαμε και εσύ κοντεύεις να καπνίσεις και τη συσκευασία… και με τέτοια αμφίεση, είπε χαμογελώντας, παίρνοντάς μου το τσιγάρο και τραβώντας με στο καναπέ. Αν καπνίσω το τσιγάρο σου θα μάθω τις σκέψεις σου;

-Αν κλέψω μια νύχτα σου, θα κλέψω την ψυχή σου;

-Νύχτα; Τι ώρα είναι; Αναρωτήθηκε φωναχτά και σηκώθηκε βιαστικά σβήνοντας το τσιγάρο στο τασάκι. Κατευθύνθηκα στην κουζίνα όπου άνοιξα ένα μπουκάλι με κόκκινο κρασί. Δεν μου αρέσει να βλέπω τους ανθρώπους να φεύγουν. Έτσι, το βάζω στα πόδια. Γέμισα ένα ποτήρι και τείνοντάς το προς την πόρτα ευχήθηκα «Στην υγειά σου». Εκείνη την ώρα έμπαινε ο Αιμίλιος, μου πήρε το ποτήρι από τα χέρια, με φίλησε και το άδειασε μονορούφι.

-Την επόμενη φορά θα διαλέξω εγώ το κρασί, τον άκουσα να λέει πριν κλείσει την πόρτα πίσω του.

Θα ξανάρθει και έχω ένα ολόκληρο μπουκάλι κρασί να αναμετρηθώ μαζί του. Γεμίζω ξανά το ποτήρι, παίρνω το μπουκάλι και κατευθύνομαι στο σαλόνι, ανοίγω τον υπολογιστή και συνδέομαι στο διαδίκτυο. Φέρνω τον τάσο κοντά στο laptop και ανοίγω το κινητό. Προσπερνώ τα μηνύματα, που φτάνουν απανωτά και τηλεφωνώ στον Λημνιό. Περιμένω στη γραμμή. Δεν το σηκώνει αμέσως. Μου κάνει μούτρα. Ανοίγω το blog μου και ετοιμάζομαι να ανεβάσω ακόμα μία ιστορία. Παίρνω τηλέφωνο και πάλι. Ο Λημνιός αυτή τη φορά αποφάσισε να το σηκώσει.

-Έχω ένα κρασί, που σε περιμένει και τους καταλόγους να γονατίσουμε τα delivery boys της περιοχής. Σε πόσην ώρα θα είσαι εδώ;

-Σε παράτησε στα κρύα του λουτρού και τώρα θες παρηγοριά στα στιβαρά μου μπράτσα; Για τι λογαριασμό μιλάμε ακριβώς;

-Έλα εσύ και κερνάω εγώ να μη σε νοιάζει.

-Ώστε πέρασες καλά ε; Να δούμε αύριο με τι μούτρα θα εμφανιστείς εδώ.

-Ανθρώπου που πέρασε πάρα πολύ καλά και αναλόγως τις ώρα θα έρθεις, ανθρώπου με τρελό hang over.

-Δεν θέλω τέτοια! Άντε! Να λέει, πως κυλιέσαι κιόλας στα πατώματα για χάρη του. Και μεθαύριο μέρα είναι, κατά προτίμηση μετά την πρόβα γιατί έτσι όπως πάμε άνεργο με βλέπω πάλι με το ταπεράκι της μάνας μου. Να μην πω ότι πρέπει να βρω γκόμενα να με σπιτώσει και να με ταΐζει. Ορίστε να δεις πόσο χαμηλά θα με ρίξεις.

-Μακρηγορείς άνευ λόγου και αιτίας, του απαντώ ενώ ξεκινώ να πληκτρολογώ τις πρώτες λέξεις.

-Ξεκινώ αλλά σε προειδοποιώ θα μείνω εκεί απόψε. Θέσε την πολυκατοικία σε επιφυλακή!. Βγάλε τραπεζάκι και καρέκλες έξω να κόβουμε κίνηση, και για να μην το ξεχάσω… Βάλε κάνα ρούχο πάνω σου, γιατί πάω στοίχημα πως από τη χαρά σου ακόμα γυμνή θα είσαι και δεν θα την αντέξω τέτοια συγκίνηση!

-Πόσο λίγο με ξέρεις μικρέ και ανόητε τεχνικέ, είπα κατευθυνόμενη στη ντουλάπα για να ντυθώ.

-Καλά-καλά, ντύσου εσύ και έρχομαι. Να φτιάξω τα φώτα για τον πρίγκιπα σου, που μου κάνουν νοήματα ότι έρχεται και τα πιτσιρίκια του συνεργείου τον περιμένουν από το πρωί για αυτή τη ρημαδοσυνέντευξη. Κοίταξε μην κατεβάσεις όλο το κρασί μονάχη σου και σε βρω τύφλα και δεν καταλαβαίνω τι λες!

-Οκ σε περιμένω, στις γυναίκες αρέσουν οι άντρες, που αργούν αλλά μην το ξεφτιλίσουμε κιόλας. Σε μία ώρα να είσαι εδώ αλλιώς θα παραγγείλω μόνη μου και θα γλύφεις τις συσκευασίες μετά.

-Παλιοεκβιάστρια!

-Και γω σ΄ αγαπώ γλυκέ μου! Τα λέμε.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Ντύθηκα και κάθισα μπροστά στον υπολογιστή. Είχα μία ώρα καιρό.

Αλήθεια, πιστεύετε στις συμπτώσεις; Σε εκείνες τις μικρές συνομωσίες που παγιδεύουν το αναμενόμενο προς χάρη του επιθυμητού.

Έκλεισα τον υπολογιστή και τον άφησα στην άκρη. Ο Λημνιός σίγουρα θα αργούσε. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον άφηναν να φύγει πριν φύγει και ο τελευταίος από το συνεργείο και εκτός των άλλων θα πλήρωνε και από την τσέπη του (αν δεν ήταν τόσο φραγκοφονιάς) για να δει την φάτσα του Αιμίλιου όταν η Μαρία θα του έκανε σκηνή.

Άνοιξα τις μπαλκονόπορτες διάπλατα, έσβησα τα φώτα και κάθισα στο μπαλκόνι. Θυμήθηκα το κινητό και σηκώθηκα και το έκλεισα. Πήρα το ποτήρι και το κρασί και βγήκα στο μπαλκόνι ξανά. Γύρισα την πλάτη στη μπαλκονόπορτα, δεν ήθελα να βλέπω τις ανάσες του να τρέπονται σε φυγή. Άναψα τσιγάρο και τεντώθηκα στην καρέκλα. Αν αργούσε πολύ θα με έβρισκε λιώμα στο μπαλκόνι, ούτε μέχρι την πόρτα δεν θα μπορούσα να πάω για να του ανοίξω. Στο απέναντι μπαλκόνι κάποια γυναίκα μάλωνε τον πιτσιρίκο, πιθανώς η μάνα του. Είχε σκοτεινιάσει και τα φώτα άναβαν σιγά-σιγά στις πολυκατοικίες.

Για μια στιγμή μου έλειψαν όλα εκείνα, που άφησα πίσω. Αλλά δεν γίνονται πισωγυρίσματα τώρα. Μου πήρε χρόνια να σχεδιάσω αυτούς τους μήνες και αρκετές απώλειες για να αποφασίσω να τους υπερβώ. Έφτιαξα μια φωτεινή φυλακή, κλειδώθηκα μέσα και στην πρεμιέρα θα ‘ρθουν να με διώξουν. Ο μικρός βγήκε στο μπαλκόνι. Του πέταξα τον αναπτήρα και όλως περιέργως έφτασε μέχρι εκεί. Τον είδα να ανάβει τσιγάρο. Πάω στοίχημα αύριο θα χτυπά τα κουδούνια η μάνα του για να μου κάνει παρατήρηση.

Το κουδούνι χτυπά. Ο Λημνιός είναι απίστευτος, τσακίστηκε να ‘ρθει για φαγητό και κουτσομπολιό. Κατευθύνομαι στην πόρτα τρεκλίζοντας ελαφρά και με ένα ηλίθιο χαμόγελο στο πρόσωπο. Ο Λημνιός ορμά στο δωμάτιο, πετώντας το κράνος της μηχανής στον καναπέ.

-Χαμός έγινε στη δουλειά. Έχεις φέρει την καταστροφή σ’ αυτό το θέατρο. Τι χαμόγελο είναι αυτό; Το κρασί μιλάει ή ο Αιμίλιος; Φέρε καθαρό ποτήρι να πιώ και ‘γω και το τηλέφωνο να παραγγείλουμε. Θέλω κάτι εξωτικό και ελαφρύ. Πιτόγυρα με έξτρα τζατζίκι. Θες και επιδόρπιο; Να πάρω και καμιά πιτσούλα;

-Πωπω φλυαρία! Το κεφάλι μου! Πήγα στην κουζίνα, του έφερα ένα ποτήρι του κρασιού, άνοιξα το κινητό και του το έδωσα. Παρήγγειλε ό,τι αγαπάς…

-PittBrand Δεν τον έχει στο κατάλογο, ελληνικό θέατρο δεν θα πάρω, ούτε και κείνο εμένα, ευελπιστώ σ’ αυτή τη ζωή… Ας μείνω στις απρόσωπες, πλην όμως πιστές μου, θερμίδες λοιπόν, είπε καθώς σχημάτιζε τον αριθμό του τηλεφώνου και έκανε την παραγγελία του. Δεν θα με ρωτήσεις λοιπόν; είπε γυρνώντας προς το μέρος μου.

-Τι; Πώς πέρασες τη μέρα σου;

-Μήπως θες να σε ρωτήσω εγώ για το πώς πέρασες εσύ τη δική σου; Είπε βγαίνοντας στο μπαλκόνι. Τι σκοτάδια είναι αυτά βρε παιδάκι μου. Άναψε και κανά φως να γεμίσουμε κουνούπια να καταλάβουμε ότι πλησιάζει καλοκαίρι. είπε και άναψε τα φώτα του σαλονιού. Να μας ρουφήξουν το αίμα και να γίνουν ντίρλα από το αλκοόλ.

-Πώς ήταν ο Αιμίλιος όταν ήρθε για την συνέντευξη;

-Πώς θες να ήταν; Όπως είναι κάθε μέρα. Όπως ήταν πριν από σένα και όπως θα είναι και μετά από σένα, όταν βαρεθεί και βρει την επόμενη. Και βαριέται πιο γρήγορα από όσο φαντάζεσαι.

-Τι είπε για την αργοπορία του;

-Ότι κλέφτηκε μαζί σου και είχατε ξεμοναχιαστεί και βγάζατε τα μάτια σας όταν όλο το θέατρο τον περιμένε! Τι περιμένεις να έλεγε; Επαγγελματίας ψεύτης είναι. Είπε ένα ψέμα, έδωσε τη συνέντευξη και έφυγε.

-Μια χοή στις νύχτες του, είπα γυρνώντας το ποτήρι και ρίχνοντας λίγο στο μπαλκόνι.

-Δεν είναι το καλύτερο κρασί αλλά δεν είναι και για πέταμα, μη το χαλάς για νύχτες, που δεν θα γίνουν δικές σου.

Σε λίγο έφτασε το φαγητό, ανοίξαμε και δεύτερο μπουκάλι, γεμίσαμε τον τόπο αποτσίγαρα και μετά από ατέλειωτες ώρες κουτσομπολιού αποκοιμηθήκαμε μισομεθυσμένοι.

Ξύπνησα το πρωί με ένα τρομερό πονοκέφαλο. Με μάτια μισόκλειστα κατευθύνθηκα στην κουζίνα. Είναι από τις φορές, που χαίρομαι ολόψυχα για το μέγεθος του σπιτιού μου. Όταν έφτασα στην κουζίνα είδα μια χρησιμοποιημένη κούπα καφέ. Κοίταξα στον καναπέ του σαλονιού. Ο Χρήστος είχε ήδη φύγει. Έκανα καφέ και άνοιξα τον υπολογιστή. Ο Αλέξης άφαντος. Το φάντασμά του στέλνει spam μόνο. Έκλεισα τον υπολογιστή, έκανα ένα μπάνιο και βγήκα έξω.

Συννεφιά. Χάλασε ο καιρός πάλι. Το χτεσινό μεθύσι εκτός από hand over, μου άφησε και την αγαπημένη μου φωτοφοβία. Περπατάω στο δρόμο σαν την αόματη και κατευθύνομαι στο σταθμό του τραίνου. Έχω όρεξη για βόλτα. Περιμένω στη στάση και μπαίνω στο πρώτο που περνά. Χαζεύοντας τις στάσεις αποφασίζω να κατέβω στο Μαρούσι. Φτάνοντας κατεβαίνω γρήγορα, πριν αλλάξω γνώμη και στέκομαι αναποφάσιστη. Βλέπω τον κόσμο να κατευθύνεται στον πεζόδρομο. Ωραία εγώ θα πάω από την άλλη. Ένα παγωτατζίδικο βρίσκεται στη γωνία. Πηγαίνω, παίρνω παγωτό και βγαίνοντας έξω, βλέπω έναν άντρα να ταχτοποιεί κάτι γλάστρες σε ένα δρομάκι πιο πίσω. Δεν ξέρω γιατί αλλά νομίζω ότι τον ξέρω από κάπου. Γυρίζει και με κοιτά ενώ καταβροχθίζω την υπερπαραγωγή, που πλήρωσα όσο ένα μεσημεριανό γεύμα. Δεν τον ξέρω και είναι η κατάλληλη ευκαιρία να γνωριστούμε.

Πλησιάζω και διαβάζω την πινακίδα. «fioreria» Ανθοπωλείο είναι. Σιχαίνομαι τα λουλούδια αλλά δεν λέμε ποτέ όχι σε μία ενδιαφέρουσα γνωριμία. Χαμογελά και τη στιγμή εκείνη περνά απ’ το μυαλό μου αστραπιαία η εικόνα του Αιμίλιου για να χαθεί αμέσως μετά.

-Καλημέρα, μπορώ να σας βοηθήσω;

-Βεβαίως, απαντώ, θα ήθελα 13 γαλάζια τριαντάφυλλα. Έτσι όπως πήγαινα σε λίγο το πορτοφόλι μου θα στεκόταν ορφανό από τα χρήματά του αλλά το ένστικτό μου ούρλιαζε να πάρω τα τριαντάφυλλα, που είχε πάνω στον πάγκο. Εκείνος σκοτείνιασε για μια στιγμή.

-Μήπως σας τα έχουν πάρει παραγγελία; Δεν πειράζει. Θα πάρω κάτι άλλο. Εσάς. Δεν χρειάζεστε συσκευασία δώρου, θα σας πάρω έτσι. Είστε για μένα όχι για δώρο.

-Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να μείνουμε στα τριαντάφυλλα, μου απάντησε.

-Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, του είπα την ώρα που ετοίμαζε τα τριαντάφυλλα.

-Θα βάλετε και καρτούλα; Με ρώτησε ευγενικά μεν, ολίγον φοβισμένα δε.

-Θα προτιμούσα βάζο αλλά είναι λίγο άβολο στην μεταφορά. Αφήστε το όπως είναι. Πλήρωσα και βγήκα έξω. Πήρα τα τριαντάφυλλά μου και το παγωτό και κάθισα σε ένα παγκάκι. Άνοιξα το κινητό, το οποίο άρχισε να χτυπάει σαν τρελό από τα μηνύματα και τις αναφορές. Το άφησα στην άκρη και συνέχισα να τρώω το παγωτό. Όσο δεν βρέχει είμαστε καλά σκέφτηκα και πριν προλάβω να τελειώσω την φράση, οι πρώτες στάλες βροχές άρχισαν να πέφτουν.

Σηκώθηκα και πλησίασα ένα ταξί. Ήταν ώρα να πάω στο θέατρο. Στο δρόμο άνοιξα το τηλέφωνο να δω τις κλήσεις. Ετοιμαζόμουν να το απενεργοποιήσω όταν ο Λημνιός πήρε τηλέφωνο:

-Ωραία κοιμωμένη ξύπνα, γιατί μου τελείωσαν τα ληγμένα και δεν ξέρω άλλο να τους δώσω. Η πρόβα ξεκίνησε και παρόλο. που δεν αναφέρθηκε το ονοματάκι σου, σε περιμένουν για να σε απολύσουν.

-Καλά, απάντησα. Ποια σκηνή κάνουν τώρα;

-Την πρώτη αλλά μάλλον στο τέλος θα το κάνουν όλο μαζί. Έλα να κουβαλήσεις κανέναν καφέ και εσύ, να ανέβεις τη σκάλα της καταξίωσης σκαλί-σκαλί να μην πω καμιά κακία πρωινιάτικα.

-Στο δρόμο είμαι, δεν θα αργήσω. Τα λέμε από κοντά. Έχε μου και μένα έναν καφέ έτοιμο μικρέ μου, είπα και έκλεισα το τηλέφωνο.

Φτάνοντας στο θέατρο, με την ανθοδέσμη αγκαλιά σκέφτηκα τρομοκρατημένη πως έπρεπε να το βάλω στα πόδια. Δεν το είχα σχεδιάσει έτσι. Κοίταζα την επιγραφή και δεν αποφάσιζα να μπω μέσα. Εκείνη την ώρα πέρασε πλάι μου η Μαρία σαν σίφουνας. Κοντοστάθηκε να ανοίξει την πόρτα και τότε με είδε.

-Έλα μέσα. Τι στέκεσαι;

Είναι όμορφη η Μαρία. Απ’ τις γυναίκες που είναι φτιαγμένες για να ζούνε στο φως. Έσκυψα το κεφάλι και προχώρησα.

-Δεν έχει κέφια σήμερα ε; Ξενύχτησες χτες βλέπω. Εύχομαι να πέρασες καλά.

Έγνεψα πως ναι και χώθηκα γρήγορα στις πίσω κερκίδες. Σε λίγο εμφανίστηκε ο Λημνιός με ένα πλαστικό ποτήρι ζεστό καφέ. Την ώρα που μου τον έδινε, πρόσεξε τα λουλούδια.

-Κι άλλος άντρας; Πότε πρόλαβες; Είπε παίρνοντας την ανθοδέσμη. Μη μου πεις μόνο, ότι έφτασες στο σημείο να πάρεις λουλούδια για τον εαυτό σου. Μετά τι; Θα σου στείλεις και ερωτική εξομολόγηση σε κάρτα;

-Για σένα τα πήρα, είπα ψέματα, λουλούδια για το λουλούδι μου. Παρ’ τα λοιπόν και δώστα αν δεν σ’ αρέσουν.

-Άντρας! Άντρας το ‘ξερα εγώ. Δεν θα αφήσεις τίποτα όρθιο στην περιοχή. Πάω μπροστά, που με χρειάζονται και θα τα πούμε στο διάλλειμα.

Βούλιαξα στην καρέκλα στο ημίφως και άρχισα να πίνω τον καφέ. Ο Αιμίλιος έπαιζε στη σκηνή, το ίδιο και οι υπόλοιποι. Έκανε πως δεν με πρόσεξε. Καλύτερα. Σήμερα θέλω ησυχία. Ο σκηνοθέτης μπροστά κάνει σαν να μην υπάρχω. Ευτυχώς πρέπει να του μίλησε ο επιχειρηματίας. Θα είναι μία ήσυχη πρόβα.

Τελειώνει η πρόβα και νοιώθω κατάκοπη. Θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Βγαίνω από το θέατρο πρώτη και χώνομαι στα στενά. Δεν θέλω να δω γνωστή φυσιογνωμία. Περπατάω στο δρόμο άσκοπα μέχρι που βλέπω ένα ταξί. Του κάνω νόημα, σταματά και του λέω τη διεύθυνση. Μπαίνω μέσα και κατευθυνόμαστε στο σπίτι. Κατεβαίνοντας βάζει αέρα απότομα. Πλησιάζω στην πολυκατοικία και την ώρα που πάω να ξεκλειδώσω, κάποιος βάζει το χέρι του πάνω στο δικό μου. Γυρίζω ξαφνιασμένη και βλέπω τον Αιμίλιο.

Αυτή τη φορά έμεινε λιγότερο. Και μετά σιωπή.

Έτσι άνοιξα τον υπολογιστή. Κάνω τρομερή φασαρία όσο γράφω, μαστιγώνοντας την μελαγχολία του απογεύματος. Οι δύο μας. Όπως πάντα.

Αφού έγραψα ένα κειμενάκι αποφάσισα να κάνω διάλλειμα. Δεν ήταν μέρα για να μείνω στο σπίτι. Στο μυαλό μου σχηματίστηκε η εικόνα του άντρα στο ανθοπωλείο. Έκλεισα τον υπολογιστή, ντύθηκα πρόχειρα και κατευθύνθηκα προς τον ηλεκτρικό. Έφτασα στο Μαρούσι και κατέβηκα. Κοίταξα το κινητό. Κανένα μήνυμα, καμία κλήση. Το απενεργοποίησα και κατευθύνθηκα στο μαγαζί με τα παγωτά. Κατασκόπευα το μαγαζί και τον είδα να βγαίνει για να εξυπηρετήσει μία κυρία. Πλησίασα και έκανα πως χαζεύω τις γλάστρες όσο εκείνος καρφίτσωνε συσκευασίες περιτυλίγματος. Η κυρία πλήρωσε, βγήκε και πλησίασα τη βιτρίνα. Δεν ήταν κανένας άλλος μέσα.

Έτρωγα το παγωτό υποκρινόμενη ότι κοιτάζω τη βιτρίνα και προσπαθώντας να βρω μια έξυπνη ατάκα για να ξεκινήσω συζήτηση αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Στάθηκα στην πόρτα με τον ώμο μου και τον κοιτούσα που μιλούσε στο τηλέφωνο. Με κοίταξε και μου έγνευσε ότι τελείωνε το τηλέφωνο και θα ερχόταν να με εξυπηρετήσει. Την ώρα που μου γύρισε την πλάτη, εξαφανίστηκα προς το παγωτατζίδικο. Αγόρασα ένα δεύτερο παγωτό και κάθισα στα σκαλιά μπροστά στο μαγαζί. Με είδε και βγήκε.

-Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

-Μπορώ να σας κεράσω ένα παγωτό, απάντησα στον ίδιο τόνο. Κάθησε. Αυτό το παγωτό είναι δικό σου. Δεν έριξα τίποτα μέσα. Ακόμα.

Του πρόσφερα το παγωτό. Αμήχανα το πήρε στα χέρια του.

-Προτιμώ να μείνω όρθιος, ευχαριστώ για το παγωτό.

-Είμαι καινούρια στην πόλη και δεν γνωρίζω κανέναν. Δεν ήθελα να μείνω άλλο κλεισμένη στο σπίτι και αποφάσισα να βγω μια βόλτα. Δεν είχα πού να πάω και σκέφτηκα να ‘ρθω εδώ. Θα σκέφτεσαι πως είμαι τρελή αλλά απόψε δεν ήθελα να γνωρίσω στο νετ ακόμα έναν άνθρωπο χωρίς πρόσωπο και να λέω βλακείες επαναπαυμένη στο ότι αν δεν θέλω δεν θα τον συναντήσω ποτέ. Με λένε Άννα και ναι πιστεύω ότι είσαι γοητευτικός άνδρας αλλά δεν ήρθα εδώ για να στην πέσω.

- Νίκος. είπε και κάθισε δίπλα μου τρώγοντας το παγωτό.

-Μάλλον δεν κάνω καλό στο μαγαζί με το να καθόμαστε εδώ πέρα ε;

-Το τηλέφωνο το ακούω, την πόρτα την βλέπουμε, σήμερα δεν είναι γιορτή, ούτε έχει κόσμο, οπότε υποθέτω δεν πειράζει είπε χαμογελώντας.

Έβγαλα το πακέτο με τα τσιγάρα μου και άναψα ένα, κάνοντας τασάκι την άδεια συσκευασία του παγωτού.

-Καπνίζεις; Να προσφέρω ένα;

-Με τη σειρά ένα-ένα. Πρώτα το παγωτό και μετά το τσιγάρο με τον καφέ, που θα κεράσω εγώ. Πού μένεις;

-Κάτι στάσεις μακριά με τον ηλεκτρικό αλλά έρχομαι εδώ για βόλτα. Έχετε περισσότερη ησυχία. Τα αδέσποτα, που σε γυροφέρνουν, εσύ τα ταΐζεις και ήρθαν για το φαγητό τους;

-Ναι, σε ενοχλούν; Είπε απόμακρα.

-Όχι καθόλου, απάντησα χαϊδεύοντας ένα τεράστιο αδέσποτο, που με είχε πλησιάσει προσπαθώντας να αρπάξει το αυτοσχέδιο τασάκι μου.

-Περίμενε τότε λίγο είπε και μπήκε μέσα στο μαγαζί, έβγαλε ένα μεταλλικό μπωλ με σκυλοτροφή και άλλο ένα με νερό και τα άφησε σε μία άκρη.

Με μιας μαζεύτηκαν 3-4 αδέσποτα και ξεκίνησαν να τρώνε και να πίνουν αχόρταγα νερό.

-Τι καφέ θες;

-Εσένα. Αστειεύομαι. Ένα φραπέ γλυκό χωρίς γάλα αν σερβίρει το κατάστημα.

-Έφτασεεεε, είπε και χάθηκε μέσα στο μαγαζί αφήνοντας λίγο από το παγωτό του να του το κλέψει ένα αδέσποτο.

Το φως άρχισε να χάνεται και οι δρόμοι να ερημώνουν. Πριν προλάβω να μελαγχολήσω εμφανίστηκε πάλι με 2 ποτήρια καφέ. Μου πρόσφερε το ένα και κάθισε δίπλα μου.

-Δεν ξέρω αν τον πέτυχα. Νομίζω ότι θέλω εξάσκηση ακόμα. Ξεχνάω τις οδηγίες συνεχώς. Για αυτό δεν άνοιξα καφετέρια. Θα φταίει το ντεκαπάζ είπε και έδειξε γελώντας τα γκρίζα του μαλλιά. Πέσανε κιόλας και να δω τώρα πως θα τα μακρύνω για να κρύβω την καραφλίτσα.

Την ώρα που γελούσα μια μηχανή σταμάτησε μπροστά μας. Μόλις ο αναβάτης έβγαλε το κράνος αναγνώρισα τον Αιμίλιο. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Κατέβηκε από την μηχανή και στάθηκε μπροστά μου.

-Ήρθα να σε πάρω.

-Γιατί; Είχαμε ραντεβού και το ξέχασα; Απάντησα ενοχλημένη. Έχω παρέα και περνάμε καλά από ό,τι βλέπεις.

-Έχουμε δουλειά. Έχουμε μείνει πίσω, είπε τραβώντας με από το χέρι και αναγκάζοντάς με να σηκωθώ. Ο Νίκος είχε μείνει άφωνος και τον κοίταζε χωρίς να ξέρει τι να κάνει και να πει. Θα ‘ρθεις μαζί μου. Τώρα.

-Αν δεν θέλει, δεν έχει να πάει πουθενά.

Προσπάθησε να μπει ανάμεσά μας αλλά ο Αιμίλιος δεν δεχόταν όχι για απάντηση εκείνη τη στιγμή. Ένα ζευγάρι περαστικών στο απέναντι πεζοδρόμιο είχε σταματήσει και μας κοιτούσε περίεργα. Είχε αναγνωρίσει τον Αιμίλιο και προσπαθούσε να καταλάβει τι γίνεται. Γύρισα και κοίταξα τον Νίκο. Παρόλο που δεν με ήξερε, αν επέμενα πως δεν θέλω να πάω με τον Αιμίλιο, θα γινόταν φασαρία.

-Άσ’ το, απάντησα στο Νίκο. Πρέπει να πάω, γίναμε θέαμα. Υποχρεώσεις είναι αυτές. Είπα να κάνω κοπάνα σήμερα αλλά φαίνεται πως η πόλη σας δεν τα συγχωρεί αυτά.

-Αν δεν θες, δεν έχεις λόγο να πας, μου είπε πιάνοντάς με από το χέρι.

-Ευχαριστώ για τον φραπέ. Θα ‘ρθω μια άλλη φορά να τον πιω και να μου τον πεις. Χαμογέλασα και του έδωσα πίσω το ποτήρι, πηγαίνοντας στη μηχανή. Ο Αιμίλιος ανέβηκε πρώτος βάζοντας το κράνος. Τον ακολούθησα και χαθήκαμε από τον κόσμο που είχε αρχίσει να μας κοιτάζει περίεργα.

Σταμάτησε μπροστά από το σπίτι μου εκνευρισμένος. Κατέβηκα από τη μηχανή και ξεκλείδωσα την πόρτα της εισόδου. Με την άκρη του ματιού είδα τον Αιμίλιο να παρκάρει και να έρχεται πίσω μου. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα, με ακολούθησε χωρίς να πει λέξη. Μπήκαμε στο ασανσερ



(....)

Bizzzzzzzz......

Bizzzzz

Έβγαλα το χαρτάκι με το κινητό του Λημνιού. Του έστειλα την διεύθυνσή μου σε μήνυμα και άνοιξα τον υπολογιστή. Έβαλα μουσική και διάλεξα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Γέμισα 2 ποτήρια και ξεκίνησα να γράφω. Μια καινούρια ιστορία τριγύριζε στο μυαλό μου. Τι θα γινόταν αν έγραφα την ιστορία και την ανέβαζα σε ένα blog; Για να έχει ενδιαφέρον το παιχνίδι πρέπει να ανεβάσουμε ακόμα λίγο το στοίχημα. Ένα μικρό, άγνωστο, αδιάφορο blog για μια μικρή αδιάφορη ιστορία.

Ξεκίνησα να γράφω και να ανεβάζω μέχρι που συνειδητοποίησα ότι είχε νυχτώσει. Το κεφάλι μου είχε βαρύνει από το κρασί και έτσι αποφάσισα να κλείσω τον υπολογιστή και να κάνω μπάνιο. Την ώρα που μούλιαζα κάτω από το ζεστό νερό άκουσα το κουδούνι να χτυπά σε ριπές πολυβόλου. Άρπαξα μια πετσέτα και του άνοιξα την πόρτα.

-Περίμενα μια θερμή υποδοχή, αλλά δεν είναι αυτό που είχα υπόψη και δεν θέλω να με περάσεις για καμιά εύκολη. Είπε την ώρα, που έμπαινε σαν σίφουνας στο σπίτι. Πήρε το ποτήρι με το κρασί

-Για μένα; Ή περιμένουμε και άλλους στην παρέα μας; Πήγαινε να βάλεις κάτι πρόστυχο πάνω σου και έλα να σου πω για τις πρόβες.

Την ώρα που ντυνόμουν τον άκουγα να τριγυρίζει στο σπίτι.

-Τα μωρά συλλαβίσανε τελικά και αρχίσανε να μπουσουλάν. Σε ξέγραψαν από την παράσταση. Δεν φαντάζομαι να περιμένεις συγγνώμη.

-Όχι, μόνο τα κλειδιά του θεάτρου θέλω είπα, βγαίνοντας από το δωμάτιο ντυμένη στα μαύρα. Απόψε πάμε θέατρο. Μην μου πεις ότι δεν τα έχεις γιατί δεν θα σε πιστέψω, είπα πλησιάζοντας τον κοιτώντας τον κατάματα.

-Μην μου πεις ότι θα με αποπλανήσεις και θα τρυγήσεις τους εφηβικούς χυμούς του απολλώνιου κορμιού μου. Ω γύναι! Είσαι αδίστακτη! Αν είναι να κάνουμε κάτι, ας το κάνουμε σωστά. Ντύσου και φύγαμε για το θέατρο.

Πήρα κάποια από τα cds μου, τσάντα, μπουφάν και μια μάσκα και τον ακολούθησα. Φτάνοντας στο θέατρο του ζήτησα να βάλει μουσική και να μου δείξει πού είναι σκούπες και σφουγγαρίστρες. Ανέβηκα στη σκηνή και ξεκίνησα να μετακινώ τα λιγοστά έπιπλα. Σε λίγο ήρθε και ο Χρήστος με σκούπες, σφουγγαρίστρες, φαράσια και κουβάδες. Τα άφησε στη σκηνή και εξαφανίστηκε στο ηλεκτρολογείο.

Ξεκίνησα να καθαρίζω τη σκηνή και σε λίγο ο Λημνιός ξεθώριασε και εξαφανίστηκε από τη σκέψη μου. Καθάριζα τη σκηνή όπως θα καθάριζα ένα αγαπημένο κορμί από τα σημάδια άλλων. Αυτή η νύχτα ήταν δική μας και οι λέξεις χόρευαν μανιασμένα στο κεφάλι μου. Χρόνια είχα να αγαπήσω αυτό το «κορμί». Η νύχτα ήταν δική μας. Θα σκίζαμε τον χρόνο σαν ένα κομμάτι άσπρο χαρτί. Οι λέξεις σχημάτιζαν προτάσεις στο κεφάλι μου. Όλα ήταν μια ανάσα πριν. Μόνο. Μια ανάσα κοφτή, σύντομη, μια παύση και τώρα πηγαίναμε για το Da Capo.

Κουλουριάστηκα επάνω στη σκηνή. Σαν αναρριχόμενο φυτό οι εικόνες ερχόταν στο μυαλό μου. Σήκωσα το κεφάλι μου αργά και άρχισα να λέω την ιστορία. «Jordan». Η Shirley έτρεχε στις φλέβες μου ξανά. Έσκιζα τον χρόνο χαρτί και σκόρπιζα τα κομμάτια γύρω μου. Έψαχνα. Έσκαβα μέσα μου και πέταγα ανθρώπους, συναισθήματα, παρελθόν και παρόν μακριά. Η μουσική έσβησε. Συνέχισα την ιστορία. Ο Χρήστος έπαιζε με τα φώτα. Μια μάνα που σκοτώνει το παιδί της. Τρελή ή λογική; Τι δουλειά έχει μια πεθαμένη να ρωτά τους ζωντανούς; Ποιος αλήθεια δικάζει; Νομίζω ότι στο τέλος είδα τη Shirley να φεύγει, να χάνεται ανάμεσα στις σκιές. Σκοτάδι. Και μετά φως ξανά.

Τον είδα να φεύγει από το ηλεκτρολογείο και να πλησιάζει στη σκηνή. Άναψε τσιγάρο και μου πρόσφερε και μένα ένα. Καπνίζαμε στη σιωπή. Τρόμαξε ο καημένος. Του το χρωστούσα. Τώρα ήμασταν ισοπαλία. Ήταν η ώρα μου να επιστρέψω στις πρόβες και πάλι. Έσβησα το τσιγάρο και του είπα πως ήταν η ώρα να φύγουμε.

Έτσι όπως χαζεύαμε τα χαμηλωμένα φώτα της πλατείας, είδα μια σκιά να κινείται. Ο Λημνιός κατευθύνθηκε προς το μέρος της αλλά εκείνη αντί να απομακρυνθεί ήρθε προς το μέρος μας. Ήταν ο Αιμίλιος. Δεν ξέρω πώς αλλά μέσα μου ήμουν σίγουρη πως θα εμφανιστεί. Χωρίς να πει τίποτε, ανέβηκε με μια γρήγορη κίνηση πάνω στη σκηνή και αμέσως μετά τράβηξε και μένα. Για μια στιγμή τον κοίταξα με απορία και γύρισα προς τον Λημνιό, αλλά είχε προλάβει να εξαφανιστεί. Χαμήλωσε τα φώτα και πάλι και την ώρα, που ο Αιμίλιος με γυρνούσε προς το μέρος του, έβαλε μουσική.

Με ακινητοποίησε και ξεκίνησε να λέει τα λόγια της γυναίκας. Πλησίασε στο αυτί μου και οι λέξεις έτρεχαν σαν την βροχή. Ένοιωθα την ανάσα του, χάθηκα στη φωνή του, μέχρι που ξαφνικά στάθηκε πίσω μου, έκανε τα χέρια του μέγγενη και με έσφιξε. Τότε ξεκίνησα να λέω τα λόγια του Αλέξη. Κανόνιζε τις αναπνοές μου, τη στάση του σώματός μου. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα πως είμαι βροχή και τρέχω με τη σειρά μου ανάμεσα στα δάχτυλα του Αιμίλιου. Θυμήθηκα τον Αλέξη, τον Νίκο και τις στιγμές μας που μάζευα για τη συλλογή μου. Ώσπου ο Αιμίλιος έβαλε τα χέρια στις τσέπες και εγώ αναγκάστηκα να ανοίξω τα μάτια.

Ήταν εκεί και διάλεγε ξανά τις λέξεις του Αλέξη και του Νίκου και εγώ γινόμουν ξανά μια γυναίκα και η σκιά της. Ο Λημνιός σαν γάτος στη σκηνή είχε αφήσει όλα εκείνα που χρειάζονταν. Έτσι ένοιωσα το δέρμα μου να πίνει αχόρταγα το νερό που άφηνε ο Αιμίλιος να κυλήσει πάνω μου και την ίδια στιγμή τον περικύκλωσα με τα πόδια μου. Νόμισα πως ο Νίκος και ο Αλέξης με κοιτούσαν επίμονα από τις θέσεις των θεατών και τρομαγμένη άνοιξα τα μάτια. Οι λέξεις ανταλλάσσονταν ολοένα και πιο γρήγορα. Έβγαλα την κραυγή και ο Λημνιός έσβησε τα φώτα.

Νόμισα ότι ο Αιμίλιος θα σταματούσε εκεί, στη 2η σκηνή, αλλά εκείνος συνέχισε στο σκοτάδι να απαγγέλει την 3η πράξη και τα φώτα να ανάβουν σιγά-σιγά και πάλι. Πλησίασα την τσάντα μου έβγαλα 1 μικρό μπουκάλι ουίσκι, το άνοιξα, ήπια μια γουλιά και του το πέταξα. Εκείνος το άφησε να πέσει πάνω στη σκηνή και συνέχισε το παραλήρημα του Αλέξη. Πλησίασα, έσκυψα στα πόδια του και πήρα το μπουκάλι ενώ συνέχιζα να παίζω το ρόλο της γυναίκας και της σκιάς της.

Οι σκηνές προχωρούσαν, είχαμε ιδρώσει και οι δύο. Κανένας δεν θα σταματούσε πριν τελειώσει το κείμενο αυτή τη φορά. Ο Νίκος, ο Αλέξης, ο Αιμίλιος άρχισαν να σβήνουν από το μυαλό μου. Η γυναίκα ήταν εκεί και απαιτούσε το κορμί και την ψυχή μου. Οι μουσικές έρχονταν και έσβηναν, τα φώτα αλλάζανε, το πρόσωπο του Αιμίλιου χάθηκε και έμεινε το κορμί και η φωνή του. Τσακωνόμουν, φώναζα, αγαπούσα εκείνο το κορμί και μετά γυρνούσα πάντα στη μοναξιά μου.

Τελειώνοντας την τελευταία σκηνή έκανα να φύγω από τη σκηνή αλλά ο Αιμίλιος με άδραξε γερά από το χέρι και με τράβηξε πίσω ξανά. Ο Χρήστος έσβησε τελείως τα φώτα. Για κάποια λεπτά μείναμε στο σκοτάδι και τη σιωπή. Ο Αιμίλιος με κρατούσε στην αγκαλιά του στο σκοτάδι. Ένα δάκρυ του άγγιξε το πρόσωπό μου και την ίδια στιγμή με εκσφενδόνισε με δύναμη στο πάτωμα της σκηνής. Άρχισε να λέει σκόρπιες φράσεις από το κείμενο μαινόμενος. Ο Χρήστος τρόμαξε και άναψε όλα τα φώτα της σκηνής και της πλατείας. Ο Αιμίλιος άρχισε να αρπάζει και να πετά σπάζοντάς το, οτιδήποτε υπήρχε πάνω στη σκηνή. Εγώ ακίνητη, όπως ήμουν πεσμένη στο πάτωμα τον παρακολουθούσα σιωπηλή. Την ώρα που έπιασε τον Τάσο να τον σπάσει και αυτό, προσπάθησα να σηκωθώ αλλά γλίστρησα και έπεσα πάνω στα γυαλιά που σκορπίζονταν προς το μέρος μου.

Πετάχτηκε κάτω από τη σκηνή και έφυγε τρέχοντας. Ο Λημνιός ήρθε γρήγορα προς το μέρος μου. Σήκωσα το κεφάλι μου προς το μέρος του, και μετά το δεξί μου χέρι. Είχα γεμίσει αίματα τη σκηνή. Με άρπαξε από τον καρπό και με σήκωσε. Έφερε χαρτιά από τα καμαρίνια και προσπάθησε να καθαρίσει τα χέρια μου αλλά κάποια γυαλάκια ήταν καρφωμένα μέσα. Τον ρώτησα αν είχε φαρμακείο το θέατρο και όταν απάντησε ναι του ζήτησα να μου το φέρει. Με ένα τσιμπιδάκι φρυδιών έβγαλα τα γυαλάκια και όταν έφερε το φαρμακείο έβαλα betadine και τα έκλεισα με γάζες και ελαστικό επίδεσμο.

Σκεφτόμουν τον Αιμίλιο και το παραμιλητό του. Γύρισα και είδα τον Λημνιό να καθαρίζει τη σκηνή. Μου έκανε νόημα να καθίσω στην πλατεία και να ξεκουραστώ. Αποκοιμήθηκα στα καθίσματα. Με ξύπνησε όταν τέλειωσε το καθάρισμα και μου πρότεινε να με πάει σε κάποιο εφημερεύον νοσοκομείο να εξετάσουν τα χέρια μου. Αρνήθηκα και του ζήτησα να με πάει σπίτι. Φτάνοντας, με συνόδευσε μέχρι το διαμέρισμά μου για να βεβαιωθεί ότι είμαι καλά. Την ώρα που με φιλούσε στο μάγουλο για να με καληνυχτίσει μου ανακοίνωσε ότι είχε κανονιστεί συνέντευξη του θιάσου την επόμενη μέρα και με ρώτησε πονηρά αν θα παρευρισκόμουν.

-Πάμε στοίχημα; Του απάντησα και του έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα.

Τυφλόμυγα

Τυφλόμυγα

Σκοτάδι και φως. Ένας μικρός κύβος ζάχαρης δόλωμα για σένα. Η Μαρία κάθεται στις θέσεις των θεατών. Νοιώθω τη σκιά της. Ακούω τη φωνή της να διαλέγει τις λέξεις μου. Ο Αιμίλιος ξέρει και τους δύο ρόλους. Η Μαρία πλησιάζει, συνεχίζει το ρόλο, αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι. Το δικό μου ή του Αιμίλιου. Όπως θέλεις παρ’ το. Αλλά έμεινε για να δηλώσει πως είναι εδώ. Καθώς προχωρά η πρώτη σκηνή, αφήνει την πλατεία και ανεβαίνει επάνω. Ο Λημνιός μας παρακολουθεί πλάθοντας το φως.

Ακούγεται παράξενο στα αυτιά μου ο Αλέξης και ο Νίκος να έχουν την ίδια φωνή, αλλά δεν έχει σημασία αυτή τη στιγμή. Για μια στιγμή σκέφτομαι να κατέβω από τη σκηνή και να τους αφήσω μόνους αλλά νοιώθω πως αν σταματήσω, θα σταματήσει και η Μαρία την πρόβα. Προσπαθεί να με στριμώξει. Ακροβατώ και κουνάει το σκοινί κάτω από τα πόδια μου. Ένα μικρό πράσινο αλογάκι της Παναγίας στα χέρια μου και οι σκηνές να ξετυλίγονται στο ημίφως. Τα μάτια της πετούν σπίθες στο ημίφως.

Δε συστηθήκαμε πριν αλλά δεν νομίζω να χαίρεται ιδιαίτερα για την παρουσία μου. Σαν σκυλί οριοθετεί την περιοχή της τη στιγμή, που ο Αιμίλιος προχωρά, δίνοντας ζωή στις λέξεις μου. Το έχουν πει το κείμενο ξανά και ξανά σαν παιδιά που πάνε για εξεταστική την επομένη. Σήμερα όμως δεν είναι εξετάσεις. Η γυναίκα, η σκιά, ο Αλέξης και ο Νίκος σήμερα βγαίνουν από το κουκούλι τους. Παράξενες πεταλούδες, που στοιχειώνουν τη σιωπή και το σκοτάδι. Τις νοιώθω στα χέρια μου να παίζουν και χαμογελώ με την πλάτη γυρισμένη σε κείνους.

Ήρθα για να μείνω και τώρα το νοιώθετε. Αγγίζω το κορμί του Αιμίλιου και αισθάνομαι την έντασή του. Μ’ αγγίζει η Μαρία και νοιώθω την ανάγκη της, να με υποτάξει σ’ ένα στημένο παιχνίδι, που ακόμα αγνοεί. Μα δεν κερδίζεις την παρτίδα αν κάποιος άλλος πρόλαβε να σημαδέψει την τράπουλα. Γλυκιά μου τόσες φωτογραφίσεις, παραστάσεις, διθυραμβικές κριτικές και τώρα στέκεις παγιδευμένη, ανήμπορη στον ιστό μου. Όσο παλεύεις, τόσο σε σφίγγω περισσότερο στα δεσμά μου. Με μισείς. Το βλέπω. Γίνεσαι μια σκιά και μετά σβήνεις στο φως.

Αιμίλιε, πήρες ένα καινούριο κουβαδάκι και παίζεις σε ξένη παραλία. Και το απολαμβάνεις όπως κάθε ζαβολιά σου. Έχουμε πρεμιέρα απόψε. Διαλέγω χρώματα να σε γδύσω. Σκαλίζω το πάθος σου και χτυπάω αλύπητα τη συνήθεια σου σαν ξύλο μισοκαμμένο. Τα χω ξεφυλλίσει τα βιβλία σου, έχω δει τις παραστάσεις σου και τώρα καιροφυλακτώ να δω την ψυχή σου σαν την γάτα που περιμένει να ξεμυτίσει το ποντίκι. Σε έβλεπα ώρες να συλλαβίζεις λέξεις ξένες. Βαρβαρικές. Την ώρα που διάλεξες να μείνεις, διάλεξες να συλλαβίσω τα όνειρα και τους εφιάλτες σου. Αλλάζω παραγράφους, βάζω κόμματα και τελείες στις ανάσες σου και ψάχνω την σπίθα σου, που θα βάλει στο έργο φωτιά. Παίζουμε ρώσικη ρουλέτα αλλά δεν το ξέρεις ότι δεν υπάρχει σφαίρα στη θαλάμη. Τουλάχιστον όχι απόψε.

Από την ένταση έχασαν τα λόγια. Κοιτάζω τον Λημνιό. Με κοιτά κατάματα, ανέκφραστος. Με υποψιάζεται. Πρέπει να σταματήσω. Λέω την πρόταση που ξέχασαν και κατεβαίνω από τη σκηνή. Ο Λημνιός ανάβει όλα τα φώτα αμέσως για να αποφορτίσει την ατμόσφαιρα.

-Μία βοηθός σκηνοθέτη οφείλει να γνωρίζει το κείμενο ακόμα και αν κάνει φασαρία στην πρώτη πρόβα, είπα και κατευθύνθηκα προς τα πράγματά μου. Ευχαριστώ για την παρέα στη σκηνή και Χρήστο, ευχαριστώ για τα φώτα. Δεν θα γινόταν τίποτα χωρίς εσένα. Αν το βλέμμα της Μαρίας ήταν μαχαίρι ο Λημνιός θα ήταν τώρα νεκρός, ακαριαία. Θα τα πούμε αύριο στην πρόβα ξανά. Πήρα τα πράγματα μου και προσπάθησα να το σκάσω όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπώς.

-Πώς βρέθηκες στην παράσταση; Ρώτησε η Μαρία

-Το ευχήθηκα την ώρα που έσβηνα μια αγκαλιά κεριά στην τούρτα γενεθλίων μου, της απάντησα

-Αυτό δεν είναι απάντηση, μου είπε εκνευρισμένα.

-Απόψε τουλάχιστον δεν έχω άλλη να σου δώσω, είπα και βγήκα από το θέατρο.

Ξεκίνησα να περπατώ στο πεζοδρόμιο. Δεν είχα όρεξη να πάω σπίτι. Έπρεπε να εκτονώσω όλη την υπερένταση. Περπατούσα και σκεφτόμουν πόσο σιχαινόμουν το περπάτημα, τι διορθώσεις ήθελε το κείμενο, τα φώτα, που θα έβαζε ο σκηνοθέτης, τη συμφωνία με τον θεατρικό επιχειρηματία, τα λεφτά κάτω από το τραπέζι και το συμβόλαιο σιωπής. Ομερτά. Δεν έπρεπε να το σπάσω. Αν η Μαρία δεν έκοβε το σκοινί απόψε, αν δεν διάλεγα να πέσω, ίσως να υποψιάζονταν κάτι. Όχι, δεν έπρεπε να γίνει αυτό. Ήμασταν ακόμα στην αρχή. Το έργο πρέπει να ανέβει ανεμπόδιστο. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να ξαναδουλέψω το κείμενο. Οι λέξεις βούιζαν στο κεφάλι μου. Σαν διαλυμένο puzzle, που έπρεπε να το φτιάξω από την αρχή.

Ξαφνικά άκουσα ένα κορνάρισμα. Παραλίγο να περάσω το δρόμο αφηρημένη. Ένα αυτοκίνητο φρενάρισε μπροστά μου και ο οδηγός άρχισε να με βρίζει. Κατέβασα το κεφάλι και έκανα στροφή 180 μοιρών. Ήμουν χαμένη στις λέξεις μου. Το κείμενο έπρεπε να αλλάξει. Αλλά πώς; Άκουσα κόρνα πίσω μου. Γύρισα έτοιμη να ακούσω και άλλα. Είδα ένα άτομο με κράνος να στέκεται στη μηχανή. Λάθος έκανε, σκέφτηκα και γύρισα την πλάτη μου. Ξαφνικά άκουσα να με φωνάζουν. Γύρισα και πάλι και είδα τον Λημνιό να έχει βγάλει το κράνος.

-Άχρηστη! Έτσι όπως πας θα σκοτωθείς πριν προλάβουν να σε διώξουν. Έλα να σε πάω εγώ όπου θες, αν και θα προτιμούσα να πηγαίναμε για κανένα ποτό. Τι λες;

-Σπίτι μου από το πρώτο κιόλας βράδυ της γνωριμίας μας; Δε λέει. Δεν πρόλαβα να ξυριστώ και έχω τα άπλυτα στο σαλόνι. Άφησε το ρομαντισμό να κάνει την σχέση μας να ανθίσει, του είπα χαμογελώντας.

-Ανέβα να πάμε για ποτό. Κερνάς εσύ.

-Πάντα ιππότης, είπα, υποκλίθηκα και ανέβηκα στην μηχανή. Εγώ κερνάω αλλά εσύ οδηγείς. Οπότε το αλκοόλ για μένα και πορτοκαλάδα για σένα. Αν φτάσουμε στο κέφι, θα σου παραγγείλω και με ανθρακικό.

-Αν φτάσεις και μπορείς να παραγγείλεις, μου απάντησε και σανίδωσε τη μηχανή.

Δεν ξέρω πόσην ώρα κάναμε να φτάσουμε στο bar αλλά εγώ είχα ξεπαγιάσει και νόμιζα ότι τα δάχτυλά μου θα πέφτανε αν κάποιος μου έσφιγγε το χέρι. Ο Χρήστος το κατάλαβε και χαμογελώντας με αγκάλιασε και σηκωτή σχεδόν με έβαλε μέσα στο bar παραγγέλνοντας ποτά και για τους δύο. Η μουσική ήταν εκκωφαντική για τα γούστα μου και συκοφαντική για τη σοβαροφάνειά μου. Την ώρα, που τον είδα να μου χαμογελά, σκέφτηκα έντρομη ότι το επόμενο βήμα, θα ήταν σίγουρα μπουζούκια. Κοίταξα το ποτό μου. Ήμουν τυχερή. Δύο μόνο ποτά ήταν αρκετά. Κατέβασα μονορούφι το πρώτο και καθώς έβγαζα το μπουφάν μου είδα έναν άντρα να πλησιάζει αποφασιστικά προς το μέρος μας. Εδώ το ξυλόπνευμα πρέπει να είναι εκπληκτικό καθώς εγώ το πίνω τους άλλους μεθά. Ο άντρας πλησίαζε, με προσπέρασε και φίλησε τον Λημνιό στο στόμα. Ήταν η κατάλληλη στιγμή να παραγγείλω ακόμη ένα. Ο Λημνιός μου έκανε νόημα ότι θα ξανάρθει και χάθηκε στο πλήθος με τον δικό του. Ήταν η ώρα μου για την ηρωική μου έξοδο. Πλήρωσα και βγήκα έξω.

Δεν είχα ιδέα που βρισκόμουν. Ούτε τι ώρα ήταν. Κοίταξα το κινητό μου. Θα σας γελάσω για την ώρα. Μετά από 2 ποτά οι αριθμοί χόρευαν μπροστά στα μάτια μου. Ευτυχώς όχι και τα χρώματα καθώς ένα ταξί σταμάτησε δίπλα μου. Τραύλισα την διεύθυνσή μου και σύντομα ήμουν σπίτι μου. Ξάπλωσα με τα ρούχα και πριν το καταλάβω αποκοιμήθηκα.

Ξύπνησα με έναν τρομερό πονοκέφαλο. Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να φτιάξω καφέ. Είχα ενοχές που παράτησα τον Χρήστο αλλά έλεγα στον εαυτό μου ότι βρήκε καλύτερη παρέα. Κοίταξα το ρολόι. Είχα σαπίσει στον ύπνο. Θα αργούσα για την πρόβα. Πέταξα τα ρούχα στο πάτωμα και χώθηκα στο μπάνιο. Έπλυνα τα δόντια μου, ντύθηκα, έβαλα μια σοκολάτα στην τσάντα μου και βγήκα από το σπίτι μου με το σκονάκι μου για τις συγκοινωνίες. Μετά από μία μικρή περιπλάνηση και 2-3 λάθος στάσεις κατόρθωσα να φτάσω εγκαίρως στο θέατρο. Μετά τον Λημνιό αλλά πριν τους ηθοποιούς.

Τον πλησίασα με τη σοκολάτα στο χέρι.

-Με έφτυσες χτες, μου είπε. Σου είπα να με περιμένεις και μόλις γύρισα την πλάτη μου, το έβαλες στα πόδια. Φρικάρισες, είπε και άνοιξε τη σοκολάτα και άρχισε να την καταβροχθίζει.

- Αυτή είναι σοβαρή κατηγορία. Ζητώ την έννομη διορία να απολογηθώ.

- Τουλάχιστον πλήρωσες τα ποτά!

Κρύφτηκα στα πίσω καθίσματα. Δεν είχα όρεξη για συζήτηση, το κεφάλι μου πονούσε και δεν είχα καμία διάθεση να παρακολουθήσω την πρόβα. Σε λίγο μπήκαν οι ηθοποιοί και ο σκηνοθέτης. Παρατάχθηκαν και όλοι έδιναν χρήματα στον Λημνιό. Σε λίγο ήρθε ακόμα ένας νεαρός που δεν είχα δει την προηγούμενη στην πρόβα με τους καφέδες. Αφού μοίρασε τους καφέδες στους άλλους πρώτα άφησε τον τελευταίο τον Λημνιό. Ο Χρήστος έβγαλε ένα ποσό και του το έδωσε. Ο νεαρός τα πήρε γύρισε και μου χαμογέλασε. Ήταν ο νεαρός που φίλησε τον Λημνιό το προηγούμενο βράδυ. Ήμουν ένα στοίχημα. Κέρδισαν και εγώ έχασα. Προφανώς έβαλαν στοίχημα με τον Λημνιό για το αν θα κατάφερνε να με φρικάρει. Και το κάθαρμα τα κατάφερε.

Με πιασαν τα γέλια. Ήταν μία όμορφη μέρα. Γιατί έμενα κλεισμένη εκεί μέσα; Έστειλα ένα φιλί στον αέρα στον Λημνιό, πήρα τα πράγματα και εξαφανίστηκα. Άραξα με το λαπτοπ στην πλατεία και γράφω ιστορίες με καφέ και τσιγάρο. Μάλλον είναι ώρα να το κλείσω και να πάω μια βόλτα….

.........

Χώθηκα σε ένα βιβλιοπωλείο. Κρύφτηκα στο πιο ήσυχο τμήμα. Περνούσα ανάμεσα στα παραταγμένα βιβλία. Ησυχία. Μια τεράστια βιβλιοθήκη, στέρφα. Βλέπω τους ανθρώπους να αγοράζουν βιβλία, να τα ξεφυλλίζουν και να φεύγουν ήσυχα όπως είχαν έρθει. Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί. Διάλεξα ένα βιβλίο, το πήρα και βγήκα στο δρόμο. Το κείμενο αντιστεκόταν, δεν με άφηνε να το αλλάξω. Χάζευα με τις ώρες μπροστά στον υπολογιστή αλλά η λευκή οθόνη στεκόταν απέναντι μου απτόητη. Δοκίμασα τετράδιο, κόλλες Α4 από τον εκτυπωτή αλλά τίποτα. Λίγο πριν αρχίσω τα graffiti στους τοίχους του σπιτιού, αποφάσισα να φυγομαχήσω.

Μάζεψα τα ρούχα, πακετάρισα τα πράγματά μου, πλήρωσα τους λογαριασμούς και έψαχνα έναν λόγο ουσίας να παραμείνω στις πρόβες. Έφυγα από μία πρόβα, δεν πήγα καν στην επόμενη. Ήταν φανερό δεν με ήθελαν εκεί. Είχα κουραστεί να παλεύω. Το έργο θα ανέβαινε. Και θα κατέβαινε σε μία εβδομάδα με εξαιρετική επιτυχία. Αγόρασα έναν οδηγό και έψαξα τις παραστάσεις, που παιζόταν εκείνη την περίοδο. Απόψε θα πήγαινα θέατρο.

Φοβόμουν να γυρίσω στο σπίτι. Έτσι αποφάσισα να συνεχίσω τις

βόλτες. Κάθισα σε μια καφετέρια, παρήγγειλα καφέ και κρύφτηκα πίσω από ένα περιοδικό

-Πάω στοίχημα ότι έχεις το τηλέφωνο κλειστό ακόμα και τώρα που δεν περιμένεις από κανέναν τηλέφωνο, άκουσα μια φωνή πίσω μου και ένοιωσα ένα ζευγάρι χέρια στην πλάτη μου. Γύρισα ξαφνιασμένη και είδα τον Λημνιό πίσω μου. Η προθεσμία σου έληξε και ήρθε η ώρα σου… να απολογηθείς. Είπε και πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα μου.

-Φεύγω. Μάζεψα τα πράγματα και σκοτώνω τις τελευταίες μέρες, που έχω πληρώσει το νοίκι.

-Μια πλάκα είπαμε να σου κάνουμε. Αν ήξεραν ότι αρκούσε για να φύγεις θα με είχαν πληρώσει όσο-όσο για να το’ χαμε κάνει από την πρώτη μέρα.

-Πιστεύεις ότι για αυτό φεύγω;

-Εξέπληξε με! Πες μου μια καλύτερη δικαιολογία!

-Βαρέθηκα…

-Λες ψέματα, κανένας δεν βαριέται τόσο νωρίς και από την άλλη δεν έκανα ακόμα την παρωδία μου για να τρομοκρατηθείς. Μήπως θέλεις και συ ένα φιλί για να ξυπνήσεις ωραία κοιμωμένη; Αν δεν υπερασπιστείς εσύ αυτό που έγραψες, μην περιμένεις να το κάνουν άλλοι για σένα.

Η πρώτη σφαίρα μπήκε στη θαλάμη. Το όπλο σημάδευε εμένα. Πυροβόλησε αλλά δεν ήταν η θαλάμη με την σφαίρα. Δεν μπορούσα να σηκωθώ από το τραπέζι πια μέχρι η σφαίρα να διαλέξει τον στόχο της.

Ο Λημνιός έγραψε σε ένα χαρτί το τηλέφωνό του και το άφησε στο τραπέζι.

-Τηλεφώνησέ μου. Εκτελούνται μετακομίσεις. Η βλακεία καταμετράται παρουσία του πελάτη. Σεξουαλικές χάρες χρεώνονται εξτρά.

Τον έβλεπα να φεύγει. Γύρισα σπίτι και άδειασα τις βαλίτσες. Είχα και άλλες σφαίρες φυλαγμένες. Το παιχνίδι πρέπει να αποκτήσει ενδιαφέρον ξανά και οι παίκτες έπαιρναν ο ένας μετά τον άλλον την θέση τους στο τραπέζι.

Ας Ταιριάξουμε τα λόγια μας αλλιώτικα απόψε




Δεν ξέρω γιατί έχω πάντα άγχος, όταν περνώ την είσοδο του θεάτρου. Τα ονόματα αλλάζουν, οι σκιές τσακίζουν αλλιώτικα στους προβολείς και εγώ γλυστρώ πάνω στα τακούνια μου ανάμεσα στο μαύρο και στο φως. Δεν θυμάμαι τη μέρα. Θα διαλέξω μία στην τύχη, Παρασκευή σαν Υπόσχεση ή μήπως Δευτέρα σαν Δεσμά. Θα διαλέξω ονόματα. Πρώτα το δικό μου. Προχωρώ και δεν θυμάμαι το όνομα, να συστηθώ. Χώνομαι στις πίσω θέσεις βιαστικά καθώς τα χέρια μου χαϊδεύουν τα σκονισμένα καθίσματα.

Το φως είναι τόσο καλά εστιασμένο, που νομίζεις, πως μπορείς να το αγγίξεις σαν ψευδαίσθηση. Ένας κώνος εκτυφλωτικού φωτός και δυσλεκτικά, φλύαρα σημεία καπνού να τυλίγουν τα σώματα, που θα πουν την ιστορία, που διάλεξαν για αυτούς. Αφήνω την τεράστια τσάντα του Sport Billy στα διπλανά καθίσματα, τις σημειώσεις από την άλλη πλευρά και βγάζω ένα λαστιχάκι να μαζέψω τα μαλλιά μου. Τους παρακολουθώ σαν αγρίμια, να φυλούν την περιοχή τους. Μαζεύω πρόχειρα τα μαλλιά μου και βγάζω το πακέτο με τα τσιγάρα από την τσάντα και τον αναπτήρα από την τσέπη. Το ανάβω και τραβάω μια ρουφηξιά όπως ο δύτης την τελευταία ανάσα πριν καταδυθεί. Νοιώθω ένα χέρι να με χτυπά στον ώμο. Ουψ! Μας πιάσανε:

-Σβήστε το τσιγάρο! Εκτός αν έχετε τσιγαροθήκη μαζί σας.

Η τσάντα δεν με απογοήτευσε ποτέ. Σκύβω και βγάζω το τασάκι μου. Πάντα κουβαλώ ένα, που καθαρίζω στο τέλος με μωρομάντιλα. Όπως οι φιλόζωοι κάνουν βόλτα το ζωάκι τους με τη σακουλίτσα και το φτυαράκι τους έτσι και εγώ όταν αερίζω τα τσιγάρα μου τους έχω παρέα πάντα τον Τάσο.

-Να σας συστήσω. Ο Τάσος! Είμαι σίγουρη ότι εκείνη τη στιγμή με μίσησε ενώ πίσω έβλεπα έναν άλλο τύπο, που με βία προσπαθούσε να κρατηθεί και να μην γελάσει.

- Αντωνίου. Σκηνοθέτης της παράστασης.

- Πάντου. Βοηθός σας. Χάρηκα για τη γνωριμία. Το χέρι μου έμεινε μετέωρο για μια στιγμή καθώς ο σκηνοθέτης απομακρύνθηκε προς τη σκηνή και γρήγορα στράφηκε στο στόμα να αρπάξει το τσιγάρο. Καθώς υπέγραφα ακόμα ένα απολαυστικό γραμμάτιο για τον καρκίνο του πνεύμονα και ετοιμαζόμουν να χωθώ στην καρέκλα αγκαλιά με τον Τάσο μου, νοιώθω κάποιον να με κοιτά και να γελά.

- Αυτό θα το πληρώσεις ακριβά. Λημνιός. Φως, μουσική, νερό, τηλέφωνο στα όνειρά σας δεσποσύνη, είπε και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση απομακρύνθηκε και αυτός προς τη σκηνή.

Δεν θα ευχαριστηθώ ποτέ τσιγάρο εδώ. Τουλάχιστον όχι όταν είναι τόσος κόσμος μαζεμένος. Καλά αρχίσαμε. Άρχισαν οι δημόσιες σχέσεις μπροστά. Γνωρίζονται ήδη, κάποιοι δε χωνεύονται. Με χειραψίες υπογράφουν τις νέες συμφωνίες κατάπαυσης πυρός. Προσλάβανε τους πιο φωτογενείς ψεύτες. Τώρα μένει να δούμε απλώς αν είναι και οι πιο τολμηροί. Γεμάτοι έπαρση ανεμίζουν το κείμενο. Το βλέπω στα χέρια τους, πίσω από ένα σύννεφο καπνού και νομίζω ο χρόνος γίνεται μουγκός, μόνος. Βρώμισε η καύτρα. Πάντα καίω τα φίλτρα αφηρημένη.

Ψάχνω το πακέτο και ανάβω δεύτερο. Ευτυχώς αδιαφορούν για μένα. Παίρνω τον Τάσο αγκαλιά και νομίζω ότι το παρόν μαγκώνει και γίνεται παρελθόν με μία βραδύτητα σχεδόν κινηματογραφική. Τους αγαπάει το φως τους ηθοποιούς. Τόσο μικροί και ασήμαντοι μέσα στα καθημερινά τους ρούχα, τους βλέπω να μεταμορφώνονται σε πεταλούδες κάτω από τα φώτα.

Είναι αυτή η σιωπή. Ταιριάζει με τις πεταλούδες. Πώς να τους ταιριάξεις φωνή; Η μουσική σφυρίζει στο κεφάλι μου σιγανά. Ακολουθώ τις μορφές τους πίσω από τον καπνό και σκέφτομαι: τι φωνή έχουν οι πεταλούδες; Τι θα άλλαζε αν μπορούσαμε να τις ακούσουμε;

Η μουσική σφυρίζει πονηρά στο κεφάλι μου και είναι οι παρτιτούρες το κείμενο που ανοίγουν, κλείνουν, διπλώνουν, υπογραμμίζουν, παπαγαλίζουν σαν ποίημα στο σχολείο. Κοράκιασα. Βγάζω ένα μπουκάλι νερό από την τσάντα. Πίνω αχόρταγα καθώς νοιώθω ότι με αντιπαθούν τρελά. Ωραία! Το πρώτο αληθινό συναίσθημα από τη στιγμή, που ξεκίνησαν. Δείξτε μου τα νυχάκια σας μικρά μου γατάκια και θα σας μάθω εγώ να γδέρνετε ο ένας τον άλλον.

Ξανανάβω τσιγάρο. Η αντικαπνιστική πρέπει να ‘ρθει να με μαζέψει γιατί αν συνεχίσω έτσι θα με βάλουν στην φυλακή για χρέη εκτός αν αρχίσω να καπνίζω και την άσφαλτο. Με τόσες λακκούβες δεν πρόκειται να με πάρει χαμπάρι κανείς.

Όταν ξεκινάς να μάθεις ένα νέο κομμάτι με κάποιο μουσικό όργανο, μαθαίνεις πρώτα τον ρυθμό, μετά την μία μελωδική γραμμή, μετά την άλλη, προσπαθείς να τα συνδυάσεις και τέλος χρωματίζεις τη σύνθεση. Ο μόνος ρυθμός εδώ μέσα είναι το πάφ -πουφ από τα τσιγάρα μου, η δεξιά δεν γνωρίζει τι ποιεί η αριστερά. Βάρβαροι! Θα σας έφερνα το χρονόμετρο αλλά δεν ξέρετε να το χρησιμοποιήσετε.

Μου ρίχνουν λοξές ματιές. Ψιθυρίζω το κείμενο μαζί τους. Ανασαίνω τον ιδρώτα τους. Αναλύουν το κείμενο. Μυρίζω την ανάσα τους. Μαθαίνουν συντακτικό και κόμματα από την αρχή. Λες και ο ιατροδικαστής που κομματιάζει το σώμα, ζει τη ζωή του φευγάτου. Πρέπει να αδειάσω τον Τάσο. Να μια καλή δικαιολογία να βγω λίγο έξω στο φουαγιέ. Αν το βλέμμα ήταν μαχαίρι θα ήμουν ήδη νεκρή και δεν θα δακτυλογραφούσα αυτές τις γραμμές. Κοίταξα πίσω, χαμογέλασα και βγήκα έξω. Βρήκα ένα μεγάλο κάδο-τασάκι και άδειασα τον Τάσο. Έψαξα για μωρομάντηλα και τότε συνειδητοποίησα ότι τα είχα αφήσει μέσα. Ξαφνικά άρχισα να πνίγομαι. Ούτε ένα παράθυρο. Ήταν μέρα ή νύχτα; Έβρεχε; Είχε κρύο ή ζέστη; Και το παρελθόν ήρθε σαν παγωμένο σκυλί και κουλουριάστηκε στα πόδια μου.

-Μη μου πεις ότι είχες και καφετιέρα στο σάκο σου! Άκουσα μια φωνή πίσω μου. Πάρε έναν καφέ πριν σε φάμε λάχανο, να μην μας πεις και αγενείς εμάς τους ιθαγενείς. Ήταν ο Λημνιός. Πρέπει να είχε φύγει κάποια στιγμή, που δεν τον πρόσεχα και είχε βγει για καφέδες καθώς κουβαλούσε μια ντουζίνα σε μια βάση από χαρτόκουτο που παράπαιε. Καθόλου λαμπερή εικόνα για τους πρωταγωνιστές μες με τα λαμπερά εξώφυλλα. Χαμογέλασα καθώς άφησα τον Τάσο στην άκρη και πήρα έναν καφέ.

-Δεν τον αποχωρίζεσαι ποτέ; Να το προσέξεις αυτό. Μπορεί μια μέρα να γίνεις εξώφυλλο. Φόντο στο «ο Τάσος φωτογραφίζεται και αποκαλύπτει».

-Μικρέ κρυώνουν οι καφέδες. Ευχαριστώ για τον δικό μου αλλά σε περιμένουν και πάω στοίχημα θα λείπει ένας.

- Ο δικός μου! Και έτσι θα ‘χω την ευκαιρία να ‘βγω έξω και να σε ανακρίνω για να μου πεις πώς στην ευχή τα κατάφερες και είσαι εδώ και όχι απλά είσαι εδώ αλλά επιπλέον αγνοείς ηθοποιούς και σκηνοθέτη. Μη φύγεις, ειδάλλως θα πάρω τα πράγματά σου ομήρους. Και αυτό είναι απειλή!

-Πρώτον είμαι ψωνάρα και δεύτερον έχω μέσον. Ποιο από τα δύο σε εκπλήττει;

- Κανένα! Αλλά μόνο πρόσωπο, ζώο, πράγμα, που δεν παίζουν μέσα για να βρουν την άκρη σου, είπε ο Λημνιός και εξαφανίστηκε στην πλατεία.

Χαμογέλασα. Πάντα έκλεβα όταν διάβαζα αστυνομικά. Πρώτα διάβαζα το τέλος και αν μ’ άρεσε αγόραζα το βιβλίο. Χαζό ε; Να ψάχνεις το έγκλημα για τη λύση σου. Η Αναστασία βγήκε έξω. Πάει στην τουαλέτα. Ήρθε να κόψει λεπτομέρειες να πει μέσα. Το αποφάσισα. Όταν μου τελειώσει το πακέτο θα φύγω. Ανάβω τσιγάρο ξανά.

Στο όνειρο σε είδα να παίζεις με ένα δελφίνι και έπεσα και ‘γω να παίξω με το δικό μου και όπως το κυνήγαγα, το έπιασα από την ουρά και αυτό μεταμορφώθηκε σε άντρα και γύρισε και με κοίταξε. Ξύπνησα ξαφνικά.

Κοιτάζω το είδωλό μου λοξά σε μία κορνίζα. Καπνίζω και πίνω καφέ στο φουαγιέ μονάχη μου, ενώ μέσα πασχίζουν να μάθουν τα λόγια, που ξέρω ήδη.

- Ποτέ δε φανταζόμουν ότι η πινακίδα για τις τουαλέτες θα είχε τέτοιο

σουξέ! Έλα μέσα γρήγορα γιατί ο Αντωνίου τηλεφωνεί σαν τρελός να σε απολύσουν! Θα είσαι η πρώτη, που απολύθηκε πριν καν ακούσει την πρώτη ανάγνωση, μου είπε ο Λημνιός, που βρέθηκε ξαφνικά πλάι μου

- Χάνει το χρόνο του. Εγώ δεν θα φύγω. Τσιγάρο; Και του προσέφερα το πακέτο. Τραβάω μια ρουφηξιά καθώς παίρνει τσιγάρο. Άδικα παιδεύεται. Φωτιά; Πιο πιθανό να φύγει αυτός παρά εγώ. Κρίνοντας από τις φωνές αυτό δεν απέχει πολύ από εδώ. Ούτε μια κούτα τσιγάρα δρόμος. –και με βλέπεις πώς καπνίζω ο αράπης, ο ταμ ταμ ταμ.

Απαπαπα. Πολλά νεύρα. Δεν θα αντέξει, για σήμερα, για πολύ ακόμα. Για να δούμε… 10… 9… 8… πόσα τηλέφωνα θα πάρει ακόμα μέχρι να το καταλάβει ότι εγώ δεν φεύγω; 7… 6… 5…. Εσύ τι νομίζεις μικρέ; Ποιος θα φύγει πρώτος;

Πριν προλάβει ο Λημνιός να δείξει τον Αντωνίου, ο Αντωνίου βγήκε από την πλατεία στο φουαγιέ τρέχοντας. Ωραία, σκέφτηκα, τώρα θα αραιώσουμε σαν τα σκόρδα. Πίσω του βγήκαν οι 2 κυρίες, θιγμένες, στητές και αγέρωχες. Προχώρησα με τον Λημνιό στην πλατεία. Στη σκηνή είχαν μείνει ο Στέφανος με τον Αιμίλιο. Ο Στέφανος μάζευε τα πράγματά του. Έφευγε και αυτός. Ο Αιμίλιος είχε νευριάσει.

-Τελειώσατε το κάπνισμα;

- Προτιμάτε αυτές, που τελειώνουν γρήγορα;

- Όταν είναι όρθιες: Ναι

- Περιμένετε να ανάψω ακόμα ένα, όσο θα προσπαθώ να σκεφτώ κάτι εξίσου έξυπνο.

Ο Στέφανος βρισκόταν ήδη στο φουαγιέ. Άναψα τσιγάρο ξανά. Τα τσιγάρα τελείωναν επικίνδυνα. Το κοριτσάκι με τα τσιγάρα έπρεπε να προσέχει πλέον το ρυθμό του γιατί έχανε τη μελωδία.

- Λυπάμαι έχω ανάδρομο Ερμή και το ωροσκόπιο μου συνέστησε διαλογισμό και περισυλλογή σήμερα.

Ο Αιμίλιος χανόταν και αυτός προς το φουαγιέ. Ο Λημνιός χαμένος έπαιζε με το καλαμάκι του καφέ. Άρχισα να περπατώ στη σκηνή. Να την μετρώ ρυθμικά, καθώς οι λέξεις ανάσαιναν μέσα μου. Άρχισα να πετώ τα ρούχα μου. Έμεινα με ένα μαύρο φανελάκι και το μαύρο παντελόνι, έβγαλα τα παπούτσια και ξεκίνησα το ρυθμό. Τικ – Τακ. Ακούς; Το ρολόι ξεκίνησε να χτυπά και πάλι. Την ξέρω την παρτιτούρα μικρέ μου. Φτιάξε τα φώτα και έλα να παίξουμε.

Ο Λημνιός άρπαξε ένα από τα πεταμένα κείμενα και άρχισε να ρυθμίζει τα φώτα. Δεν ήμουν ποτέ καλή στον ρυθμό. Θυμάμαι τη δασκάλα του πιάνου να χτυπά με τον χάρακα το πιάνο για να μου μετρήσει το ρυθμό και όταν εγώ δεν άκουγα να μου χτυπά τα δάχτυλα. Μα μέσα στα φώτα, μέσα στην παραζάλη από τους καπνούς, οι λέξεις αναπνέουν στο λαιμό μου και μου δίνουν τον ρυθμό τους.

Νομίζω ότι χορεύω. Σιωπή. Μόνο σκόρπιες λέξεις να ζωγραφίζουν εικόνες. Ξαφνικά ακούω δεύτερη φωνή, αντρική. Είναι ο Αιμίλιος. Δεν έφυγε. Ακολουθεί το ρυθμό. Μια παραζάλη. Μιλάω, μιλάει και στις παύσεις σιωπή. Μόνο τα φώτα αλλάζουν καθώς το κείμενο σεργιανά πάνω μας. Κουταβάκι, δαγκώνει επιπόλαια.

Γιατί δεν έφυγες Αιμίλιε; Ήρθες να παίξεις; Μικρή μου πεταλούδα, σε τραβάει το φώς, έτσι δεν είναι; Αγγίζω το φοβισμένο σώμα σου. Αγκαλιάζω το τρέμουλο στην ανάσα σου. Βλέπω μέσα στα μάτια σου την ψυχή σου. Σου χαρίζω τα φώτα σου. Ξεγυμνώνω τις αυταπάτες σου. Είσαι τόσο ευάλωτος, που σχεδόν σε λυπάμαι. Καλωσόρισες στο ταξίδι μου.

Μισώ τα τηλέφωνα, που χτυπούν με τις ώρες. Και περισσότερο τους ανθρώπους, που τα βγάζουν από τις πρίζες και μου στερούν την χαρά να τους τηλεφωνώ και να το αφήνω να χτυπά με τις ώρες μέχρι να τους σπάσει τα νεύρα.

Απόψε είμαι εγώ αυτή που έχω βγάλει το τηλέφωνο από την πρίζα.

Τετάρτη, Ιουνίου 04, 2008

Πεταλούδα...

Έτσι όπως χαζεύαμε τα χαμηλωμένα φώτα της πλατείας, είδα μια σκιά να κινείται. Ο Λημνιός κατευθύνθηκε προς το μέρος της αλλά εκείνη αντί να απομακρυνθεί ήρθε προς το μέρος μας. Ήταν ο Αιμίλιος. Δεν ξέρω πώς αλλά μέσα μου ήμουν σίγουρη πως θα εμφανιστεί. Χωρίς να πει τίποτε, ανέβηκε με μια γρήγορη κίνηση πάνω στη σκηνή και αμέσως μετά τράβηξε και μένα. Για μια στιγμή τον κοίταξα με απορία και γύρισα προς τον Λημνιό, αλλά είχε προλάβει να εξαφανιστεί. Χαμήλωσε τα φώτα και πάλι και την ώρα που ο Αιμίλιος με γυρνούσε προς το μέρος του έβαλε μουσική.

Με ακινητοποίησε και ξεκίνησε να λέει τα λόγια της γυναίκας. Πλησίασε στο αυτί μου και οι λέξεις έτρεχαν σαν την βροχή. Ένοιωθα την ανάσα του, χάθηκα στη φωνή του, μέχρι που ξαφνικά στάθηκε πίσω μου, έκανε τα χέρια του μέγγενη και με έσφιξε. Τότε ξεκίνησα να λέω τα λόγια του Αλέξη. Κανόνιζε τις αναπνοές μου, τη στάση του σώματός μου. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα πως είμαι βροχή και τρέχω με τη σειρά μου ανάμεσα στα δάχτυλα του Αιμίλιου. Θυμήθηκα τον Αλέξη, τον Νίκο και τις στιγμές μας που μάζευα για τη συλλογή μου. Ώσπου ο Αιμίλιος έβαλε τα χέρια στις τσέπες και εγώ αναγκάστηκα να ανοίξω τα μάτια.

Ήταν εκεί και διάλεγε ξανά τις λέξεις του Αλέξη και του Νίκου και εγώ γινόμουν ξανά μια γυναίκα και η σκιά της. Ο Λημνιός σαν γάτος στη σκηνή είχε αφήσει όλα εκείνα που χρειάζονταν. Έτσι ένοιωσα το δέρμα μου να πίνει αχόρταγα το νερό που άφηνε ο Αιμίλιος να κυλήσει πάνω μου και την ίδια στιγμή τον περικύκλωσα με τα πόδια μου. Νόμισα πως ο Νίκος και ο Αλέξης με κοιτούσαν επίμονα από τις θέσεις των θεατών και τρομαγμένη άνοιξα τα μάτια. Οι λέξεις ανταλλάσσονταν ολοένα και πιο γρήγορα. Έβγαλα την κραυγή και ο Λημνιός έσβησε τα φώτα.

Νόμισα ότι ο Αιμίλιος θα σταματούσε εκεί, στη 2η σκηνή, αλλά εκείνος συνέχισε στο σκοτάδι να απαγγέλει την 3η πράξη και τα φώτα να ανάβουν σιγά-σιγά και πάλι. Πλησίασα την τσάντα μου έβγαλα 1 μικρό μπουκάλι ουίσκι, το άνοιξα, ήπια μια γουλιά και του το πέταξα. Εκείνος το άφησε να πέσει πάνω στη σκηνή και συνέχισε το παραλήρημα του Αλέξη. Πλησίασα, έσκυψα στα πόδια του και πήρα το μπουκάλι ενώ συνέχιζα να παίζω το ρόλο της γυναίκας και της σκιάς της.

Οι σκηνές προχωρούσαν, είχαμε ιδρώσει και οι δύο. Κανένας δεν θα σταματούσε πριν τελειώσει το κείμενο αυτή τη φορά. Ο Νίκος, ο Αλέξης, ο Αιμίλιος άρχισαν να σβήνουν από το μυαλό μου. Η γυναίκα ήταν εκεί και απαιτούσε το κορμί και την ψυχή μου. Οι μουσικές έρχονταν και έσβηναν, τα φώτα αλλάζανε, το πρόσωπο του Αιμίλιου χάθηκε και έμεινε το κορμί και η φωνή του. Τσακωνόμουν, φώναζα, αγαπούσα εκείνο το κορμί και μετά γυρνούσα πάντα στη μοναξιά μου.

Τελειώνοντας την τελευταία σκηνή έκανα να φύγω από τη σκηνή αλλά ο Αιμίλιος με άδραξε γερά από το χέρι και με τράβηξε πίσω ξανά. Ο Χρήστος έσβησε τελείως τα φώτα. Για κάποια λεπτά μείναμε στο σκοτάδι και τη σιωπή. Ο Αιμίλιος με κρατούσε στην αγκαλιά του στο σκοτάδι. Ένα δάκρυ του άγγιξε το πρόσωπό μου και την ίδια στιγμή με εκσφενδόνισε με δύναμη στο πάτωμα της σκηνής. Άρχισε να λέει σκόρπιες φράσεις από το κείμενο μαινόμενος. Ο Χρήστος τρόμαξε και άναψε όλα τα φώτα της σκηνής και της πλατείας. Ο Αιμίλιος άρχισε να αρπάζει και να πετά σπάζοντάς το, οτιδήποτε υπήρχε πάνω στη σκηνή. Εγώ ακίνητη, όπως ήμουν πεσμένη στο πάτωμα τον παρακολουθούσα σιωπηλή. Την ώρα που έπιασε τον Τάσο να τον σπάσει και αυτό, προσπάθησα να σηκωθώ αλλά γλίστρησα και έπεσα πάνω στα γυαλιά που σκορπίζονταν προς το μέρος μου.

Πετάχτηκε κάτω από τη σκηνή και έφυγε τρέχοντας. Ο Λημνιός ήρθε γρήγορα προς το μέρος μου. Σήκωσα το κεφάλι μου προς το μέρος του, και μετά το δεξί μου χέρι. Είχα γεμίσει αίματα τη σκηνή. Με άρπαξε από τον καρπό και με σήκωσε. Έφερε χαρτιά από τα καμαρίνια και προσπάθησε να καθαρίσει τα χέρια μου αλλά κάποια γυαλάκια ήταν καρφωμένα μέσα. Τον ρώτησα αν είχε φαρμακείο το θέατρο και όταν απάντησε ναι του ζήτησα να μου το φέρει. Με ένα τσιμπιδάκι φρυδιών έβγαλα τα γυαλάκια και όταν έφερε το φαρμακείο έβαλα betadine και τα έκλεισα με γάζες και ελαστικό επίδεσμο.

Σκεφτόμουν τον Αιμίλιο και το παραμιλητό του. Γύρισα και είδα τον Λημνιό να καθαρίζει τη σκηνή. Μου έκανε νόημα να καθίσω στην πλατεία και να ξεκουραστώ. Αποκοιμήθηκα στα καθίσματα. Με ξύπνησε όταν τέλειωσε το καθάρισμα και μου πρότεινε να με πάει σε κάποιο εφημερεύον νοσοκομείο να εξετάσουν τα χέρια μου. Αρνήθηκα και του ζήτησα να με πάει σπίτι. Φτάνοντας, με συνόδευσε μέχρι το διαμέρισμά μου για να βεβαιωθεί ότι είμαι καλά. Την ώρα που με φιλούσε στο μάγουλο για να με καληνυχτίσει μου ανακοίνωσε ότι είχε κανονιστεί συνέντευξη του θιάσου την επόμενη μέρα και με ρώτησε πονηρά αν θα παρευρισκόμουν.

-Πάμε στοίχημα; Του απάντησα και του έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα.

Κυριακή, Ιουνίου 01, 2008

Η VILLAGE PRODUCTIONS ΑΝΑΖΗΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ!

Η VILLAGE PRODUCTIONS ΑΝΑΖΗΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ!

Απευθυνόμαστε σε όλους τους σεναριογράφους/συγγραφείς που έχουν ως στόχο να συμβάλλουν στην εξέλιξη και αναζωογόνηση του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου και συμμερίζονται το όραμά μας για ελληνικές ταινίες ισάξιες εκείνων του εξωτερικού.

Η Village Productions αναζητά κινηματογραφικά σενάρια ή treatments για ταινίες που θα κάνουν τη διαφορά.

Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να στείλει τις προτάσεις του συνοδευόμενες απαραιτήτως από μια σύνοψη 6 - 10 σελίδων και το βιογραφικό του σημείωμα στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:

Village_Productions@village.com.gr

* Το παρόν δεν αποτελεί πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης. Σε περίπτωση όπου η εταιρεία ενδιαφερθεί για περαιτέρω συνεργασία θα επικοινωνήσει με τον αποστολέα εντός 60 ημερών για διαπραγμάτευση της σχετικής συμφωνίας, διαφορετικά τεκμαίρεται η έλλειψη ενδιαφέροντος, χωρίς να απαιτείται αιτιολόγηση. Η εταιρεία δεν αναλαμβάνει, ούτε υποχρεούται στη διαφύλαξη του περιεχομένου των προτάσεων ή των στοιχείων των αποστολέων και έκαστος αποστολέας οφείλει πριν την αποστολή να κατοχυρώσει τα δικαιώματά του επί των προτάσεων του με όποιο τρόπο κρίνει σκόπιμο, αφού προηγουμένως ζητήσει κατάλληλη επαγγελματική συμβουλή.

Τα βιβλία που ταξιδεύουν ( bookcrossing)

Τα βιβλία που ταξιδεύουν

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr) - φωτ: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Οσοι αγαπούν το διάβασμα δύσκολα αποχωρίζονται τα βιβλία τους -κι όχι μόνο τα πολύ αγαπημένα. Οποτε τα δανείζουν κρατάνε λογαριασμό, όταν μετακομίζουν τα παίρνουν μαζί τους, και μολονότι ξέρουν ότι οι πιθανότητες να τα διαβάσουν ξανά είναι λιγοστές, τα φυλάνε σαν ένα κομμάτι της ψυχής τους. Κάποια στιγμή, βέβαια, τα ράφια ξεχειλίζουν. Και στο επιβεβλημένο ξεσκαρτάρισμα, ανακαλύπτεις τίτλους που δεν σου κινούν το ίδιο ενδιαφέρον πια, έργα που απέκτησαν μέσα σου ημερομηνία λήξης αλλά η συνείδησή σου σου απαγορεύει να τα πετάξεις.

Να τα πουλήσεις; Στο παζάρι των μεταχειρισμένων, η αξία τους είναι μηδαμινή. Να τα χαρίσεις; Καλή ιδέα. Μιά τρίτη λύση, πάντως, γέννημα της ηλεκτρονικής μας εποχής, είναι να τ' «απελευθερώσεις» και να τα μοιραστείς. Αρκεί να έχεις πρόσβαση στο Ιντερνετ και διάθεση να ενσωματωθείς σε μια παρέα.

Αυτό ακριβώς κάνει η εικοσάχρονη deadendmind -κατά κόσμον Δάφνη, φοιτήτρια κοινωνιολογίας στην Αθήνα. Παρακινημένη από ένα εκτενές ρεπορτάζ του «Εψιλον» της «Κ.Ε.» (8/5/2005), την επομένη κιόλας μπήκε στη διεύθυνση www.bookcrossing.com και βάλθηκε ν' ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες: Πήρε ένα βιβλίο που της περίσσευε, το καταχώρισε στο σάιτ δίνοντάς του αριθμό ταυτότητας, τύπωσε και κόλλησε πάνω του την ειδική ετικέτα που εξηγεί τι πρέπει να κάνει όποιος το εντοπίσει και ενημέρωσε κάθε πιθανό ενδιαφερόμενο πού σκοπεύει να το «απελευθερώσει».

Κι ενώ περίμενε να δει σε τίνος χέρια θα πέσει το βιβλίο της, πώς θα σχολιαστεί και που θ' αφεθεί μετά, έπιασε επαφή με παλιότερα μέλη του κλαμπ, άρχισε να παίρνει μέρος σε συνέδρια και «μαζώξεις», ανακάλυψε συγγραφείς σαν τον Λένο Χρηστίδη και τον Ακίρα Γιουσουμούρα, κι έκανε φίλους που χωρίς το bookcrossing δεν θα συναντούσε ποτέ.

Τώρα, πια, η Δάφνη δεν ξαλαφρώνει μόνο τη βιβλιοθήκη της από παιδικά βιβλία σαν τα «Γκρίζα χιόνια» της Αννας Δεϊμέζη-Καλιότσου που είχε αφήσει έξω από το στρατιωτικό νοσοκομείο της Πεντέλης ή το ιστορικό μυθιστόρημα «The Borgia Bride» της Jeanne Kalogridis που έδωσε στους γονείς της για να το «απελευθερώσουν», ενώ ταξίδευαν στο εξωτερικό. Με το που διαπίστωσε ότι και τα δύο βρήκαν αποδέκτες -το πρώτο ένα κοριτσάκι και το δεύτερο μια αυστραλέζα γιαγιά που το μάζεψε στην Φλωρεντία και το αποχωρίστηκε στο Λονδίνο- άρχισε να ρίχνει... στο πέλαγος και αγαπημένα της μυθιστορήματα σαν τον «Φιλοξενούμενο» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, αγοράζοντας ένα δεύτερο αντίτυπο γι' αυτό το ιδιότυπο κυνήγι θησαυρού.

Η ιδέα ξεκίνησε το 2001 από -πού αλλού;- τις ΗΠΑ, οι θιασώτες της υπολογίζονται γύρω στα 500.000 άτομα ανά τον πλανήτη και η δανειστική τους βιβλιοθήκη που μεγαλώνει καθημερινά έχει ξεπεράσει τους 4.700.000 τόμους! Οπως ανακοινώθηκε στο τρίτο συνέδριο των ελλήνων bookcrossers που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στα Χανιά, η κοινότητά τους εδώ απαρτίζεται από 2.500 μέλη, αλλά οι ενεργοί, εκείνοι δηλαδή που αφήνουν ή κυνηγούν βιβλία σε δημόσιους χώρους αφήνοντας στο Διαδίκτυο το στίγμα τους, «δεν πρέπει να ξεπερνούν τους εκατό», λέει η Δάφνη. Ανάμεσά τους, «πολλές κοπέλες, άφθονος φοιτητικός πληθυσμός, ελάχιστοι οικογενειάρχες και μετρημένοι στα δάχτυλα οι άνω των 40».

Ο πιο δραστήριος ίσως από τους παραπάνω είναι ο aris1, συντάκτης ύλης σε μεγάλη εφημερίδα, που από το 2003 μέχρι σήμερα έχει «απελευθερώσει» κοντά στα 800 βιβλία! Πού;

Στον Εθνικό Κήπο -ένα μέρος με άπειρες κρυψώνες- στο άγαλμα του Μακρυγιάννη στην Αρεοπαγίτου, σε θέατρα, κινηματογράφους και φεστιβάλ, σε παγκάκια, σε πυροσβεστικές φωλιές, σε καφετέριες όπως το «Τοy cafe» πίσω από την Παλαιά Βουλή ή στην «Καφεΐνα» της οδού Κιάφας και το «Ethnique» κοντά στην πλατεία Νέας Σμύρνης, δυο στέκια ενταγμένα στην «επίσημη ζώνη bookcrossing» μιας και οι ιδιοκτήτες τους διέθεσαν από ένα μικρό χώρο στα μέλη της ομάδας για ν' αφήνουν και να βρίσκουν βιβλία σε τακτά διαστήματα.

Μια παρέα πολυεθνική

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, «δεν είμαστε καμιά... κουλτουριασμένη λέσχη» διευκρινίζει ο aris1 στην ιστοσελίδα του. "Ταξιδεύουμε" βιβλία, κάνουμε παρέα, πάμε σινεμά, για ποτό, άμα λάχει ρίχνουμε και κανένα χορό. Πολλοί από μας δοκιμάζουν να γράψουν κι οι ίδιοι, άλλοι μοιράζονται τα κείμενά τους στο Ιντερνετ, άλλοι τα... εκμυστηρεύονται σε φίλους, άλλοι τα κρατούν για τον εαυτό τους, και μερικοί έχουν την τύχη να τα δημοσιεύσουν. Ομως, το βασικό μας χαρακτηριστικό είναι ότι διαβάζουμε. Μοιραζόμαστε τις απόψεις μας και θέλουμε να κάνουμε κι άλλους να διαβάζουν. Σε μια Ελλάδα όπου το 43,5% δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο το χρόνο, δεν είναι αυτό έστω και λίγο ενθαρρυντικό;»

Οπως τα σεμινάρια λογοτεχνικής γραφής που πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια σαν μανιτάρια, όπως οι λέσχες ανάγνωσης που δημιουργήθηκαν έπειτα από την σχετική καμπάνια του ΕΚΕΒΙ, έτσι και το bookcrossing έρχεται με τον τρόπο του να υπενθυμίσει την ανάγκη κάποιων ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα να ενταχθούν σε μια ομάδα, κι αντί να μένουν κλεισμένοι στο καβούκι τους, να εκτίθενται και να επικοινωνούν.

Σήμερα, η Δάφνη ξέρει ότι αν αποφασίσει να εκδράμει στη Λάρισα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα ή την Κρήτη, όλο και κάποιος bookcrosser θα βρεθεί να την υποδεχτεί. Μέσα σε μια τριετία, άλλωστε, γνώρισε από κοντά βιβλιόφιλους ταξιδιώτες από την Αμερική, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Αγγλία και την Ολλανδία, αλλά και συγγραφείς που συμμετείχαν στα συνέδρια -από τον Θόδωρο Γρηγοριάδη, την Ερση Σωτηροπούλου και τον Χρήστο Χρυσόπουλο ώς τον Αλέξη Σταμάτη, τη Σώτη Τριανταφύλλου και τον Νίκο Πλατή.

Η εγγραφή στο bοokcrossing.com είναι δωρεάν: Δίνει κανείς ένα passeword και το e-mail του (το οποίο στη συνέχεια δεν εμφανίζεται ποτέ και πουθενά) και εμφανίζεται στην ιστοσελίδα με το ψευδώνυμο που έχει επιλέξει. Τα σχόλια που συγκροτούν το «ημερολόγιο καταστρώματος» του κάθε τίτλου δεν είναι απαραίτητο να γράφονται στ' αγγλικά, τα ελληνικά φτάνουν και περισσεύουν. Στο ηλεκτρονικό ράφι που διαθέτει ο κάθε brookcrosser υπάρχουν ξεχωριστές θέσεις για τα βιβλία που επιθυμεί να διαβάσει, να χαρίσει ή ν' ανταλλάξει. Και την τελευταία Κυριακή κάθε μήνα, σ' ένα κεντρικό καφέ της πόλης, δίνουν όλοι τους ραντεβού για να τα πουν από κοντά και να προχωρήσουν σε μαζικές «απελευθερώσεις». Αλλος για το κλαμπ;


7 - 01/06/2008

http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,id=55607288

http://www.bookcrossing.com/forum/28/
http://www.bookcrossing.com/