Σάββατο, Ιουλίου 05, 2008

...............


Απελευθέρωσα το ένα χέρι και προσπάθησα να τον αρπάξω αλλά δεν τα κατάφερα. Με πέταξε στη σκηνή και πήρε το κουτί. Η φωνή σώπασε. Το φως έσβησε. Ο Στέφανος δεν είχε φύγει. Ήταν ακόμα εκεί. Τον ένοιωθα.

Φως. Έκλεισα τα μάτια και σκεφτόμουν φως. Τα άνοιξα και τον είδα. Μια φιγούρα μέσα στο φως. Με κοίταζε καθώς με πλησίαζε. Ο Στέφανος με πλησίασε και με τράβηξε προς το μέρος του. Κοίταζα το φως. Έμοιαζε με άγγελο. Το φως δυνάμωνε ολοένα και πιο πολύ. Έκλεισα τα μάτια ξανά καθώς ο Στέφανος με τράβαγε κοντά του.

Όταν τα άνοιξα βρισκόμουν στο σπίτι του Λημνιού. Ο Χρήστος βρισκόταν από πάνω μου και με ταρακουνούσε φοβισμένος.

Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2008

Όταν κοιμηθούν όλοι... θα έρθεις να παίξουμε;


Ένας έρωτας ζωσμένος με εκρηκτικά σερνόταν ανάμεσα στις καρέκλες της πλατείας. Ο Λημνιός ρύθμιζε τα φώτα. Χαμήλωσε τη μουσική και άφησε έναν προβολέα μόνο. Ημίφως. Κάθισα στην καρέκλα και έκλεισα τα μάτια. Άκουγα τη μουσική και προσπαθούσα να αυτοσυγκεντρωθώ.

Κάποιος μου έκλεισε τα μάτια με ένα μαντίλι. O Λημνιός είχε όρεξη για παιχνίδι. Δεν μίλησα. Η μουσική άρχισε να δυναμώνει. Ένοιωσα τα χέρια του στο λαιμό μου και μία φωνή να μου ψιθυρίζει.

- Θέλεις να παίξουμε;… Αν πω «μπαμ», αλήθεια, πόσο γρήγορα μπορείς να τρέξεις;

Το χέρι του, που χάιδευε το πρόσωπό μου, σημάδεψε τον κρόταφό μου.

- Μπορείς να με βρεις μέσα στο σκοτάδι; Αν απλώσεις το χέρι σου, θα με πιάσεις; Θα με κρατήσεις; Σςςςς…. Άκου. «Δώσει ημίν, τούτον τον ξένον.» Τους βλέπεις, που περνούν με τα κεφάλια σκυφτά; Να σου πω ένα μυστικό; Δεν ήλθαν για μέσα. Εσένα ζητούν.
Εσένα. Είναι οι εφιάλτες σου και είμαι τροχονόμος απόψε. Ποιος έχει προτεραιότητα; Θες να κάνουμε το μαύρο μια φωτεινή πασχαλίτσα; Θες να ανοίξω το κουτί που ‘χω κλείσει τη φωνή σου;

Άφησε ένα κουτί στα χέρια μου. Ένα μικρό, ξύλινο, σκαλιστό κουτί. Το άνοιξα και ακούστηκε μια κραυγή. Το έκλεισα τρομαγμένη. Το έκλεισα αμέσως. Έβγαλα το μαντίλι από το πρόσωπό μου αλλά ήταν σκοτάδι. Πέταξα το κουτί στο πάτωμα. Η φωνή άρχισε να ουρλιάζει ξανά και ένα φως να ανάβει γύρω της. Το έβλεπα ανοιχτό σε μια γωνιά της σκηνής.

Σηκώθηκα από την καρέκλα να το κλείσω πάλι. Τα αυτιά μου πονούσαν από την κραυγή που έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ. Έβαλα τα χέρια στα αυτιά μου. Κάποιος πίσω μου, μου τα έπιασε και με ανάγκασε να γονατίσω στη σκηνή. Για μια στιγμή γύρισα και είδα το πρόσωπο του Στέφανου. Δεν μπορούσα να φωνάξω μα η φωνή στο κουτί δυνάμωνε, μαζί με το φως που την περικύκλωνε.

Ο Στέφανος με ταρακούναγε και εγώ δεν μπορούσα να ξεφύγω.

Σςςςς.......


Προσπάθησα να απελευθερωθώ από τα χέρια του μα δεν με άφηνε και ο πανικός μου μεγάλωνε. Με τράβηξε μέσα στο σπίτι και έκλεισε την μπαλκονόπορτα. Έχανα τον έλεγχο. Έχανα εμένα και αν συνέχιζα έτσι θα έχανα και το μωρό. Δεν μπορούσα να τα πω όλα αυτά στον Χρήστο. Δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Πήγα στο δωμάτιο. Ο χρόνος σταμάτησε. Δεν ξέρω πόσην ώρα ήμουν εκεί αλλά είδα τον Αιμίλιο να μπαίνει. Ήμουν σε παράκρουση. Ήταν πλέον επίσημο.

Με πλησίασε και με αγκάλιασε και άρχισε να με χαϊδεύει στην πλάτη. Ήταν εκεί μαζί μου. Εκείνη τη στιγμή. Κατάφερε να με ηρεμήσει, μου σκούπισε τα μάτια και μου είπε

- Δεν ήταν η πρώτη φορά, έτσι δεν είναι;

Έγνεψα αρνητικά. Δεν είπε τίποτα. Με βοήθησε να σηκωθώ και

πήγαμε στο σαλόνι. Εκεί μας περίμενε ανήσυχος και φοβισμένος ο Χρήστος. Ο Αιμίλιος μας άφησε και πήγε στην κουζίνα ενώ ένοιωθα ότι μας παρακολουθούσε. Δεν μιλούσαμε. Ο Αιμίλιος επέστρεψε με ένα ποτήρι χυμό και ένα παγωτό. Μου έδωσε το χυμό και όταν τον άφησα στο τραπεζάκι, τον πήρε και μου τον πρόσφερε πάλι.

- Σου χρειάζεται, μου είπε.

Τον ήπια με το ζόρι. Κάθισε στον καναπέ και ξάπλωσα στα πόδια

του. Ο Χρήστος ήταν ακόμα ανήσυχος. Τα μάτια μου βάραιναν. Αποκοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω.

Πέμπτη, Ιουλίου 03, 2008

Όταν σωπαίνεις... κάποιος πονά


Όταν ξύπνησα είχε νυχτώσει και ο Αιμίλιος είχε φύγει. Σηκώθηκα και ακολούθησα το φως στο διάδρομο. Ο Χρήστος ήταν στο δωμάτιό του και προσπαθούσε να αλλάξει τον επίδεσμο στο χέρι του. Δεν τα κατάφερνε και προσπαθούσε ξανά και ξανά. Τον πλησίασα και τον βοήθησα να το φτιάξει.

- Δεν μπορούσε να μείνει περισσότερο o Αιμίλιος. Έπρεπε να

φύγει, μου είπε δίχως να με κοιτά στα μάτια.

- Καλά έκανε, απάντησα και προχώρησα προς το σαλόνι.

Είχα αφήσει το κινητό μου στο τραπεζάκι. Το ενεργοποίησα και

Τηλεφώνησα στον παραγωγό της παράστασης.

- Καλησπέρα. Είμαι η Άννα. Ο Στέφανος να φύγει από την

παράσταση. Κανόνισέ το… Δεν με νοιάζει, αν σε λίγες μέρες έχουμε πρεμιέρα. Καλύτερα να κατέβει η παράσταση παρά να ανέβει με αυτόν… Σου έδωσα το έργο, σου έδωσα τα χρήματα. Τακτοποίησε και αυτό το ζήτημα… Αν τον δω στην επόμενη πρόβα, θα ξεκινήσετε να μιλάτε με τον δικηγόρο μου… Θα χαρώ να δω ότι η επένδυσή μου απέβη κερδοφόρα πριν καν ανέβει η παράσταση.

Ο Λημνιός δεν μιλούσε. Έκλεισα το κινητό και το

απενεργοποίησα. Πήρα το πακέτο με τα τσιγάρα του και τον αναπτήρα και βγήκα στο μπαλκόνι.

- Ιουλιέτα, τη θυμάσαι την σκηνή του μπαλκονιού. Μην αρχίσεις

τους αυτοσχεδιασμούς. Πετάγομαι να πάρω τσιγάρα και έρχομαι.

- … «ήταν τα τελευταία του λόγια, εγγόνα μου. Τον ξαναείδα

όταν το στερνοπούλι μας έπαιρνε την απαλλαγή του από το στρατό, στα 53 του.». Θες να πας να δώσεις αναφορά. Μην καρφώνεσαι, απάντησα.

- Παρήγγειλε ό,τι αγαπάς και να με περιμένεις στο μπαλκόνι

γιατί θα έλθω για σε.

- … Και αυτό είναι απειλή.

Ο Λημνιός βγήκε και έμεινα μόνη μέσα στο σκοτάδι και την

ησυχία. Το κεφάλι μου πονούσε. Δεν ήθελα να δω το πρόσωπό μου τώρα. Θυμήθηκα τον Στέφανο. Άρχισα να φοβάμαι και πάλι. Οπισθοχώρησα και κάθισα στο πάτωμα. Ένα βουητό με περικύκλωνε ολοένα και πιο δυνατό. Ο πονοκέφαλος ήταν φρικτός. Θυμόμουν τον Στέφανο. Έκλεισα τα μάτια και προσπαθούσα να σκεφτώ κάτι άλλο. Τις διακοπές με τον Αιμίλιο, την πρώτη μας βόλτα, την καρδιά του μωρού αλλά ο Στέφανος με προλάβαινε πάντα με άρπαζε και με πέταγε στο πεζοδρόμιο. Άρχισα να κλαίω με τα χέρια στα αυτιά μου για να μην τους ακούω. Να μην ακούω τα λόγια του Στέφανου, το ότι το ξέρανε και δεν κάνανε τίποτα για να μην ξανασυμβεί. Ένα εφιαλτικό καλειδοσκόπιο με κατάπιε. Ένοιωσα ένα ζευγάρι χέρια να με τραντάζουν και να με σηκώνουν από το πάτωμα. Ούρλιαξα. Άνοιξα τα μάτια. Ήταν ο Χρήστος. Είχε ανάψει όλα τα φώτα και προσπαθούσε να με ηρεμήσει.

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΡΟΥΣΤΩΝ-ΑΡΤΑ (25-31/7/2008)

Μια κατασκήνωση γεμάτη ήχους και ρυθμούς!To διεθνές φεστιβάλ κρουστών CROUSSIS του Νίκου Τουλιάτου που ξεκίνησε την πορεία του πριν πολλά χρόνια με αποκορύφωμα το 10ήμερο φεστιβάλ στο θέατρο Πέτρας το 2003 μετακομίζει από το 2008 στο Κομμένο της Άρτας. Ξεκινάει έτσι ένας καινούργιος εκπαιδευτικός πολιτιστικός θεσμός που στόχο έχει την ανάπτυξη της επικοινωνίας, της δημιουργικής δράσης των καλεσμένων και των νέων της κοινότητας.Η διεθνής αυτή εκπαιδευτική γιορτή των κρουστών επί 7 μέρες θα απλωθεί σε διαφορετικούς χώρους της κοινότητας και της γύρω περιοχής από τη πλατεία του χωριού, τη κατασκήνωση, τις όχθες και το δέλτα του ποταμού Άραχθου στον Αμβρακικό κόλπο, με συναυλίες, εκθέσεις, μαθήματα, σεμινάρια, ημερίδες, εργαστήρια, συναντήσεις, jam sessions, δρώμενα κλπ.Θα συναντηθούν μουσικοί κρουστών από διαφορετικά είδη μουσικής, θα διδάξουν, θα παίξουν, θα επικοινωνήσουν, θα γνωριστούν, θα ανταλλάξουν απόψεις, θα μοιραστούν εμπειρίες και δράσεις, θα δημιουργήσουν, θα ανοίξουν νέους δρόμους. Και όλα αυτά στο ιδιαίτερα φιλόξενο περιβάλλον της κοινότητας και των υπέροχων κατοίκων της, που θα φροντίσουν τα πάντα για να βρούνε οι καλεσμένοι και το κοινό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες να δράσουν και να δημιουργήσουν.Μια βδομάδα πολιτιστικού εκπαιδευτικού τουρισμού με εκδρομές, με παράλληλες δράσεις, και ουσιαστική επικοινωνία. Μια κατασκήνωση γεμάτη ήχους και ρυθμούς γεμάτη μουσική από όλο τον κόσμο. Πάρτε τις σκηνές σας, το κρουστό σας, εάν έχετε, και πάνω απ' όλα την καλή σας διάθεση και ελάτε να επικοινωνήσετε με ρυθμούς μουσικής και εναλλακτικού τρόπου ζωής!

πρόγραμμα του festival

http://www.percussioncamp.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=80

ιστοσελίδα

http://www.percussioncamp.gr/

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

Αλήθεια στο έχω πει ποτέ ότι παραμιλάς στον ύπνο σου;




Αισθάνομαι όμορφη, όταν κοιμάμαι στην αγκαλιά σου.

Κατεβαίνω τις βρώμικες σκάλες



και παίρνω τους δρόμους.



Νοιώθω την ανάσα σου στο λαιμό μου.



Τις σκιές των ανθρώπων που βιάζονται.



Τις μέρες που δεν θα προλάβουμε.


Σφίγγω τα λουλούδια σου στην αγκαλιά μου


καθώς σε παρακολουθώ να ξεριζώνεις τα φτερά σου


και ξαφνικά νοιώθω τόσο μόνη, χαμένη στο άσπρο της νύχτας.


Κράτα με. Μέχρι να αποκοιμηθώ για τα καλά. Λίγο ακόμα. Και έπειτα φύγε. Πριν ξυπνήσω και αρχίσω να σε λερώνω με λέξεις.

Ένα τσιγάρο ακόμα και έρχομαι. στο υπόσχομαι...



Ξάπλωσα και κοίταζα τον Χρήστο, που προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από την οθόνη.

- Θέλεις να σου φτιάξω καφέ; Πρότεινε ο Αιμίλιος

- Μήπως υπάρχει και τίποτε άλλο που θα έπρεπε να μάθω; Τον

Ρώτησα δίχως να τον κοιτώ.

Πήρα το πακέτο του Χρήστου και άναψα τσιγάρο. Ο Λημνιός με κοίταξε, σηκώθηκε και επέστρεψε με ένα παυσίπονο και ένα ποτήρι νερό.

- Για ποιον ήρθες σήμερα Αιμίλιε εδώ; Για μένα; Για την Μαρία;

Για τον Στέφανο; Γιατί; Για να δεις αν θα πάω στην αστυνομία; Αν θα γίνει σκάνδαλο; Τι θέλεις από μένα Αιμίλιε; Ό,τι και αν γίνει από εδώ και εμπρός δεν σας αφορά. Πρέπει να φύγω. Θέλω να πάω σπίτι μου. Δόξα το Θεό είναι μικρό. Δεν χωρούν τα ψέματα που χωρούν εδώ.

Σηκώθηκα αλλά ο Χρήστος με έπιασε και με έβαλε πάλι στον

Καναπέ και κάθισε απέναντί μου, πάνω στο τραπεζάκι.

- Δεν έχεις να πας πουθενά. Όχι ακόμα. Μόλις ξεκουραστείς και

νοιώσεις καλύτερα θα σε πάω σπίτι.

- Δεν σας εμπιστεύομαι πια. Κανέναν σας. Το κεφάλι μου νομίζω

πως θα σπάσει.

Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό του Αιμίλιου.

Γύρισα και τον κοίταξα. Ο ήχος της κλήσεις ήταν της Μαρίας.

- Βιάζεται να μάθει τα νέα για τον αδερφούλη; Βρε δεν πάτε στο

διάολο όλοι! Είπα. Σηκώθηκα και πήγα στο υπνοδωμάτιο να πάρω τα πράγματά μου και να φύγω αλλά καθώς έμπαινα στο δωμάτιο ζαλίστηκα και αρπάχτηκα από την καρέκλα για να μην πέσω. Έχασα όμως την ισορροπία μου και έπεσα μαζί με την καρέκλα στο πάτωμα. Βούλιαξα στο πάτωμα σαν να ήταν μια σκοτεινή θάλασσα και ο πόνος έγινε ένα γλυκό μούδιασμα.

Ο Χρήστος και ο Αιμίλιος τσακίστηκαν να έρθουν. ήθελα να

Γελάσω, ήθελα να φύγω από εκεί. Σκόρπιζα σαν τον υδράργυρο που δραπετεύει από ένα σπασμένο θερμόμετρο.

Κάτω από το κρεβάτι μου φάνηκε ότι είδα ένα σπασμένο φτερό. Και τότε κατάλαβα. Σκίστηκε για λίγο ο χρόνος και πέρασα ανάμεσα.

Ο Αιμίλιος με γύρισε και μου μιλούσε.

Δεν ήθελα να τον δω. Δεν ήθελα να του μιλήσω. Γιατί δεν με αφήνει στην ησυχία μου; Αν απλώσω το χέρι θα σε φτάσω;

Με σήκωσε από το πάτωμα και με έβαλε στο κρεβάτι. Του έκανα νόημα ότι είμαι κουρασμένη και πως ήθελα να κοιμηθώ.


Με σκέπασε και ξάπλωσε δίπλα μου.