Τρίτη, Μαΐου 12, 2009

Ιστορία ενός πιάνου III


Έχω μια εμμονή με τα χέρια. Μ’ αυτά ανοίγω δρόμους, μ’ αυτά κυνηγώ τους
Δαίμονές μου, αφηγούμαι τις ιστορίες μου. Μ’ αυτά θυμάμαι να ζω, ξεχνώ να
Αγαπώ. Μ’ αυτά ψηλαφώντας τυφλά γυρίζω σε σένα.
Κάτι μου θύμιζε αυτό το χέρι. Κάτι που δεν πρόλαβα να θυμηθώ καθώς εκείνος μπήκε μέσα σα σίφουνας, με στρίμωξε στον τοίχο, πλησίασε το πρόσωπο μου και κλείνοντας μου το μάτι συνωμοτικά μου ψιθύρισε: «Σςςςς…. Μην πεις λέξη.», πατώντας το κουμπί του ασανσέρ.
Ήμουν και πάλι στο παιχνίδι! Δεν με είχαν καταλάβει ακόμα και ο χρόνος μετρούσε. Του ξέφυγα και άρχισα να μετρώ τα πατώματα, ψάχνοντας στις τσέπες μου. Έβγαλα ένα ταλαιπωρημένο -από την πτώση- πακέτο και τα τσακισμένα τσιγάρα. Απογοήτευση. Πού στην ευχή θα αγόραζα τσιγάρα χωρίς να ανατινάξω κάτι;
Στηρίχτηκα με την πλάτη στο ασανσέρ και έκλεισα τα μάτια. Τι δουλειά είχα εγώ εκεί; Το έσκαγα μέσα στη νύχτα σε μια άγνωστη χώρα, ανάμεσα σε λέξεις, που δεν καταλάβαινα. Το έσκαγα όπως πάντα. Το μόνο που είχα μάθει. Το μόνο που είχε μείνει από μένα. Η φυγή. Θηλιά στο λαιμό. Ακόμα ένα στοίχημα… το τελευταίο…. Μέχρι να έρθει το επόμενο… όπως πάντα.
Οι παλάμες μου άρχισαν να ιδρώνουν, ενώ ένοιωθα τα μηνίγγια μου να χτυπούν δυνατά. Πανικοβλήθηκα. Πίσω… Να προλάβω να γυρίσω πίσω, πριν με πιάσει κρίση πανικού. Με το δεξί χέρι πάνω στην καρδιά και το αριστερό στην κοιλιά μου σκεφτόμουν «εισπνοή… εκπνοή…» λυγίζοντας τα γόνατα.
Μια φωνή έσκισε τη βουή, ένα νανούρισμα με αγκάλιασε. Ήμουν σπίτι. Ξανά. Για λίγο. Μέχρι να σταματήσει το ασανσέρ. Μέχρι να σταματήσει η γη να γυρίζει. Αν σπίτι είναι εκεί που αναπαύεται η ψυχή σου τότε γιια όσο κράτησε αυτό το τραγούδι ένοιωσα πως έφτανα επιτέλους σπίτι. Μα το μόνο σπίτι, που γνώρισα ήταν ο χρόνος, σκληρός, γενναιόδωρος, σαν εμένα. Και εγώ ήμουν απλά στο πάτωμα.
Ένοιωσα το ασανσέρ να σταματά. Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμασταν στο υπόγειο pαrking. Εκείνος βγήκε από το ασανσέρ και απομακρύνθηκε βιαστικά. Το ασανσέρ έκλεισε πίσω του και εγώ στεκόμουν εκεί, μετέωρη στη ρωγμή του χρόνου. Σηκώθηκα. Βρισκόμουν στην άκρη του γκρεμού με τα χέρια τεντωμένα ακούγοντας μια φωνή να μου ψιθυρίζει σε όλους τους τόνους «Πέφτεις;… Πέφτεις,… Πέφτεις!!!...» Πάτησα το κουμπί να βγω έξω. «Πέφτω!» Μουρμούρισα «Αν μπορείς πιασε με!» και βγήκα έξω.
Ένα μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μου. Ο οδηγός κατέβασε το παράθυρο: «Έρχεσαι;» «Έρχομαι.»
Ο χρόνος, που δεν μας ανήκει ποτέ. Δανεικός είναι από εκείνους που μας επιλέγουν. Μέχρι τη στιγμή που θα τον πάρουν και να φύγουν.
Μπήκα στο αυτοκίνητο και σωριάστηκα στο κάθισμα.
- Και τώρα; Τι θα κάνουμε;
Με πλησίασε και κλείνοντας μου το μάτι μου ψιθύρισε
- Μην κλείσεις τα μάτια. Όχι απόψε. Όχι πριν ξημερώσει.
Έβαλε όπισθεν και χαθήκαμε. Κανένα στοίχημα απόψε. Μόνο χρόνος. Όσος
περίσσεψε. Μέχρι να ξημερώσει.






Δευτέρα, Μαΐου 11, 2009

Ιστορία ενός Πιάνου ΙΙ

Μια παρέα με κοίταζε γελώντας. Είχα σπάσει κάθε ρεκόρ καθυστερημένης απόδρασης. Μια τεράστια γλάστρα είχε σπάσει στο πάτωμα γεμίζοντας χώματα και σπασμένα κλαδιά τα πάντα. Τα φωτάκια, που ήταν απλωμένα στο κακόμοιρο δέντρο τρεμόσβησαν για λίγο ακόμα και έσβησαν. Συνειδητοποίησα ότι μες στην αμηχανία μου είχα αρχίσει και ξήλωνα την καμένη μπλούζα μου παίζοντας με το δάχτυλο στις καμένες άκρες. Ο μίτος μου όμως είχε αρχίσει την διαδικασία των μιτώσεων και εγώ έδινα μία ακόμα διάσταση στο μεταμοντέρνο «γδύνεσθαι».
Ο πιο τολμηρός της παρέας με πλησίασε προσπαθώντας επίπονα να συγκρατήσει τα γέλια του, δοκιμάζοντας όλες τις μεθόδους αυτοπειθαρχίας όπου η γαλλική κουλτούρα και η καθολική διαπαιδαγώγηση επέβαλαν. Για να γίνει ακόμα χειρότερο άρχισε να με πυροβολεί με ριπές γαλλικών. Υπέροχα! Οι εφιάλτες του γυμνασίου επέστρεψαν! Βρίζοντας από μέσα μου, προσπαθούσα να καταλάβω τι μου έλεγε. Τι εννοούσε όταν έλεγε ότι με είχαν περάσει για μια τρελή φαν, που κέρδισε σε ένα διαγωνισμό και τον κυνηγούσε όλο το απόγευμα; και ότι εκείνος είχε κρυφτεί πίσω από τις πρασινάδες για να της ξεφύγει ενώ εκείνοι στοιχημάτιζαν πόσην ώρα θα κατάφερνε να σταθεί πριν πέσει και η μικρή τον ανακαλύψει πάλι. Το αιθιοπικό μου λεξιλόγιο εξαντλήθηκε και αμέσως μετά εξέπνευσε πριν προλάβει να μου διηγηθεί ολόκληρη την ιστορία.
Εγώ; Μικρή; Είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι. Γέλασα καθώς είδα την παρέα να γυρνά και να γελά με μια πιτσιρίκα, που έτρεχε πίσω από έναν ψηλό μαυροντυμένο άντρα ξεσκονίζοντας τον. Ανάσανα με ανακούφιση καθώς φαινόταν πως εκείνος περνούσε ακόμα πιο δύσκολες ώρες. Όλος ο κόσμος είχε μαζευτεί και παρακολουθούσε την μικρή. Κοίταξα το ρολόι. Η τελευταία μου ευκαιρία για την απόδραση. Αν δεν κατάφερνα να το σκάσω μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά χωρίς να με αντιληφθούν θα έκανα την παρουσίαση της επομένης φορώντας το πιο γελοίο καπέλο που φτιάχτηκε ποτέ.
Επέστρεψα στην αίθουσα όπου ο κόσμος γελούσε και αθόρυβα κατευθύνθηκα στην έξοδο. Με μία γκριμάτσα απόγνωσης προσπέρασα το προσωπικό και κατευθύνθηκα στο ασανσέρ. Χώθηκα γρήγορα μέσα αναδιπλώνοντας τους μέσους πάνω στους δείκτες ελπίζοντας ότι θα προλάβαινα. Με τα χέρια υψωμένα σε μια παγανιστική ικεσία κοίταξα τους ορόφους. «Υπόγειο» αποφάσισα καθώς ήμουν σίγουρη ότι κάποιος με περίμενε ήδη στην είσοδο για να με κάνει τσακωτή. Πάτησα γρήγορα το κουμπί και σκεφτόμενη την επερχόμενη νίκη άρχισα να πανηγυρίζω στο ασανσέρ την ώρα που έκλεινε η πόρτα.
Λίγο πριν κλείσει οριστικά ένα χέρι χώθηκε ανάμεσα και η πόρτα άρχισε να ανοίγει και πάλι. Κοπήκανε τα πόδια μου καθώς με φανταζόμουν να μιλώ στους σύνεδρους με το καπέλο, που δεν τα κατάφερε για την πρόκριση στις ιπποδρομίες τους Άσκοτ. Τουλάχιστον τα αυτιά γαιδάρου δεν φαίνονται και πολύ μέσα στο ημίφως, όχι αν γυρίσω του τούλι πάνω τους.

Ιστορία ενός πιάνου Ι

Έχει ένα παράξενο αέρα τούτο το απόγευμα. Μ’ ανατριχιάζει καθώς μ’ αρπάζει και εγώ ανήμπορη παίρνω τους δρόμους. Μέρες τώρα προσπαθώ να μαζέψω τις αδέσποτες σκέψεις μου κάτω από μαξιλάρια, σταχτοδοχεία, χρωματιστές μύτες μαρκαδόρων και αμέτρητες κόλλες λευκές. Μα εκείνες, αλήτικες και λάγνες, μου βγάζουν τη γλώσσα κοροϊδευτικά καθώς παίζουν στην σκιά σου, μπερδεύονται στα πόδια σου, χορεύουν στην μουσική των βημάτων, της ανάσας, των δρόμων που ανοίγεις και εγώ ζωγραφίζω τόσα χιλιόμετρα, λέξεις, μουσικές και σιωπές μακριά.

Ένα μαύρο πιάνο με ουρά όλη σου η ζωή και η μουσική σου σκορπισμένη σε πεντάγραμμα. Σε θυμάμαι να κοιμάσαι γαλήνιος και εγώ να γράφω στο πιάνο, πάνω στα πεντάγραμμα, να προλάβω το φως που γλιστρούσε ανάμεσα στα δάκτυλα μου, να ζωγραφίσω ακόμα 1 ψευδαίσθηση, ακόμα ένα παραμύθι. Έγραφα για ανθρώπους, σκιές, αγγίγματα που μας προσπέρασαν και ανάσες που περιμένουμε να έρθουν. Ερασιτέχνης της ζωής είμαι, πώς αλλιώς να αγαπήσω;

Διάβαζα τις νότες σου, τις μελωδίες, τα βήματα σου στις ζωές των αγνώστων που συναντάς. Άνοιξα το πιάνο. Μπήκα στον πειρασμό να παίξω. Έκλεισα τα μάτια και άγγιξα τα πλήκτρα. Σ’ άκουσα να παραμιλάς στον ύπνο σου. Ακόμα μια ιστορία ανάμεσα στις νότες και το πεντάγραμμο γέμισε παύσεις. Σηκώθηκα και άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και το καλύτερό σου ποτήρι. Η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι μικρές πολυτέλειες που αφήνουμε στον εαυτό μας. Η τέχνη της ζωής ήταν πάντα να ξέρεις να ξεχωρίζεις και να επιλέγεις τις πολυτέλειες σου. Και για τους λίγους, τους αγαπημένους των Μουσών, να ξέρουν πότε και πώς να φεύγουν.

Αλλάζει άραγε η ιστορία από τον τρόπο που επιλέγεις να την θυμάσαι, από τον τρόπο που αγαπάς να την αφηγείσαι; Αλλάζουν οι άνθρωποι από τον τρόπο που επιλέγεις να τους ζεις;


Πάντα έβρισκα φρικτά τα μέρη που συναγελάζονται τα επώνυμα των ανθρώπων. Ο γονιδιακός σνομπισμός μου σε συνδυασμό με την διακριτική αγοραφοβία μου ανακάλυπταν πάντα μια οριακά πιστευτή δικαιολογία για να ξεγλιστρώ από γνωστούς και αγνώστους. Δεν ήταν η πρώτη φορά λοιπόν, που μου την είχαν στημένη για να με πάρουν σηκωτή για ακόμα ένα πάρτι. Είχαν ήδη στοιχηματίσει σχετικά με το πόσα δευτερόλεπτα θα τους έπαιρνε να το καταλάβουν ότι έχω εξαφανιστεί.

Φτάνοντας στην είσοδο νόμισα πως άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Γύρισα το κεφάλι μου μα δεν ήταν κανείς. Οι γνωστοί μου νόμισαν ότι ήδη έλεγχα τις εξόδους κινδύνου και με άρπαξαν και μπήκαμε όλοι μαζί στο ξενοδοχείο. Στριμωχτήκαμε στο χλιδατα κιτς ασανσέρ και κατευθυνθήκαμε στον τελευταίο όροφο. Το καλό με τα επώνυμα είναι ότι όλοι έχουν από ένα αλλά εκείνα των μικρών ανθρώπων παρκάρουν πάντα πιο εύκολα. Η βαρετή δουλειά μου την μέρα και ένα ψευδώνυμο τις νύχτες, προστάτευαν καλά την αδιαφορία προς το πρόσωπό μου.

Κρύφτηκα πίσω από ένα ποτήρι σαμπάνιας και βγήκα στη βεράντα. Σίγουροι πως δεν μπορούσα να το σκάσω από εκεί, με άφησαν στην ησυχία μου. Το Παρίσι τη νύχτα είναι υπέροχο. Άνοιξα την τσάντα μου και άναψα τσιγάρο. Όπως η νύχτα αγαπά τις μεγαλουπόλεις και κρύβει την ασχήμια τους, με τον ίδιο τρόπο ο καπνός αγαπά τους ανθρώπους. Έριξα μια ματιά στις ετερόφωτες σκιές ξεφυσώντας τον καπνό και γύρισα στην πόλη που απλώνονταν στα πόδια μου. Προσπάθησα να θυμηθώ πόσες φορές ανέβαλα το ταξίδι στην πόλη μου.

Από μικρή είχα τη διαίσθηση πως αυτή η πόλη είναι το πεπρωμένο μου. Πώς να κρύψεις τη γύμνια σου στα σταυροδρόμια της ζωής σου; Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως όλες οι αλήθειες μου, όλες οι στιγμές μου… γυμνές ήταν. Μου πήρε χρόνια να σταθώ σε εκείνο το μπαλκόνι, απέναντι στα φώτα, γύρισα την πλάτη μου στα φώτα και έκλεισα τα μάτια χαμογελώντας. Εκείνη την στιγμή ένας άκουσα ένα θόρυβο και σωριάστηκα στο πάτωμα. Άρχισα να γελώ νευρικά καθώς μύριζα τον καπνό και αναρωτιόμουν τι καίγεται Μαλλιά; Όχι. Ρούχα; Καθώς ψαχνόμουν, σκεφτόμουν ότι η ζωή μου είχε ένα μικρό προβληματάκι με τις μεταφορικές έννοιες. Το ήξερα ότι ανέκαθεν ήμουν φλογερή γυναίκα αλλά δεν είχα υπόψη μου και το λαμπαδιασμένη. Ένα κάψιμο στην κοιλιά μου και μια τρύπα, που μεγάλωνε απειλητικά, υπέδειξε το καμένο τσιγάρο. Όφειλα να ομολογήσω ότι η αντικαπνιστική εκστρατεία ήταν πολύ πιο δυναμική από ότι περίμενα.

Μια μαύρη σκιά με σήκωσε και πριν προλάβω να συνέλθω από την ψυχρολουσία, χάθηκε μέσα στο πάρτι. Χαμογέλασα καθώς όφειλα να παραδεχτώ πως όντως υπήρξε μια σπίθα ανάμεσα μας από την πρώτη στιγμή.


Τρίτη, Μαΐου 05, 2009

Πάμε πρόβα? Christophe Maé et Pascal Obispo


Δεν λαθεύει η άνοιξη. Το σκέφτομαι ξανά και ξανά τις ώρες που τρέχω να προλάβω τις ζωές των άλλων. Μιλώ ολοένα και λιγότερο αυτές τις μέρες. Αναρωτιέμαι συνεχώς ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Δεν το βρίσκω. Ή για ακόμα μια φορά δεν συμφωνώ με τους υπόλοιπους.

Ίσως να μην έχει σημασία το σωστό και το λάθος. Ίσως… Να μην έχει τίποτα σημασία παρά μόνο η στιγμή που επιλέγεις να μην νοιάζεσαι.

Τούτος ο παλιάτσος δεν έχει κάτι άλλο να σας πει…. Μόνο χαμηλώστε τα φώτα και δυναμώστε τη μουσική. Κάποιες φορές ούτε τα λόγια, ούτε οι πράξεις αρκούν.


ΥΣ. Το καλύτερο σχόλιο που έχω ακούσει τελευταία είναι το εξής:

Στο Σισμανόγλειο είναι τα όρια της σάτιρας (αδαμαντία)



Δευτέρα, Μαΐου 04, 2009

Stop! Abnormally Attracted To Sin / Tori Amos / videos (Flavor, Give, Curtain Call, Ophelia, 500 Miles, Maybe California, Welcome to England )



Tori Amos

Abnormally Attracted To Sin





Tori Amos : Flavor

Battle of the minds
cries Below cries Above
You must pick a side
Will you choose fear?
Will you choose love?

What does it look like,
this orbital ball from the fringes of The Milky Way?
What does it feel like,
this orbital ball on the fringes of The Milky Way?
Raining flavor
Icing flavor
flavor love

Whose God then is God?
They all want jurisdiction
In the Book of Earth
whose God spread fear?
Spread love?

And what does it look like,
this orbital ball from the fringes of The Milky Way?
What does it feel like,
this orbital ball from the fringes of The Milky Way?
Raining Flavor
Icing Flavor
flavor love
Turn up the frequency
What does it look like,
this orbital ball from the fringes of The Milky Way?
What does it feel like,
this orbital ball from the fringes of The Milky Way?
Raining flavor
Icing flavor
Spread that flavor
flavor flavor



-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0




Tori Amos : Give

So you heard I crossed over the line
Do I have regrets?
Well, not yet

There are some, some who give blood
I give love
I give

Soon, before the sun
Before the sun begins to rise
I know that I, I must give
So that I, I can live

There are some, some whose "give"
twists itself to take their mistake
who, what? what made up the line?
some say it was pain
or was it shame?

Soon, before the sun
Before the sun begins to rise
I know that I, I must give
So that I I, I can live

Some, some who give blood
I give love, I give

Soon before the sun
Before the sun begins to rise
I know that I, I must give
So that I, I can live



REMIX :
Tori Amos : Give

-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-



Tori Amos : Curtain Call

ebony beauty
pass this shade
the looking glass relects
then a voice calls me back,
"this is just circumstance it is not
personal", oh no it never is.
then you ram your hand in your bag
for a little friendly substance

By the time you're 25
they will say, "you've gone and blown it".
By the time you're 35, I must confide,
you will have blown them all
Right on cue just act surprised
when they invite you to take
your curtain call
you climbed China's wall
your
curtain call

I have done what I've done
and it has the ultimate consequence
then a voice calls me back,
"this is not business, no,
its more like spiritual"
is that what it is
Then you ram your hand in your bag
for a little protection

By the time you're 25
they will say, "you've gona and blown it."
By the time you're 35, I must confide,
you will have blown them all
Right on cue just act surprised
when they invite you to take
your curtain call
you climbed China's wall
your curtain call

ebony beauty
pass this shade
the looking glass reflects



-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-



Tori Amos - Ophelia

Ophelia your secret is safe
Ophelia you must break the chain
some girls will get their way
some fathers will control from the grave
Ophelia you must remember

Veronica's America is not like--
is not like Charlotte's, one to savor
cosmic flavor
then Alison whispers, "remember
Change waltzes in with her sister Pain
waiting for you to send her away
wish her well break the chain
break the chain"
I feel you

Ophelia
"The Eve of St. Agnes",
a poem he can't reach you in
Ophelia you know how to lose
but when will you learn to choose
those men who choose to stay
those mothers who won't look the other way
Ophelia you must remember

Veronica's America is not like ---
is not like Charlotte's, one to savor
cosmic flavor
then Alison whispers, "remember
Change waltzes in with her sister Pain
waiting for you to send her away
wish her well break the chain
break the chain"
I feel you
Ophelia



-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-



Tori Amos - 500 Miles

what do you hear? here’s my guess:

he walked 300 miles
just to bring, to bring me bread
his body like a sculpture
almost decorated

and i’ll wake him
as the dawn does
and we’ll break in
on the bus
saying this was
made forever ____

in lovers communion
for 500 miles
and in 500 miles
will he bring, bring me again
in lovers communion
for 500 miles
and in 500 miles
will we break even break

step it up
grab your phone
get your suitcase
there’s no time to waste
a big adventure awaits

satnose?, france
suffered a late snow
the blooms break through the ice
and san francis fell
and get up?
and finally confessed
he left that act
hearts touched by frost
we fought
in the land of the midnight sun
i lost myself
i lost myself

i walked 300 miles
just to bring, to bring him bread
in love some gifts are simple
of those i am derated
so i wake him as the dawn does
and we’ll face what any lovers must
blueness pales within a flame’s lust

in lovers communion
for 500 miles
and in 500 miles
will he break, bring me again
in lovers communion
for 500 miles
and in 500 miles
will he break
even break
will we break
even break
break…
even break…
does love
?
make life even
break

-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-



Tori Amos - Maybe California

hey Mrs. see, please don't jump
"why not, nothing is making sense anymore to me
I don't know when I stopped making him smile.
Now the kids see me cry all the time."

From one mother to the other
They'll never get over this
for their lifetime all their wishes
will be dashed upon those cliffs.

So let's be, be strong you and me
The night is o-opening
Our angels are falling
and they will warm
they'll warm us
She asked, "Right Now?
Right Here?"
I'm feelin' soon,
soon my dear,
maybe california
maybe california.

As mothers we have our troubles
You'll leave them with emptiness
for their lifetime all their wishes will be dashed upon those cliffs
those cliffs

So let's be strong you and me
the night is o- it is opening
our angels are falling
and they will warm
they will warm us
She asked, "Right Now?
Right Here?"
I'm feelin' soon so soon my dear,
maybe california
maybe california
Until then there will be
starlight shining down
for every tear in every town





0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-0-

Tori Amos : Welcome to England

"Do a dance for me."
Baby it is late still you pour me
a tall one...
"Go on, let the liquid take off what you're on.
You've been down before..."
Boy, not like this.
I'm in Quicksand I am sinking fast
"perfect," he laughed, "cause your other half has
got himself a Devil's access-- Welcome to England,"
he said, "Welcome to my world. You better bring your own sun
sweet girl. You gotta bring your own sun now don't you forget --
you bring your own sun, just enough for everyone."

Heels on. Go on.
Bang a Tango but do not get tangled
Who can stay strong? when they only give us lies to lean on
When your heart explodes is it deathly cold?
You must let the colors violate the
Blackness
There is a magic world parallel
so leave your daily
hell-- "Welcome to England,"
he said, "Welcome to my world..."
It's not a question if I can
Fight by your side and withstand
Anything but,
I forgot that you said, "Girl if you come...
you better bring your sun.
Sweet girl, you gotta bring your sun
Now don't you forget you bring your sun--
Just enough for
everyone
for everyone
"Welcome to England"
welcome to england

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009

Μύανθος (τουτέστιν ποντικολούλουδον το δημώδες)


Ως το τέλος της νύχτας, ως την άκρη της γης, εκεί… στο τέρμα της πόλης. θυμάσαι; Εκεί που στενεύουν οι δρόμοι, εκεί που ξεθωριάζουν τα φώτα.

Είναι ήσυχα τούτες τις μέρες στην πόλη της βροχής. Έχει πάντα μια μικρή ψύχρα το βράδυ, μια νοτισμένη αγκαλιά, ένα αδύναμο αεράκι, που τρέχει ξωπίσω απ’ τη σκέψη.

«Ξανά… πάλι… σταμάτα να παίζεις.» Σκισμένα πράσινα τετράδια, μουσική κέλτικη και Κοέν…. Και μπόλικο αλκοόλ. Ταξίδια - πυροτεχνήματα, ιστορίες που φτιάχναμε, ξανά και ξανά. Λέξεις που ταιριάζαμε σαν χορογραφία, βήματα σε μια βροχερή παραλία.


Γερνάμε. άχαρα όπως φοβόμασταν πάντα. Γυμνοί από λέξεις, σκιές μέσα στο ημίφως των άλλων. Μ’ αυτό μάθαμε να πορευόμαστε, μ’ αυτό θα μας σκεπάσουν όταν ξεχαστούμε. Είναι και αυτή η σιωπή… Πώς την αντέχεις; Πώς την συνηθίσαμε; Την δική μας, όχι των άλλων.


Καθισμένη στο μάρμαρο του παραθύρου βλέπω τα αυτοκίνητα να χάνονται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Μου θυμίζουν εμένα. Μου θυμίζουν τις λέξεις. Αυτά που έχουν σημασία απόψε, αυτά που θα προσπερνώ αύριο.


Μια αγκαλιά μισοξεραμένα λίλιουμ γεμίζει με το άρωμα της το χώρο. Θα γέλαγες αν ήξερες πόσα ξέρω για τα λουλούδια. Θα έφευγες αν μάθαινες πόσο άπιστη ήταν η Σεχραζατ στις ιστορίες της.

«Ξανά… πάλι… σταμάτα να παίζεις.»


Κοίτα. 12 χρόνια μετά και ακόμα ξενυχτάς με τις ιστορίες μου. Άκου…


"I've heard of a man who says words so beautifully that if only he speaks their name, women give themselves to him. If I am dumb beside your body while tumors blossom on our lips, it is because I hear a man climb the stairs and clear his throat outside our door."


Πώς γυρίζει ο χρόνος πίσω; Πώς γυρίζω εγώ; Από το τέλος της νύχτας, την άκρη της γης, το τέρμα της πόλης…


Leonard Cohen - A Thousand kisses deep

(Spoken poem)

Don't matter if the road is long
Don't matter if it's steep
Don't matter if the moon is gone
And the darkness is complete
Don't matter if we lose our way
It's written that we'll meet
At least, that's what I heard you say
A thousand kisses deep

I loved you when you opened
Like a lily to the heat
You see, I'm just another snowman
Standing in the rain and sleet
Who loved you with his frozen love
His second hand physique
With all he is and all he was
A thousand kisses deep

I know you had to lie to me
I know you had to cheat
You learned it on your father's knee
And at your mother's feet
But did you have to fight your way
Across the burning street
When all our vital interests lay
A thousand kisses deep

I'm turning tricks
I'm getting fixed
I'm back on boogie street
I'd like to quit the business
But I'm in it, so to speak
The thought of you is peaceful
And the file on you complete
Except what I forgot to do
A thousand kisses deep

Don't matter if you're rich and strong
Don't matter if you're weak
Don't matter if you write a song
The nightingales repeat
Don't matter if it's nine to five
Or timeless and unique
You ditch your life to stay alive
A thousand kisses deep

The ponies run
The girls are young
The odds are there to beat
You win a while, and then it's done
Your little winning streak
And summon now to deal with your invincible defeat
You live your life as if it's real
A thousand kisses deep

I hear their voices in the wine
That sometimes did me seek
The band is playing Auld Lang Syne
But the heart will not retreat
There's no forsaking what you love
No existential leap
As witnessed here in time and blood
A thousand kisses deep



Με το λίγο του χρόνου

είμαι

και με το λίγο μου

κερναω το χρόνο.

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2009

Στα φώτα της νύχτας...

Στιγμές


Δρόμοι που δεν τελειώνουν ποτέ. Καφές, τσιγάρο, ραδιόφωνο και σκέψεις όμοια με δεμένα κονσερβοκούτια να σέρνονται ξωπίσω. Ακόμα μια άνοιξη, ακόμα μια μέρα στους δρόμους. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά, ψάχνω τον ήλιο. Με ενοχλεί, δεν τον αντέχω. Βάζω τα γυαλιά και εικόνες περνούν στο μυαλό μου σαν σκοτεινό cinemαscope. Είναι φορές που ο σταθμός χάνεται και εγώ κάνω χιλιόμετρα μέχρι να το συνειδητοποιήσω και να ψάξω κάποιον άλλο σταθμό, να βάλω κάποιον άλλον και να συνεχίσω.

Τρέχω σε μια κινούμενη ηχορύπανση. Στιγμές μονάχα σταματώ και σιωπηλή κοιτάζω ψηλά. Και ο χρόνος συνεχίζει να τρέχει και οι άνθρωποι ξωπίσω του. Ένα ποτάμι από ήχο και φως.
Θα με συγχωρήσω αυτή την άνοιξη; Μεγάλωσα. Δεν θέλω να μετρώ άλλο απουσίες. Το ξέρεις πως είμαι καλή. Αλλά δεν μ’ αφορά πια.
Μου λείπει ο νουνός που μ’ αγαπούσε έτσι απλά όπως τρέχει το νερό από τη βρύση, που μου ‘φερνε λαμπάδα και λεφτά για τα παπούτσια μέχρι πριν λίγο.
Μου λείπει ο παππούς...
Τον γούσταρα γιατί δεν έλεγε πολλά και ας δεν το καταλάβαινε κανείς. Πήρα κάτι από τον ίσκιο του. Άρρωστος μα περήφανος μου ζήτησε να τον πάω μία βόλτα με το αυτοκίνητο. Ο ξάδελφος μου τον πείραζε και τον έκανε σούζες με το μηχανάκι για να τρομοκρατείται και να μην του ζητά βόλτες. Αυτός ο καιρός είχε περάσει. Μου ζήτησε να τον πάω σε κάποια ξωκλήσια. Καθίσαμε και χαζεύαμε το χωριό στα πόδια μας και ο παππούς σε τελικό στάδιο καρκίνου πνεύμονα, κάπνιζε. Ένοιωθα ότι ταξίδευε στον χρόνο, στην ψυχή του, εκεί ψηλά, κρυμμένοι στη σιωπή και το φως. Το καλοκαίρι ο παππούς έφυγε.
Φοβόταν να μου μιλήσει, όπως οι άλλοι φοβόταν να του μιλήσουν. Ήξερε όμως και μου τα πε τσεκουράτα. Ο παππούς που στεκόταν όλα τα χρόνια με ένα τσιγάρο σιωπηλός και έπαιρνε τους δρόμους. Ο παππούς με τον δικό του κώδικα ηθικής που δεν πρόδωσε ποτέ. Ο παππούς… που έφυγα νύχτα από τη δουλειά γιατί είχε πεθάνει, να τους φτιάξω τα χαρτιά και τον βρήκα στο φέρετρο στο σαλόνι την ώρα που σέρβιραν σπανακόπιτα και μία φώναζε «πίτσα δεν έχετε;» ενώ ένα ξένο παιδάκι έπαιζε γύρω από τον κόσμο που κουτσομπόλευε.
Οι άνθρωποι φεύγουν και εγώ είμαι πίσω από χαρτιά, πάνω γυναίκες που φοβούνται, από χέρια που απλώνονται για να τους πεις ότι όλα θα πάνε καλά. Κοιτάζω τα χέρια μου. Νυστέρια, ψαλίδια γίνονται τα δάχτυλα μου και παίζουν κλίμακες, αρπέζ, μελωδίες.
Μη με θυμάσαι αν δεν είσαι εδώ...
Πάω στοίχημα θα με έβλεπες αστεία με τα ρούχα αυτά. Θα κρυβόσουν να μου κάνεις γκριμάτσες πίσω από την πλάτη μου και να μου πεις συνωμοτικά «Πωπω είσαι τόσο σοβαρή εκεί πέρα με αυτούς τους ανθρώπους. Με φοβίζεις. Εμένα δεν θα με βάλεις κάτω από τα νυστέρια, έτσι; Ήμουν καλό παιδί… όχι… όχι δελφινάκι είμαι και χάνομαι… πιασε με αν μπορείς!»

Κοιτάζω στον καθρέφτη την ώρα που πλένομαι. Κλείνω τα μάτια.
Είμαι ψηλά… και αφήνομαι να πέσω.»