Σάββατο, Οκτωβρίου 25, 2008

Καληνύχτα

καλοτάξιδοι όσοι ταξιδεύουν... Μέσα στις ιστορίες ξεχάσαμε τα παραμύθια, καιρός να θυμηθούμε κάτι από τη μαγεία τους, εκεί που όλα είναι δυνατά. Μέχρι το επόμενο παραμύθι λοιπόν, μέχρι το επόμενο όνειρο...

Αλκίνοος Ιωαννίδης - Ήρθε ένας μάγος





Ένα όνειρο και 7 ψέματα μακριά από εκεί που ζουν οι άνθρωποι, αναπνέει ένα παράξενο τσίρκο. Ταξιδεύει τις νύχτες που πέφτουν τα αστέρια, σταματά όταν ένας άγγελος χάνει τα φτερά του και πεζός ακολουθεί αυτήν την συντροφιά ως το τέλος του χρόνου, ως το τέλος των παραμυθιών.


Κανένας δεν ξέρει να πει με βεβαιότητα πόσα χρόνια ταξιδεύει, πού πάει ή αν υπάρχει στα αλήθεια.


Θυμήσου τις φορές που μέσα στην ησυχία και στη μοναξιά, νομίζεις ότι κάτι ακούς και τότε γυρίζεις ξαφνιασμένος για να δεις ότι δεν υπάρχει κανείς, τίποτα. Μόνο εσύ. Και όμως εκείνη την ώρα ένας άγγελος χάνει τα φτερά του και οι ταξιδιώτες σταματούν. Οι μάγοι στήνουν σκηνές στις παρυφές του αθέατου, οι ζογκλέρ παίζουν με τις φωτιές που συνάζουν στα πυροφάνια των ψυχών, οι ξυλοπόδαροι παίζουν με τα κομμένα φτερά με τους ακροβάτες, ενώ οι αρλεκίνοι παίρνουν τον έκπτωτο από το χέρι και τον φέρνουν στην σκηνή με τους πανάρχαιους καθρέφτες. Του δίνουν ένα κέρμα στο χέρι και τον σπρώχνουν ελαφρά να μπει μέσα.


Κανένας δεν ξέρει ποιος τεχνίτης τους έφτιαξε, τι σκεφτόταν και ποια μαγεία φυλάκισε μέσα τους. Οι παράξενοι ταξιδιώτες απλά τους μεταφέρουν μαζί τους, αιώνες τώρα όμοια με πολύτιμο θησαυρό. Όταν κουράζονται, ξαπλώνουν πάνω τους και τότε οι καθρέφτες τους παίρνουν μαζί τους σε μέρη, που δεν υπάρχουν στους χάρτες που ξέρουμε, σε μέρη που δεν έπλασε ο νους ακόμη.


Ο άγγελος μπαίνει πάντα μόνος στη σκοτεινή σκηνή με το παράξενο φως. Κοιτάζει τους καθρέφτες έναν – έναν. Σ’ έναν είναι φυλακισμένα τα χρώματα, σ’ άλλον η μουσική, στον επόμενο οι ιστορίες, στον παρακάτω η ποίηση, καθρέφτες αμέτρητοι και ο άγγελος περνάει μπροστά τους, μοναχικό προσκύνημα, μέχρι να δει τον εαυτό του μέσα σε κάποιον από αυτούς. Σε κάποιους καθρέφτες από όποια μεριά και να σταθεί, η αντανάκλασή του δεν φαίνεται πουθενά, σε άλλους σκιαγραφείται φευγαλέα και έτσι συνεχίζει την πορεία του μπροστά τους, κρατώντας σφιχτά το νόμισμα στο χέρι του, που σε κάθε βήμα βαραίνει ολοένα και περισσότερο.


Μέχρι τη μαγική στιγμή που θα τον διαλέξει ένας για να τον φανερώσει. Τότε το νόμισμα παίρνει φωτιά, αναγνωρίζονται ο άγγελος και το αλλιώτικο και ο ένας τείνει το χέρι στον άλλον. Ο άγγελος περνάει μέσα στον καθρέφτη, αφήνει το φλεγόμενο κέρμα αντί προσφοράς, σφίγγει στο χέρι του το δώρο του καθρέφτη και το τραβάει έξω. Τα φτερά του εκείνη τη στιγμή πετάνε ψηλά στον ουρανό για να πέσουν τρυφερά σαν χάδι, ανάμεσα στους έρωτες των ανθρώπων για μια ψευδαίσθηση ακόμα, μια στιγμιαία επιστροφή στον χαμένο παράδεισο.


Ο αγγελιοφόρος του άυλου τότε αλλάζει μορφή, μετουσιώνεται στο μήνυμα, που ήταν πάντα, γίνεται ένα από όλα αυτά τα πλάσματα του αθέατου τσίρκου και χάνεται για πάντα μαζί τους στο αέναο ταξίδι τους.

Πώς το ξέρω; Των αρχαγγέλων πριν πολλά πολλά χρόνια έχασα τα δικά μου φτερά. Τότε με διάλεξε ένας από όλους αυτούς τους παράξενους καθρέφτες και χάθηκα μαζί τους ως το τέλος του χρόνου, το τέλος των παραμυθιών.


Καλημέρα.

Πάτωμα Τάνια Τσανακλίδου


Ο ήλιος τρύπωνε στο δωμάτιο ανάμεσα από τα κενά των παραθυρόφυλλων. Μισάνοιξε τα μάτια και ξαπλωμένη στο κρεβάτι χάζευε τη σκόνη να αιωρείται πάνω στις αχτίδες του σαν να μαχαιρωνόταν η συνήθεια πέφτοντας σε μία λάμα από φως, χωρίς φιλί, δίχως μια στάλα αίμα. Περίμενε. Ούτε ένας αναστεναγμός δεν ξεβράστηκε σε τούτη τη σιωπή. Σηκώθηκε και στάθηκε πίσω τους. Δεν ήξερε τι ώρα ήταν. Εδώ στο νησί, δεν είχε ποτέ σημασία, ούτως ή άλλως. Μερικές γραμμές θάλασσας μόνο και η μυρωδιά της ερωμένης, που όλο απλώνεται και δίνεται, μα κανένας δεν ξέρει τι και ποιον θα αρπάξει ξαφνικά για να τα κρύψει στα σπλάχνα της.
Την αγαπούσε την θάλασσα. Όταν έφευγαν όλοι, εκείνη επέστρεφε. Στο ίδιο πάντα δωμάτιο, τις ίδιες ημερομηνίες, χωρίς κινητά, υπολογιστές και ταυτότητες. Μόνη. Χρόνια τώρα στεκόταν πίσω από αυτό το παραθυρόφυλλο με τα κουρτινόξυλα αποκαθηλωμένα στο πλάι και τις κουρτίνες να σέρνονται στο πάτωμα.
Ακούμπησε το μέτωπο στο μπλε ξύλο και εκείνο οπισθοχώρησε ελαφρά. Μέσα από τη σχισμή είδε τον ήλιο να καθρεφτίζεται στη θάλασσα. Η παραλία έρημη και ένα αεράκι να φυσάει απαλά, να ταξιδεύει την αλμύρα. Άνοιξε τα χέρια και κόλλησε τη γύμνια της πάνω στα παραθυρόφυλλα, πασχίζοντας να κρατήσει τα μάτια ανοιχτά στην αντανάκλαση του ήλιου, που την τύφλωνε. Το κρύο αεράκι έκανε το κορμί της να ανατριχιάσει. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και έριξε όλο το βάρος της στα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα. Να και κάτι λοιπόν που την άντεχε ακόμη, τόσα χρόνια μετά. Χαμογέλασε και έκανε μεταβολή.
Το δωμάτιο ήταν γεμάτο καμβάδες, πινέλα και χρώματα. Κόκκινο, κίτρινο, μπλε, άσπρο και μια στάλα μαύρο να λάμπει το άσπρο περισσότερο. Τοποθέτησε ένα λευκό τελάρο στο καβαλέτο, το μετέφερε δίπλα στα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα και άρχισε να ζωγραφίζει. Χωρίς πληρωμή, δίχως παραγγελία, μόνο για κείνη. Ζωγράφιζε μέχρι να τελειώσουν τα χρώματα, οι καμβάδες, ή ο καημός (ανάλογα ποιό ξοδεύονταν γρηγορότερα) και μετά τα μάζευε και τα έκαιγε όλα μαζί το τελευταίο βράδυ πριν φύγει στην παραλία.
Ζωγράφιζε παθιασμένα λες και πάλευε να φυλακίσει ή ίσως και να απελευθερώσει κάτι αλλά το τελάρο εκείνη τη μέρα δεν την έφτανε. Ξαφνικά το ποτήρι με το νερό που ήταν πάνω στο τραπέζι έπεσε και έσπασε στο πάτωμα. Σταμάτησε και τότε αντίκρυσε το χέρι της να στέκεται μετέωρο στον αέρα με το πινέλο. Τις αχτίνες του ήλιου και την σκόνη να πέφτει πάνω του.
Στάθηκε για μια στιγμή εκεί,ικέτιδα γυμνή στο μαχαίρι του ήλιου που δεν την έκοβε, μα ούτε τη ζέσταινε. Μια στιγμή μόνο και μετά άρχισε να ζωγραφίζει το κορμί της. Απ’ άκρη σ’ άκρη. Όλη του την ιστορία, όλα του τ’ αγγίγματα και όλες του τις θύμησες. Όταν τέλειωσε, σηκώθηκε και στάθηκε ξανά στο παραθυρόφυλλο. Το άνοιξε και βγήκε στο μπαλκόνι. Φυσούσε μα δεν την ένοιαζε. Γύρισε και κοίταξε πίσω. Ο καμβάς της, να μείνει κάτι απ’ το όνειρο. Έκανε μεταβολή και άρπαξε το σεντόνι. Το τύλιξε γύρω της.
Ο ήλιος ορμούσε στο δωμάτιο, η καθρέφτης την παρακολουθούσε καθώς το πετούσε στο πάτωμα και έπεφτε στο κρεβάτι ζωγραφίζοντας με το κορμί της τον δεύτερο καμβά της. Όταν τελείωσε, ανακάθισε και κοίταξε τη θάλασσα. Μια ανάσα βαθιά στο παγωμένο αεράκι. Άρπαξε τα σεντόνια, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς την παραλία με τα πολύχρωμα πέπλα να κρέμονται στα χέρια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και με ένα μακροβούτι χάθηκε στη θάλασσα.

----
Αφιερωμένο στη Ρία που το ξεχώρισε για να το αγαπήσει.


Τάνια Τσανακλίδου: Πάτωμα

Παρασκευή, Οκτωβρίου 24, 2008

*Υπόκλιση*

Solo


Μέρες και νύχτες γυρνούσε στο σπίτι ανήσυχος. Όταν το σπίτι τον έπνιγε αλλά δεν άντεχε τους ανθρώπους ανέβαινε στην ταράτσα να καπνίσει. Βούταγε όποιο πακέτο έβρισκε και ανέβαινε τις σκάλες για βρεθεί ψηλά. Ερασιτέχνης καπνιστής ων, είχε διάφορες μάρκες, άλλες εκείνων που έφυγαν, άλλες γιατί του άρεσαν, άλλες γιατί ήταν φτηνές, άλλες γιατί απλά αυτές αντίκρισε πρώτες τη στιγμή, που ζήταγε τσιγάρα στο περίπτερο. Βαριά, ελαφριά, ακριβά, φτηνά, 100αρια και κανονικά, εκείνη την ώρα δεν είχε σημασία. Έπαιρνε το πακέτο που βρισκόταν πεταμένο πιο κοντά και αθόρυβα χανόταν εκεί που δεν θα τον έψαχνε κανείς.

Το περίεργο ήταν ότι ανάμεσα στα πουλιά ξεχώριζε κοράκια και πάλι. Είχαν χαθεί για μήνες αλλά το τελευταίο διάστημα είχαν επιστρέψει. Καλοθρεμμένα και θρασύτατα. Δεν φοβότανε τον άνθρωπο. Άναβε το πρώτο τσιγάρο και καθόταν και τα κοίταζε. Πάντα όταν ερχόταν τα κοράκια, η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη ξεκινήσει. Όταν συνέβαινε για έναν περίεργο λόγο τα κοράκια εξαφανίζονταν. Έμεναν οι κίσσες, οι δεκοχτούρες και όλα τα υπόλοιπα αλλά κοράκι ούτε για δείγμα.

Κανονικά θα έπρεπε να φοβηθεί αναλογιζόμενος τι είχαν φέρει τα προηγούμενα κοράκια. Όχι αυτή τη φορά όμως. Τέρμα τα άσχημα όνειρα, τέρμα τα άσχημα προαισθήματα, τα κοράκια ήταν εδώ. Φύλακες να διασφαλίσουν ότι δεν θα έχανε τον δρόμο του. Έτσι όπως καθόταν ήρεμος, ακίνητος με το χέρι να ακολουθεί το τσιγάρο, τα κοράκια πλησίαζαν, τον παρακολουθούσαν και μετά χανόταν για να εμφανιστούν κάποια τσιγάρα αργότερα. Ήξερε πια, είχε μάθει να μην τα βάζει με τα κοράκια, ούτε με αυτό που ερχόταν για αυτό καθόταν σε εκείνη την ταράτσα να φανεί καλύτερα. Δε βιαζόταν να έρθει. Εκείνα ήταν τα πιο απολαυστικά τσιγάρα, ανεξαρτήτως μάρκας.

Κοίταξε τον ουρανό ξεφυσώντας τον καπνό. Ένα σφίξιμο στο στήθος, ένα μούδιασμα στο χέρι. Χαμογέλασε και ρούφηξε ηδονικά τον καπνό. Το κοράκι στεκόταν δίπλα του. Όπως όλες τις φορές…




It can't rain all the time

Ήταν μια νύχτα του Αυγούστου στην Αμοργό.

Η τελευταία νύχτα των διακοπών μας.

Το κορίτσι μου κι εγώ αφού τελειώσαμε ένα καραφάκι στο μπαλκόνι,
αισθανθήκαμε ότι ενώ εμείς βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα με τρυφερές αγκαλιές
(καθότι και το ρακόμελο...), εμάς μας έβλεπε η γειτονιά, γι' αυτό και πήγαμε
να συνεχίσουμε στο κρεβάτι μας...

Είχε αρχίσει να ομορφαίνει πολύ η ατμόσφαιρα, όταν εκείνη μου είπε:
-'Δεν έχω διάθεση! Θα 'θελα μόνο να με κρατήσεις για λίγο στην αγκαλιά σου
να μου μιλήσεις γλυκά κι ύστερα να κοιμηθώ'.

-'ΕΕΕΕΕΕ;;;' είπα εγώ 'Τι λες τώρα;'
Και τότε αυτή μου είπε τα λόγια που τρομάζουν ότι θ' ακούσουν όλοι οι άντρες
του πλανήτη, την ώρα που εξωτερικεύουν την ερωτική τους διάθεση:
-'Οι συναισθηματικές μου ανάγκες ως γυναίκα φαίνεται ότι δεν είναι αρκετές
για να ικανοποιήσουν τις φυσικές σου ανάγκες ως άντρα.'
Κι όταν γύρισα και την κοίταξα με δυο τεράστια ερωτηματικά για μάτια,
συνέχισε:
-'Δεν μπορείς να μ' αγαπάς γι' αυτό που είμαι κι όχι γι' αυτό που μπορώ να
κάνω για σένα στο κρεβάτι;'
......Αποφάσισα ότι το μόνο που μου απέμενε ήταν ο ύπνος.
Την επόμενη μέρα πήραμε το καράβι της επιστροφής.
Ομολογώ ότι η ατμόσφαιρα ήταν λίγο βαριά...

Φτάσαμε στο σπίτι και η πρώτη μου δουλειά ήταν να τηλεφωνήσω στο γραφείο για
να εξασφαλίσω άλλες δυο μέρες άδειας...
-'Έτσι για προσαρμογή...', τους είπα.

Ξέρετε πόσο σκληρό είναι να πηγαίνεις κατ' ευθείαν από το νησί στο
γραφείο...
Στην πραγματικότητα όμως δεν πήγα στη δουλειά για ένα έχω λίγο ακόμη χρόνο
να μείνω μαζί της.

Βγήκαμε βόλτα για καφέ, φάγαμε κι ένα υπέροχο μεσημεριανό στο αγαπημένο της
Κινέζικο και μετά πήγαμε για ψώνια στα μαγαζιά.

Μπήκαμε σ' ένα μεγάλο πολυκατάστημα.

Τριγύριζα μαζί της ενώ δοκίμαζε διάφορα πολύ ακριβά φορέματα.

Δεν μπορούσε ν' αποφασίσει ποιο να πάρει.
-Πάρε τα όλα, της είπα και χάρηκε.
Ήθελε καινούρια παπούτσια και της είπα να πάρει ένα ζευγάρι για κάθε φόρεμα
που είχε αγοράσει και ενθουσιάστηκε.
Μετά επήγαμε σ' ένα κοσμηματοπωλείο και πραγματικά συγκινήθηκε μ' ένα
ζευγάρι διαμαντένια σκουλαρίκια.

Συγκινήθηκε ακόμη περισσότερο όταν της είπα να τα πάρει..
Σκέφτηκε προφανώς να με δοκιμάσει γιατί μου ζήτησε και παπούτσια του τένις,
ενώ από τένις δεν έχει ιδέα.

Προφανώς το βλέμμα μου της απάντησε, γιατί γύρισε και μου είπε: -'Εντάξει,
αγάπη μου, εντάξει'.
Καθώς κρατούσε στην αγκαλιά της τα φορέματα, τα παπούτσια και τα
σκουλαρίκια, είχε φουντώσει από χαρά κι ενθουσιασμό και το πρόσωπό της ήταν
γεμάτο χαμόγελο και φλόγα, θαρρείς και κόντευε στην σεξουαλική ολοκλήρωση.
Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε :
-'Νομίζω ότι τελειώσαμε, καρδιά μου. Ας πάμε στο ταμείο... '
Ήμουν εκτός εαυτού, όταν της είπα: 'Όχι, γλυκιά μου, δεν έχω διάθεση.'
Το πρόσωπό της άσπρισε και το στόμα της έμεινε ανοιχτό μ' ένα τεράστιο
'ΤΙΙΙΙΙΙ;;;'
Και τότε είπα:
'Κορίτσι μου, θέλω απλώς να κρατήσεις αυτά τα πράγματα για λίγο.
Οι οικονομικές μου ανάγκες ως άντρα δεν είναι δυνατό να καλύψουν τις
αγοραστικές σου ανάγκες ως γυναίκα'...
......και τη στιγμή που φαινόταν έτοιμη να με σκοτώσει, συμπλήρωσα:
'Γιατί δεν μπορείς να μ' αγαπάς γι' αυτό που είμαι κι όχι για αυτά που μπορώ
να σου αγοράσω;'

(κλεμένο από email που μου στείλανε)

Μεσημέρι...


Ήταν μεσημέρι. Ο ήλιος ήταν εκτυφλωτικός. Είχε τα μάτια ανοιχτά καθώς οι ακτίνες του καρφώνονταν ανελέητα στο κορμί της πάνω σ' εκείνο το βρώμικο πεζοδρόμιο. Παράξενη που είναι, στιγμές σαν αυτή, η σιωπή της πόλης.
Στάθηκε έξω από την πόρτα της τράπεζας ψάχνοντας στην τσάντα της το κινητό της. Ένα κορνάρισμα και ένα ουρλιαχτό την έκαναν να ανασηκώσει το κεφάλι. Ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει λίγα μόλις εκατοστά από ένα παιδί, που στεκόταν στη μέση του δρόμου αποσβολωμένο. Η γυναίκα, που ήταν μαζί του, έτρεξε προς το μέρος του, το πήρε αγκαλιά και απομακρύνθηκαν τρέχοντας την ώρα που ο οδηγός έβριζε χειρονομώντας ακατάπαυστα.
Ένα πουλί πέρασε ξυστά από το πρόσωπό της αφήνοντας πίσω του ένα άσπρο πούπουλο να πέφτει αργά στο πεζοδρόμιο. Δοκίμασε να το πιάσει για γούρι αλλά δεν τα κατάφερε. Κοίταξε κάτω. Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο λάσπες και σκουπίδια. Όχι, δεν θα έσκυβε να το πιάσει. Άνοιξε και πάλι την τσάντα της και συνέχισε να ψάχνει για το κινητό της.
Ένα περιπολικό σταμάτησε μπροστά της. Κάποιος την άρπαξε από πίσω παγιδεύοντάς την με το αριστερό του χέρι. Ένοιωσε το παγωμένο μέταλλο στον δεξί κρόταφό της. Άκουσε μια φωνή στο αυτί της.
- Μην κουνηθείς. Μην πεις λέξη!
Δύο αστυνομικοί βγήκαν από το περιπολικό. Έβγαλαν τα όπλα τους
και τη σημάδεψαν. Οι περαστικοί απομακρύνθηκαν τρέχοντας. Ο άγνωστος την έσφιξε ακόμα περισσότερο πάνω του. Την έσφιγγε τόσο πολύ, που ένοιωθε πως θα της κοπεί η ανάσα αλλά δεν είπε λέξη. Πίεσε το όπλο του στον κρόταφό της τόσο πολύ, που το κεφάλι της έγειρε προς τα αριστερά. Οι αστυνομικοί οπισθοχώρησαν με τα όπλα προτεταμένα.
Φωνές. Δεν άκουγε τι έλεγαν. Δεν καταλάβαινε. Ένα πουλί πέρασε ξυστά μπροστά από τα μάτια του αστυνομικού, που στεκόταν απέναντί της. Είδε ένα μαύρο πούπουλο να πέφτει αργά στο δρόμο. Εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση να το πιάσει. Το πρόσωπό του άρχισε να παραμορφώνεται από τον εκνευρισμό. Το όπλο, που τη σημάδευε, άρχισε να κινείται απειλητικά. Το βλέμμα της διασταυρώθηκε με εκείνο του δεύτερου αστυνομικού, που στεκόταν πιο πίσω, σημαδεύοντάς την και εκείνος με το όπλο του. Δεν χρειαζόταν να πουν λέξη. Μέσα σε εκείνη την ερημιά και την ησυχία τα κατάλαβε όλα.
Ήρθαν και άλλα περιπολικά. Ήρθαν και άλλα όπλα και παρατάχθηκαν σημαδεύοντάς την. Ευτυχώς που δεν άκουγε τις φωνές. Έβλεπε μόνο τα αγριεμένα πρόσωπα, τον έρημο δρόμο. Ένοιωθε το κορμί της να μετακινείται βίαια. Μπρος, πίσω, δεξιά, αριστερά μα πάντα να επιστρέφει στην αρχική του θέση. Μια αναπνοή βίαιη. Μια ανάσα που βρωμούσε.
Τα πουλιά είχαν εξαφανιστεί. Άρχισαν να καταφτάνουν φορτηγάκια με σήματα επάνω. Άνοιξαν τις πόρτες και αυτόχειρες με τα μικρόφωνα στραμμένα πάνω τους, ξεκίνησαν να μιλούν ασταμάτητα μπροστά από τις κάμερες. Το όπλο την πίεζε με δύναμη στο κεφάλι. Απομακρυνόταν και σαν κύμα έσκαγε πάλι πάνω της.
Αν άκουγε, θα μπορούσε να αντιληφθεί τον εκνευρισμό που μεγάλωνε, τις απειλές, το αναπόφευκτο που κατέφθανε καλπάζοντας, προσπερνώντας ολοένα και πιο γρήγορα κόκκινα φανάρια και διαφημιστικά διαλείμματα. Αν άκουγε, θα καταλάβαινε τον πυροβολισμό, που γέμισε το πεζοδρόμιο κόκκινα φανάρια την ώρα που οι τηλεοράσεις εξέπεμπαν διαφημιστικά διαλείμματα.
Ήταν μεσημέρι. Ο ήλιος ήταν εκτυφλωτικός. Είχε τα μάτια ανοιχτά καθώς οι ακτίνες του καρφώνονταν ανελέητα στο κορμί της πάνω σ' εκείνο το βρώμικο πεζοδρόμιο. Παράξενη που είναι, στιγμές σαν αυτή, η σιωπή της πόλης.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2008

Ακρόαση για χορευτές - χορεύτριες από το Κ.Θ.Β.Ε.

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος πραγματοποιεί ακρόαση για χορευτές και χορεύτριες για το δυναμικό του χοροθεάτρου.

Οι ακροάσεις θα γίνουν το Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008 και ώρα 12.00 στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης (Ομήρου 57, Αθήνα) και το Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008, ώρα 12.00 στην αίθουσα δοκιμών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (Εθνικής Αμύνης 2 – 7ο όροφος, Θεσσαλονίκη).

Οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων θα πρέπει να υποβληθούν μαζί με ένα σύντομο βιογραφικό έως τις 28 Νοεμβρίου 2008, στο Γραφείο Παραγωγής του Κ.Θ.Β.Ε. (κ. Ιωάννα Λιάκου) Τηλ: 2310266039 , 2310270398, e-mail: dance@ntng.gr