Σε μία κρίση παραλογισμού, υποαερισμού και κρίσης ταυτότητας αφιερώνω την τελευταία ανάρτηση της περιόδου στις χρωστούμενες αναρτήσεις. Πρώτη και καλύτερη ουρλιάζει η περιγραφή της Αθήνας με τα μάτια και κυρίως τα πονεμένα πόδια μιας άβγαλτης επαρχιωτοπούλας.
Ως ενσάρκωση του αξεκούνητου αποφεύγω πάση θυσία τα ταξίδια, τι να κάνω όμως πού οι μισοί συγγενείς-γνωστοί-φίλοι-υποχρεώσεις είναι στην Αθήνα. «Θα σε πάρω εγώ να κάνεις διακοπές στην Αθήνα, να σου ψωνίσω και κατι τις!» Κάτσε ρε μεγάλε! Όλοι λυσσάνε να φύγουν από εκεί και εγώ θα πάω διακοπές; Τι να κάνω το ανήλικο (τότε.. προ αμνημονεύτων ετών) με τσουβάλιαζαν και με πηγαίναν σηκωτή στην Αθήνα, όπου έμενα κλεισμένη σε 4 τοίχους να βλέπω την βρώμα και να με πηγαίνουν σε μαγαζιά τρύπες για να πάρουμε τιμές χοντρικής ρούχα τα οποία ποτέ δεν μου άρεσαν αλλά «Παρ’ το είναι φτηνό!» και ακριβό να ήταν δεν θα το έπαιρνα και μου έμεινε απωθημένο να μην ψωνίζω ποτέ φτηνά (κακό… πολύ κακό) και κυρίως να αποφεύγω τα ψώνια πάση θυσία. Μεγάλωσα και ήρθαν οι εξετάσεις σε κάποιον καναπέ στα Πετράλωνα να πέφτω πτώμα να κοιμηθώ για να πετάγομαι από το τραίνο που νόμιζα ότι περνούσε μέσα από το σπίτι. Τέτοιο σοκ έφυγα άρον – άρον την επομένη για να γυρίσω στα αγαπημένα μου προβατάκια και τους βουκόλους στην αυλή μου. Αλλά ότι κοροϊδεύεις θα το λουστείς. Αγάπησα η αμαρτωλή και αγάπησα έποικο Αθηναίο. Και βρέθηκα να κάνω το επαρχία πρωτεύουσα πιο συχνά από ότι έκανα το πανεπιστήμιο – οικία. Μαρούσι. Προάστιο. Με είχαν ξαναπακετάρει στο παρελθόν για Μαρούσι. Δεν το είχα δει ποτέ. Πιτσιρίκι κλεισμένη σε 4 τοίχους βάρεσα μπιέλα να ακούω κλασσική μουσική να με μορφώσουν την αμόρφωτη, (ενώ ήδη έκανα χρόνια μουσική) και να προσπαθούν να με μάθουν σκάκι με όλα τα ανοίγματα και τις ονομασίες (από τότε σιχάθηκα και το σκάκι) Να γυρίσουμε 10 χρόνια περίπου μετά όπου πλέον θέλουν να με γυρίσουν στην Αθήνα και δεν θέλω εγώ να κάνω βόλτες. (Καλό μου έρχομαι τόσα χιλιόμετρα μακριά να σε δω και θα με τρέχεις στα καυσαέρια;) Πάνε τα όνειρα για θέατρα και για πολιτιστικές εκδηλώσεις αλλά επειδή η μοίρα έχει ένα διεστραμμένο χιούμορ το ρίξαμε στην όπερα. Ξέρεις τι είναι να ξυπνάς πρωτοχρονιά και Χριστούγεννα με την ορχήστρα της Βιέννης και την όπερα; (Οπότε με ξανάπιασε μια κρίση με την κλασσική μουσική και την όπερα… το ωδείο το είχα εγκαταλείψει πριν χρόνια εκείνο δεν το έπαιρνε απόφαση). Οπότε ξεκινήσαμε ποδαράτο (καθώς το τζιπ ήταν παρατημένο χρόνια στο πεζοδρόμιο και χωρίς πινακίδες) να γυρίζουμε το Μαρούσι. Και καθώς είμαι δρομέας κοντινών αποστάσεων (προσωπικό ρεκόρ τα 10 μέτρα) δεν έμαθα πολλά για το Μαρούσι εκτός από την ταράτσα που ανέβαινα (με τρόμο ψυχής καθώς η κόκκινη πολυκατοικία άλλαζε χρώματα και γινόταν πορτοκαλοπράσσινη) και έβλεπα σπίτια όσο μου επέτρεπε η αιθαλομίχλη και με έπιανε η καρδιά μου (οπότε έκοψα και τις ταράτσες στην Αθήνα) Σταμάτησα να γκρινιάζω για τους ευχάριστους πλέον εγκλεισμούς και συνέχισα να κατεβαίνω Αθήνα με παρέα, που την έβρισκε με κλασσική μουσική και Μέγαρο Μουσικής. (Αυτό το θεματάκι με την κλασσική μουσική πρέπει να το προσέξω). Αρχίσαμε να τριγυρνάμε σε εστιατόρια και καφετέριες και εκεί παρέμειναν οι γνώσεις μου για την Αθήνα. Κατά έναν περίεργο τρόπο έχω δει τα πιο ετερόκλητα μέρη στην Αθήνα και έχω τσακίσει όλα μου τα τακούνια σε πεζοδρόμια και τρύπες. Κάθε φορά που φεύγω λέω «δεν θα ξαναπατήσω ΠΟΤΕΕΕΕΕΕΕΕ» αλλά η μοίρα των πωλητών παππουτσιών επιμένει να τσακίζω τα τακούνια μου εκεί γκρινιάζοντας και βρίζοντας την μοίρα μου που ξέρω περισσότερους Αθηναίους παρά συντοπίτες. Προσφάτως πήγα και Κολωνάκι. Οδικώς 5 λεπτά. Είδα το τσιμέντο και την κάναμε μέσα στη νύχτα. Κάπως έτσι πρέπει να βλέπεις την Αθήνα. Οδικώς, μέσα στην νύχτα και μετά να την κάνεις. Δουλειά….
Βρέχει και μ’ αρέσει αλλά δυστυχώς αυτό μου τσακίζει το αρκούντως προβληματικό μου ερειστικό σύστημα. Ο πόνος σταθερός εδώ και 20 χρόνια, (απλώς αλλάζει δικαιολογίες) είχε ως αποτέλεσμα μία συστηματική κατάχρηση των παυσίπονων, που σύντομα οδήγησε σε αδιέξοδο. Όσα φάρμακα, πρωτότυπα και φασόν να βγάλουν οι εταιρείες, έρχεται κάποια στιγμή που συνειδητοποιείς ότι τα καταπίνεις με τις χούφτες, τρυπιέσαι σαν το πρεζόνι και ο πόνος είναι ακόμα εκεί.
Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει, κανένας δεν μπορεί να νοιώσει, στη δουλειά έχω αντιμετωπίσει ακόμα και την ειρωνεία «Πονάνε και οι γιατροί;».Εκείνη την ώρα μου ‘ρχεται να τους χτυπήσω με την άγρια ευχαρίστηση που με παρατηρούν να υποφέρω την ώρα που δουλεύω. Ο πόνος ξεκλειδώνει τον χειρότερο εαυτό μου. Γίνομαι επιθετική, θέλω να είμαι μόνη μου. Αφού δεν φεύγει ο πόνος ας φύγουν οι άλλοι. Δεν τους αντέχω. Δεν τους θέλω.
Και έρχεται η στιγμή, που ο πόνος σε διαλύει και είσαι σαν την Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων. Έχεις την εκπαίδευση για τους άλλους αλλά τι γίνεται όταν μιλάμε για σένα; Έχεις ελεύθερη πρόσβαση σε μια πλειάδα ναρκωτικών και τον πόνο να παραμορφώνει τα πάντα. Πονάνε οι γιατροί; Και τι κάνουν όταν πονάνε;
Δύσκολα θα πιστέψει γιατρός, τον γιατρό ότι πονά. Και ακόμα πιο δύσκολα θα τον απαλλάξει από τα τρελά ωράρια ειδικά αν είναι στις κατώτερες βαθμίδες. Και έτσι είμαι εδώ. Να κάνω κύκλους και να επιστρέφω στο ίδιο σημείο, που κανένας δεν μπορεί να καταλάβει, που δεν με νοιάζει πια να καταλάβει, παρά μόνο να φύγει και να μ’ αφήσει μόνη μου με τον πόνο. Οι δύο μας να μετρηθούμε να δούμε ποιος θα αντέξει περισσότερο. Ποιος… Ποτέ δεν ξέρω ποιος θα βγει νικητής. Μα δεν θέλω να με βλέπουν όταν είμαι έτσι. Ελάχιστοι το καταλαβαίνουν, ιδιαίτερα από τις κόρες των ματιών.
Είμαι ένα αγρίμι, έτοιμο για επίθεση.Κουτσαίνω περπατώντας και χωρίς να το καταλάβω παραπατάω. Το επόμενο στάδιο του πόνου είναι η απώλεια του ελέγχου της κινητικότητας. Ναι, περιμένω τα γενέθλια μου και ετοιμάζομαι να βάλω σε γυψονάρθηκα πάλι το πόδι μου, παραπατώντας. Χρόνια μου πολλά λοιπόν. Ήδη πισώπλατα με σχολιάζουν με οίκτο για την «προσωπική ατυχία» μου… φαντάσου να με δουν και με το μπαστουνάκι μου.Δεν γουστάρω τον οίκτο κανενός. Και νευριάζω με μένα. Ανάπηρη χειρουργός. Σε ένα περιβάλλον που το να είσαι γυναίκα θεωρείται εξ’ ορισμού μειονέκτημα, το να κυκλοφορείς με μπαστούνι και να τρυπιέσαι σημαίνει ότι είσαι ψάρι που προσπαθεί να πετάξει. Απλά ματαιοπονείς.
Και όλα θα ήταν ωραία αν τα ναρκωτικά σε πιάνουν και λύνουν το πρόβλημα. Τι γίνεται όμως όταν δεν εξαφανίζουν τον πόνο; Τι γίνεται όταν μένεις εκεί… Ανήμπορος να κάνεις οτιδήποτε άλλο εκτός από το να περιμένεις… τον χρόνο να περάσει… τίποτε άλλο. Ακόμα μια δοκιμασία, σίγουρα όχι η τελευταία. Και όλα αυτά δεν με κάνουν καλύτερο άνθρωπο, απλά βγάζουν τις αδυναμίες μου και τις ακονίζουν. Δεν με κάνουν καλύτερο άνθρωπο, απλά πιο μοναχικό, πιο μόνο.Δεν με καταλαβαίνουν και δεν θέλω να με καταλάβουν. Δεν θέλω πια να το συζητώ. Απλά ζητώ τα φάρμακα και εξαφανίζομαι. Έχω πάρει ποσότητες φαρμάκων που σε άλλη ηλικία θα με είχαν οδηγήσει στην αιμοκάθαρση.
Δεν υπάρχει αντικειμενική μέτρηση του πόνου με αποτέλεσμα να υπάρχει και υποκειμενική αντιμετώπιση.Ο πόνος είναι από εκείνα που εξετάζουν την ουσία αυτών που είσαι. Πόσο πιστεύεις στο λάθος και το σωστό. Αν για σένα ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν για τους άλλους. Πόσο πραγματικά μπορείς να ελέγξεις τον εαυτό σου και τη συμπεριφορά σου απέναντι στους άλλους όταν δεν μπορείς να ελέγξεις τον ίδιο σου τον πόνος. Γίνεσαι 1 μίζερος, επιθετικός, φωνακλάς, γκρινιάρης άνθρωπος που δεν αγαπά κανέναν και τίποτα, που δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο ο πόνος και ονόματα από φάρμακα.
Δεν με πειράζουν οι πατερίτσες, που περπατάω τοίχο – τοίχο, ή που σκοντάφτω χωρίς να το καταλαβαίνω αλλά το ότι γίνομαι ένα μίζερο γουρούνι περιοδικά κάθε που με πιάνει…. Και που δεν με νοιάζει… Δεν με νοιάζει τίποτα, αρκεί να σταματήσει ο πόνος. Αλλά είναι σαν να κάνεις συμφωνία με τον διάβολο. Πάντα υπάρχει μια παγίδα ακόμα και αν πάρεις αυτό που ζήτησες. Θες ελευθερία από τον πόνο; Υποτάξου στις ναρκωτικές ουσίες, ένας νόμιμος εθισμός που θα σε κρατήσει λειτουργικό και το υπόλοιπο μυαλό σου στη θέση του. Come on Alice you are in Wonderland! Για όσο σου αρκούν αυτά τα ταξίδια. Μετά θα δούμε. Κάτι καινούριο θα ‘χει βγει.
Και αυτή η κατάσταση σε αποξενώνει. Δεν νοιάζεσαι να κρατήσεις φιλίες ή να δημιουργήσεις νέες, ή άλλες σχέσεις. Ξέρεις ότι ο πόνος θα ‘ρθει πάλι και θα ’σαι μόνος, δεν μπορούν να σε βοηθήσουν (κάποιες φορές ούτε να πιστέψουν μπορούν) και απλώς θα είσαι κακός απέναντί τους. Χάνεις τον αυτοέλεγχο, χάνεις τον εαυτό σου, χάνεις τους ανθρώπους, το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σου. Και όλα αυτά γιατί; Για μια βλακεία, για ένα τίποτα. Για ένα τίποτα που σε αλλάζει για πάντα….
Είναι φορές που δε θέλω να μιλήσω. Είναι άλλες που θέλω αλλά δεν έχω κανέναν. Είναι και κάποιες σπάνιες που άνθρωποι με σταματούν για να μου πουν ευχαριστώ για κάτι που έκανα μα εγώ δεν το θυμάμαι, ούτε αυτούς…. Και τότε θέλω να το βάλω στα πόδια.
-Και αν δεν υπήρχαν οι λέξεις παρά μόνο η μουσική; Αν δεν ήμασταν φυλακισμένοι στη γη παρά μόνο ρεύματα σε μια απέραντη θάλασσα;
-Και αν δεν υπήρχαμε στ’ αλήθεια, παρά μόνο στη φαντασία κάποιου που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ; Θα είχε άραγε σημασία; Πες μου. Υπάρχει κάτι που αν γνώριζες θα ήσουν καλύτερα; Θα διάλεγες αναπνοές, σκέψεις, αγγίγματα, μυρωδιές, στιγμές να σβηστούν;
-Και αν μια στιγμή σταματούσες να σκέφτεσαι, θα είχε σημασία για κάποιον; Για σένα;
«Θυμάμαι ένα απόγευμα να φτάνω σε ένα νησί. Ήμουνα νέα τότε και όμορφη. Είχα κάνει τρέλες. Δεν με ένοιαζε τι έλεγαν. Μέσα σ’ ένα κρουαζιερόπλοιο ταξίδευα στον κόσμο. Με περίμενε εκεί. Δεν τον θυμάμαι πια. Ούτε ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου. Ήταν στο λιμάνι με ένα γαϊδουράκι. Ανέβηκα και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε καθώς ο ήλιος έδυε στην θάλασσα. Εγώ εκεί πάνω στο γαϊδουράκι να προχωράμε σιγά και να μην χορταίνω εκείνη την ομορφιά. Έκτοτε πέρασαν χρόνια. Έζησα μεγαλεία, πάρτυ που σειόταν η Αθήνα. Και έζησα και δύσκολες στιγμές, φτώχεια, δουλειά για το τίποτε και απαξίωση. Σε κάθε δύσκολη στιγμή όμως έκλεινα τα μάτια και γυρνούσα εκεί. Σε κείνη τη στιγμή που καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι διέσχιζα το ηλιοβασίλεμα. Ίσως να μην ξαναβρεθούμε, μα κράτα αυτό μόνο από μένα. Η ζωή είναι στιγμές. Ζήσε τις. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα σου τις χαρίσει.»
-Τι σημαίνει αγαπώ; Λέξεις, άνθρωποι, κορμιά χαρτομάντιλα.
«Θα σταθώ μπροστά της. Θα αφήσω τα όπλα μου στη γη. Θα αφήσω τα ρούχα μου στη γη. Και αφού δεν θα ‘χει τίποτε άλλο να πάρει, θα πάρει εμένα;»
- Γιατί είμαι ακόμα εδώ; Γιατί ακόμα γυρίζω; Γιατί οι λέξεις μου δε σωπαίνουν ποτέ; Ιστορίες που δεν έχω πει ακόμα τρέχουν ξοπίσω μου, ζητώντας κάτι από μένα, ζητώντας εμένα.
«Διάβασα την ιστορία σου και συνειδητοποίησα πόσο λίγος ο χρόνος μου. Βγαίνω να πω στους ανθρώπους μου πόσο τους αγαπώ.»
Μετά από απαίτηση του αναγνωστικού κοινού (το οποίο προσμετράται στα δάχτυλα του 1 χεριού μετά από σοβαρό εργατικό ατύχημα… και πάλι μου περισσεύουν δάχτυλα) σας παρουσιάζω σε αποκλειστικές περιγραφές την κινηματογράφηση της άγριας γερμανικής αντιλόπης σε ένα 48ωρο σαφάρι.
Μουσική παρακαλώ.
Οκ το έχουμε
Για να μπορέσεις λοιπόν να αντιμετωπίσεις ένα τέτοιο γεγονός πρέπει να δείξεις θάρρος, θράσος να ξεπεράσεις τα όρια και τις αντοχές σου. Αφού οπλίστηκα λοιπόν με τα απαραίτητα ξώφτερνα 15ποντα και αψηφώντας τον καταιγισμό των ειδήσεων που θέλαν την σαβάνα να τελεί σε περίοδο μουσώνων έκλεισα το καλύτερο τραμπάν με ένα συνονθύλευμα ντόπιων και εισαγόμενων ιθαγενών και ξεκινήσαμε. (Σημείωση Μετάφραση: Τραμπάν εστί το βουλγάρικο κτελι ελευθέρων ηθών…. Τους παίρνει όλους αλλά μόνο όταν το πάρεις καταλαβαίνεις γιατί ήταν τόσο φθηνό). Επανέρχομαι όμως ο ελεύθερος σκοπευτής. Τα τραμπάνια συναγελάζονται σε τόπους δύσβατους και έτσι βρέθηκα υπερνικώντας τις πύρινες φλόγες που προσπαθούσαν να καθυστερήσουν την προέλασή μου και έτερους ιθαγενείς που ανέκοπταν συνεχώς την καμικάζι διαδρομές μου να φτάσω την ώρα που το τραμπάν μου αναχωρούσε. Με 2 αλβανούς μπροστά μου να πέφτουν στις ρόδες του «ΣΤΑΜΑΑΑΑΑΑΑΑΤΑ ΕΚΩ ΑΝΑΓΚΗ ΠΑΩΩΩΩΩΩΩ ΑΤΗΝΑ» βρέθηκα να χαίρομαι πιο πίσω τους τρέχοντας καθώς σκεφτόμουν ότι πατώντας αυτούς σίγουρα θα σταματήσει ενώ πίσω μου έτρεχαν ακόμα πιο χαρωπά ακόμα 2 αλβανοί μειδιώντας στην σκέψη ότι 3 θύματα θα ήταν αρκετά για να σταματήσει το λεωφορείο να τους πάρει. Αφού πήρα τον κωδικό για την προνομιούχα θέση 00 ξεκίνησα όλο χαρά ενώ λίγο πριν ξεκινήσουμε το λεωφορείο σταματά και 1 φωνή ακούγεται μέσα στο λεωφορείο… «ΤΟ ΠΡΟΛΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΒΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΣ?» Η αγαπημένη μου μανούλα με είχε κάνει ρόμπα για ακόμα 1 φορά εντός και εκτός συνόρων. (Ευτυχώς το φαγητό είχα προλάβει να το χώσω και δεν μου το πέταξε στα μούτρα). Όμως είπαμε… το σαφάρι θέλει θάρρος. Έτσι χαμογελώντας δοκίμασα να βυθιστώ στις σκέψεις μου. Όπου ξαφνικά ακούω ένα «ΣΚΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΤΣ!!!» Ώπα λέω πιάσαμε πάτο τόσο νωρίς? Είμαι και εγώ λοιπόν τόση ρηχή! Κατεβαίνει ο οδηγός και λέω τώρα θα κατεβάσουν και εμένα… Ο τριτοξάδελφος του σώγαμπρου του Σουμάχερ όμως είχε πάρει σβάρνα στα 200 μέτρα την πόρτα ενός ταλαίπωρου Ι10. Ήδη πριν συμπληρώσω το πρώτο 5λεπτο στο σαφάρι είχαμε ήδη την πρώτη μισάωρη καθυστέρηση. Αλλά τι είπαμε; Θέλει αρετή και τόλμη! Από αυτές και άλλες βαθυστόχαστες σκέψεις του τύπου «λες να με φτάσει η κάρτα με το sms-spam-party μέχρι να φτάσω?» μπήκε ο οδηγός και ξεκίνησε τα γαλλικά.
(3 ώρες μετά και 1 ακόμη χειρουργείο για σήμερα όπου μόλις με είδαν έντρομοι αναφώνησαν… «Αυτό το μαυρόγατο τι το πήρατε?» )
Πού είχαμε μείνει… α ναι στο σαφάρι… το σαφάρι απαιτεί πολλέεες στάσεις καθώς είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας και κυρίως αυτοπραγμάτωσης. Σε 1 στάση καταφέραμε και σταματήσαμε 2 φορές κιόλας γιατί το συμπαθέστατο Πακιστανοειδές ντεν κατάλαβε ότι είναι η στάση του οπότε βγήκαμε εθνική και το πήραμε όπισθεν. Τριτοξάδελφος του σώγαμπρου του Σουμάχερ είπαμε. Όπου γυρίζει σε άπταιστα Πακιστανικά και του λέει «Αποσκευές έχεις?» και καθώς ο άλλος τον κοίταζε χαρωπός πλην όμως αμέριμνος… του λέει «Ρε Μουαμαρ Καντάφι… Μπαγκατζι?» και συνεχίζει να τον κοιτάζει ο άλλος σε κατάσταση Νιρβάνα. Κατεβαίνει εξασκώντας την γλωσσομάθεια του και ανοιγει τις αποσκευές για να διαπιστώσει ότι ο συμπαθέστατος κύριος ντεν έκει μπαγκατζι! Με ένα τραμπαν να σείεται από νευρικά γέλια γιατί κοντεύαμε να διπλασιάσουμε τον προσδοκώμενο χρόνο ταξιδίου. (Αμ πώς με τα ίδια λεφτά να πας Κολιάτσου – Πατίσια.. με τα ίδια να πας Νέα Υόρκη?... Μια απόλαυση την έχεις!)
Και εκεί που λέω θα στρέψω τα τακούνια εναντίον μου, η προγιαγιά του Ικτίνου πιάνει κουβέντα με την διπλανή που έχει τσακίσει τις παπαδίτσες (pop corn) του μικρού, τα μπισκότα του, την πορτοκαλάδα του και εκεί που ετοιμάζεται να δαγκώσει και τον ίδιο τον μικρό που τεντώνεται αμέριμνος στα πόδια τους της πετά… «Τι τα θες; Όλα είναι του μυαλού και η παντρειά της τύχης» και αρχίζει να λέει την ιστορία της ζωής της όπου την ζητούσαν πόσοι.. και παντρεύτηκε έναν που ήταν βέβαια τίμιος και εργατικός αλλά δεν είχε σπίτια και οικόπεδα και πέθανε πριν της αφήσει σύνταξη! Αλλά τι να το κάνεις αυτός είναι στο χώμα και εγώ ακόμα έξω από την φυλακή ανάμεσα σε κινητά που παίζουν κλαρίνα, τα ηχεία που παίζουν το μαρτύριο της σταγόνας με Νταλάρα και ότι άλλο ανοσιούργημα στο όνομα της τέχνης δεν έχει πλανηθεί στον αέρα για δεκαετίες γιατί ο τριτοξάδελφος μας είχε βγει και ψαγμένος… ή έστω αυτά του δώσανε δώρο με το τραμπάν. Αφού έμαθα πράγματα που δεν ήθελα να μάθω ποτέ και τα ξέχασα αμέσως βυθίστηκα ξανά στις σκέψεις μου και σε έναν πανικό sms. - Θα ‘ρθω να σε πάρω - Μηηηηηηηη… Μη το κάνεις αυτό…. Είμαι απλά μια ψευδαίσθηση που σε κάθε sms απλά απομακρύνομαι!
Αφού λοιπόν έχω αποφασίσει ότι σαφάρι δεν έχει και μας αφήνουν όλους ανά 100 μέτρα στο κλουβί του έκαστος… Κάποια στιγμή φρενάρει αποφασισμένος, παρατάει το τιμόνι και εξαφανίζεται. Αναγνώρισα αμέσως το σκοτεινό και βρωμερό μέρος… Είχαμε φτάσει. Το κυνήγι τις άγριας γερμανικής αντιλόπης μπορούσε να ξεκινήσει. Ισορρόπησα με όση αξιοπρέπεια και θάρρος είχα και στάθηκα να αντικρύσω την σαβάνα αφ’ υψηλού… (15 πόντους.. είπαμε) Άρχισα να φέρνω βόλτες ανάμεσα στις 12 πληγές.. ε φυλές ήθελα να πω του Ισραήλ, να μην σας πω και των Τσακωμένων Εθνών. Τελικά βρέθηκε 1 φιλάνθρωπη κυρία και με μάζεψε με ένα αυτοκίνητο που έριχνε στα αυτιά τους 15 πόντους των παπουτσιών μου και συνέχισα και πάλι την αφ’ υψηλού περιήγησή μου και κυρίως το παραμιλητό μου. Άγρια θηρία πετάγονταν από παντού πίσω από παραπετάσματα καπνού. Με μάτι να γυαλίζει απαριθμούσα στόχους. Η επίθεση θα ήταν συνεχής και ανηλεής. Η καλή κυρία είχε ιερά υποχρέωση να με προσέχει. Αμ δε! Της το ‘σκασα μέσα από 1 καλοστημένη δολοπλοκία και χτύπησα ακαριαία την φώκια Μαλάκους – Μαλάκους, το μόνο πρόβλημα στο ιδιοφυές κατά τα’ άλλα σχέδιο μου είναι ότι βρέθηκα και εγώ και τα τακούνια μου να τρεκλίζουμε νυχτιάτικα σε ξένα μέρη με την υπόλοιπη χλωρίδα και πανίδα να παραμερίζει έντρομη από τον φόβο μήπως πέφτοντας εξαφανίσω κάθε είδος ζωής σε απόσταση χιλιομέτρων. Με ένα τσιγάρο στο χέρι και φλυαρώντας ακατάπαυστα (ο μόνος τρόπος να μην σκέφτομαι.. που ποτέ δεν βγαίνει σε καλό) προσπεράσαμε το ασανσέρ (απόδειξη ότι με τα τακούνια πρίζονται οι κάλοι και στον εγκέφαλο) και αρχίσαμε την αναρρίχηση. Και βρεθήκαμε με μια θέα τζιτζί. Εκεί που θα έπρεπε να θυσιαστούν 12 παρθένοι στο φως της πανσελήνου συνάντησα εκ νέου την φιλάνθρωπο κυρία όπου εκτός από εμένα θα μπούκωνε και άλλους 2 που κουβάλησα την τελευταία στιγμή καθώς βαρήκοη με πιστοποιητικό άκουσα ότι θα βρισκόμασταν στο ισπανικό «όπου beho, τρέχω»
Εκεί θα τολμούσα να πω ότι γνώρισα ενδιαφέροντα δείγματα ζωής της εν λόγου περιοχής, αλλά δυστυχώς δεν τα γνώρισα… καθώς δεν άφησα κανέναν να σταυρώσει λέξη ή έστω μπουκιά. Ο συμπαθής «Ουγκ» και η γοητευτική μικρή Ποκαχόντας αποδείχτηκαν αδύναμοι να αναχαιτίσουν τα spam μου ενώ η Μεγάλη Μητέρα αποδείχτηκε σοφότερη εστιαζόμενη σε θέματα, που δεν κατάλαβα καθώς μπούκωνα για να έχω θερμίδες ικανές να επιβιώσω στους μεγάλους παγετώνες! Η θέα μου θύμιζε όμως διαρκώς το κυνήγι της άγρια γερμανικής αντιλόπης. Έτσι πήραμε πάλι τους δρόμους σ’ αυτόν τον τσιμεντί πλανήτη που ακόμα δεν κατάλαβα γιατί εποικίστηκε. Η φλυαρία μου προφανώς συνέχισε και αφού τα μάτια μου είχαν κλείσει. Το επόμενο πρωί απευθυνθήκαμε σε καθηγητή πανεπιστημίου για ψυχολογικό coaching καθώς είχα αρχίσει να απελπίζομαι σε εκείνο το αδυσώπητο σαφάρι. Τα τακούνια μου αγέρωχα συνέχισαν να λερώνουν αυτό το υπέροχο τσιμεντί της βρώμας με τα πόδια μου να έχουν μεγαλώσει κατά 3 νούμερα το προηγούμενο βράδυ.
Το σαφάρι δυστυχώς ανεκόπη απότομα καθώς παρουσίασα κρίση φυγής με αποτέλεσμα να στηθώ 4 ώρες νωρίτερα για να κλείσω πρώτη θέση στο τραμπάν της επιστροφής. Αλλά ούτε εκεί έχω παράπονο. Ο πινέζας γιουγκοσλαβος πεμπτοξάδελφος του Φραγκάκη μου έκανε καμάκι σε άπταιστα Ελληνικά ενώ ρωτούσε για τα παιδιά του τηλεφωνικώς τη γυναίκα του. Φυσικά και το ταξίδι της επιστροφής ήταν εξίσου μακρύ και απολαυστικό ιδαίτερα για τον πεμπτοξάδελφο που είχε καθίσει λοξά πίσω μου ενώ εγώ όσο μαζευόταν το μίνι μου και τεντώνονταν τα πόδια μου αναρωτιόμουν… πού στο διάολο ήταν αυτή η περίφημη γερμανική αντιλόπη. Φτάνοντας αρκετά μπλόκα μετά (οι ασφαλίτες έχουν ψηλώσει, έχουν κατέβει μέσο όρο 20 χρόνια και έχουν γίνει και γαμώ τα τεκνά οφείλω να ομολογήσω) χωρίς ούτε 1 σωματικό έλεγχο αλλά με τα παπούτσια να μην μου χωράνε ούτε σαν παντόφλες έφτασα στο σπίτι μου με λαχτάρα περισσή να φιλήσω τα άγια κουφώματά του. Όπου και έπεσα σε νάρκη με μικρά απαραίτητα διαλείμματα για γκασμά στο κάτεργο. (κάπως πρέπει να πληρώσω και ‘γω τα τακούνια μου!)
Και οι μέρες περνούσαν… και οι νύχτες το ίδιο… Ανάμεσα σε χαρτιά και ατέλειωτο ύπνο. Μέχρι που σήμερα κάποια με έσπρωξε και έπεσα από τα τακούνια μου. Και όταν η πτώση δεν είναι εξ’ ιδίου αλλά εκ πλασματικού ύψους είναι κομματάκι πιο οδυνηρή. Και συνειδητοποίησα ότι η άγρια γερμανική αντιλόπη ήμουν εγώ. Και το σαφάρι είχε ξεκινήσει καιρό πριν… Το ίδιο και η κινηματογράφηση.
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα... κύμβαλον αλαλάζον
Σε νιώθω που ξαγρυπνάς δίπλα μου απόψε. Ήρθες να μοιραστείς μαζί μου το πικρό ψωμί της νύχτας μου.
Νιώθω την ανάσα σου κομμένη, τα μάτια σου αλαφιασμένα,, την καρδιά σου να σπαράζει απ την αγωνία, γιατί, στη σιωπή της νύχτας που σκεπάζει τώρα τον κόσμο μας, ακούγονται από μακριά αλαλάζοντα κύμβαλα...
«Δεν κάνουµε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουµε θέατρο για να ζήσουµε. Κάνουµε θέατρο για να πλουτίσουµε τους εαυτούς µας, το κοινό που µας παρακολουθεί κι όλοι µαζί να βοηθήσουµε να δηµιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισµός στον τόπο µας». Κ. Κουν