Πέμπτη, Απριλίου 05, 2012

Spark D' Ark VI


Βαδίζω ανάμεσα στους βιαστικούς ανθρώπους. Μα δεν βαδίζω στ’ αλήθεια. Το μυαλό μου φτιάχνει εικόνες. Fractals της σκέψης μου. Η κορδέλα του Μόμπιους. Πρέπει να επιστρέψω. Ψάχνω το τραίνο. Πρέπει να αγγίξω το πρώτο μου όριο. Το βρίσκω. Μπαίνω μέσα. Ψάχνω ένα μέρος να σταθώ. Φασαρία. Θα ξεκινήσει. Ακουμπώ το χέρι μου στο βαγόνι. Το δαχτυλίδι μου. Το κοιτώ καθώς το τραίνο ξεκινά. Ό,τι μας είναι απαραίτητο το έχουμε πάντα μαζί. Chevallier. Το βγάζω από τον παράμεσο και το φορώ στο μικρό δάχτυλο.
-         Όταν το τραίνο τερματίσει θα κατέβεις;
Νιώθω την ανάσα της πίσω μου. Η Μαρία. Για μια στιγμή
προσπαθώ να σκεφτώ πώς με βρήκε. Το πιο πιθανό είναι να με ακολούθησε αλλά δεν με ενδιαφέρει κιόλας.
-         Δεν ξέρω... Σφίγγω το χέρι μου καθώς προσπαθώ να θυμηθώ γιατί το φορώ.
-         Δεν είμαι εγώ αυτή που ψάχνεις αλλά μου έχουν πει ότι δεν τους αφήνω να πλήξουν όσο περιμένουν.
-         Επαγγελματίας δηλαδή… μου είναι ενοχλητική. Δεν μπορώ να
θυμηθώ. Μπορεί και να μην σημαίνει τίποτα.
-         Θα μπορούσες να το πεις και έτσι αλλά είναι τόσο υποτιμητικό όλο αυτό. Οριακά αγγίζει την πλήξη. Ωωω… μάλλον είπα κάτι που δεν έπρεπε.
-         Εσύ επιλέγεις τα πρέπει σου και για έναν άνθρωπο, που δεν μπορεί να γευτεί, είτε είναι ανύπαρκτα είτε κατ’ επίφαση προς διευκόλυνση υμών.
          Το τραίνο σταματά. Μ’ αρπάζει και με κατεβάζει κάτω.
-         Έλα. Μου λέει επιτακτικά
-         Πού; Τη ρωτώ
-         Δεν υπάρχει «πού» μου λέει χαμογελώντας
-         Γιατί;
-         Γιατί το τραίνο έφυγε απαντά ανασηκώνοντας ειρωνικά τους
ώμους της.
-         Θα ‘ρθει το επόμενο, λέω καθώς κοιτάζω στον ουρανό τα
σύννεφα που μαζεύονται.
-         Παρ’το. Βγάζει ένα βραχιόλι από το χέρι της και μου το δίνει.
Η κορδέλα του Μόμπιους. Το αγκαλιάζω με την παλάμη μου μα δεν το νιώθω. Το φέρνω στο ύψος των ματιών μου. Την παρακολουθώ μέσα απ’ αυτό.
-         Θα πρέπει να πληρώνεσαι καλά, της λέω καθώς το πετώ στις ράγες του τραίνου.
-         Δεν έχω παράπονο.
-         Τι έχεις;
-         Μνήμη μου απαντά και κάνοντας μεταβολή αρχίζει να απομακρύνεται.
Βοράς, Νότος, Ανατολή, Δύση. Και εγώ στο κέντρο. Μα δεν ήρθα να με λατρέψουν σε τούτον τον βωμό. Την παρακολουθώ καθώς φεύγει. Όχι σταυρός. Είμαι ένα δέντρο που περπατά. Χωρίς ρίζες. Ίπταμαι. Πυραμίδα. Τα στερεοϊσομερή. Οι ακρογωνιαίοι λίθοι.
          Η Μαρία στέκεται. Τις περιστρέφω. Το πρόσωπό μου. Ποιο είναι; Την βλέπω να γυρίζει το κεφάλι της και να μου χαμογελά. Δεν υπάρχει. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει. Η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος ζωή. Κάνω μεταβολή προς τις γραμμές του τραίνου. Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί δεν έχω πρόσωπο. Ποτέ δεν είχα. Δεν χρειάζομαι κάποιον άλλον να με σκοτώσει. Ακούω το τραίνο που έρχεται. Το κεφάλι μου πονά ανυπόφορα. Πιέζω το κεφάλι μου με τα χέρια μου. Δεν το νιώθω. Πρέπει να φύγω από εδώ. Τώρα. Βλέπω το τραίνο να πλησιάζει. Το ακούω. Περνώ την κίτρινη γραμμή.
          -   Ο έρωτας.
          Η Μαρία με κρατά σφιχτά καθώς το τραίνο σταματά μπροστά μας.
Παλεύω να της ξεφύγω.
-         Νομίζεις πως ακούς. Νομίζεις πως καταλαβαίνεις. Οριοθετημένους φθόγγους ακούς. Δεν χαράσσεται μ’ ευθείες η αλήθεια. Ύλη. Ενέργεια. Κύμα. Διάλεξε τι είσαι.
-         Δεν ξέρω. Το άγγιγμά της με εξαντλεί.
-         Παραδώσου. Αφέσου. Σταμάτα να κρατιέσαι τόσο απεγνωσμένα από τις αλυσίδες του μυαλού σου. Χαλάρωσε.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Πνίγομαι μα δεν μπορώ να της αντισταθώ. Με ρουφά. Με παίρνει μέσα της. Όλα μαυρίζουν. Νιώθω τα πόδια μου να λυγίζουν.
-         Αφέσου. Την ακούω μες στο σκοτάδι.
Δεν αναπνέω.

          Ο χρόνος. Η πρώτη μας πατρίδα.
          Νιώθω το σώμα μου βαρύ. Τα αυτιά μου βουίζουν. Νιώθω βήματα στο πάτωμα. Γυρίζω αργά το κεφάλι μου προς το μέρος τους. Βλέπω, αμυδρά, πόδια να πηγαινοέρχονται αργά. Κρυώνω. Προσπαθώ να γυρίσω στο πλάι. Σιχαίνομαι που είμαι στο πάτωμα, μα δεν με βοηθά κανείς να σηκωθώ. Στηρίζομαι στα χέρια μου. Κοιτάζω το πάτωμα. Ξύλινο. Πού είμαι; Υψώνω το βλέμμα. Μια τεράστια παλιά βιβλιοθήκη. Πάω πίσω – πίσω στο πάτωμα και στηρίζομαι σε μία κολώνα. Ένας άντρας με προσπερνά αθόρυβα. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη και βγάζει ένα βιβλίο σχεδόν ευλαβικά. Το ακουμπά σε μία ξύλινη βάση που στέκεται απέναντι από την βιβλιοθήκη. Το ανοίγει σε μία συγκεκριμένη σελίδα και βυθίζεται μες στις σκέψεις του. Την ξέρω αυτήν την βιβλιοθήκη. Σηκώνομαι σιγά – σιγά και στέκομαι πίσω από τον άνδρα. Ακούω τη σκέψη του. Προβάλλουν μπροστά μου οι λέξεις του βιβλίου. Ακόμα ένας.
          Θέλω να δω το πρόσωπό του. Ποτέ δεν έχουν πρόσωπα αυτές οι σκιές. Φεύγω από πίσω του και στέκομαι απέναντί του. Ανάμεσά μας το βιβλίο. Το κοιτώ φευγαλέα. Δεν χρειάζεται να το διαβάσω. Το ακούω καθώς το διαβάζει εκείνος. Υπάρχει. Το βιβλίο. Ό,τι πιο πολύτιμο έχει. Και με ψάχνει, χρόνια τώρα με ψάχνει, ανάμεσα στις λέξεις, ανάμεσα από τις γραμμές και στέκομαι απέναντί του και δεν μπορεί να με δει.
          Όσοι με παρακολουθούν από την πρώτη στιγμή, με ένα ερώτημα «είμαι ή δεν είμαι;». Οι σκιές καθώς περπατώ, οι άνθρωποι που πέφτουν επάνω μου και με σκουντάνε, με σπρώχνουν, μου χαμογελούν… Στέκομαι με σεβασμό απέναντι στον κύριο αυτό. Έχει αφιερώσει μια ολόκληρη ζωή σε κάτι που πιθανόν να μην συναντήσει ποτέ. Και το ακόμα πιο τραγικό; Να το συναντήσει και να μην το καταλάβει.
          Βάζω το χέρι μου πάνω στις σελίδες του βιβλίου. Οι λέξεις συνεχίζουν να γίνονται προτάσεις στο μυαλό μου. Δεν το βλέπει. Το βλέμμα μου ξεχνιέται πάνω στο χέρι μου που ξεκουράζεται πάνω στο βιβλίο. Μα ούτε εγώ βλέπω. Συνειδητοποιώ ξαφνικά πως απ’ το δάχτυλό μου λείπει το δαχτυλίδι μου. Τραβώ το χέρι μου και το αγκαλιάζω με το άλλο. Ο άντρας συνεχίζει να διαβάζει ατάραχος. Σφίγγω τα χέρια μου καθώς αλλάζει σελίδα. Σκέφτομαι πού, πότε μπορεί να το έχασα. Ανοίγει την παλάμη του. Πάνω στην σελίδα στέκει το δαχτυλίδι μου. Σηκώνει το πρόσωπό του και με διαπερνά με το βλέμμα του. «Σε βλέπω» μου λέει μες στο κεφάλι μου. «Δεν χρειάζεται να σηκώσω τα μάτια μου για να σε δω. Σε ακούω. Ναι. Υπάρχεις.»
          Απλώνω το χέρι να πάρω το δαχτυλίδι μου. Το σκεπάζει με την παλάμη του πριν προλάβω να το αρπάξω. «Όχι. Δεν θα στο δώσω. Το δαχτυλίδι αυτό εσύ το έδωσες. Τόσο απλά. Ο χρόνος δεν υπάρχει. Κοίτα.» Κοιτάζω το χέρι μου. Φορώ το δαχτυλίδι μου ξανά και το άλλο στέκεται ακόμα πάνω στο ανοιχτό βιβλίο.
          - Υπάρχεις και αυτό είναι που σ’ εμποδίζει. Όταν σ’ αρνηθείς, θα μπορέσεις να επιστρέψεις.








Τετάρτη, Απριλίου 04, 2012

Διαγωνισμός Συγγραφής πρωτότυπου Θεατρικού Μονόπρακτου


Διαγωνισμός Συγγραφής πρωτότυπου Θεατρικού Μονόπρακτου
Στην Κυπριακή, στην Κρητική ή στην Γραικανική Διαλέκτο



Στα πλαίσια των προσπαθειών της για διάσωση και διαιώνιση των περιφερειακών Ελληνικών Διαλέκτων, η Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου, προκηρύσσει Διαγωνισμό Συγγραφής πρωτότυπου Θεατρικού Μονόπρακτου με τους εξής όρους και προϋποθέσεις:

1. Έπαθλα:

Αθλοθέτης: Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου

- Α΄ βραβείο, Διαγωνισμού συγγραφής πρωτότυπου μονόπρακτου στην Κυπριακή Διάλεκτο: Χρηματικό βραβείο 1.000 Ευρώ και παρουσίαση του (ανέβασμα ή σκηνοθετημένη ανάγνωση του) από το Θέατρο”Επίγονοι” της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου.

- Α΄ βραβείο, Διαγωνισμού συγγραφής πρωτότυπου μονόπρακτου στην Κρητική Διάλεκτο: Χρηματικό βραβείο 1.000 Ευρώ και παρουσίαση του (ανέβασμα ή σκηνοθετημένη ανάγνωση του) από το Θέατρο” Επίγονοι”της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου.

-Α΄ βραβείο, Διαγωνισμού συγγραφής πρωτότυπου μονόπρακτου στη Γραικάνικη Διάλεκτο: Χρηματικό βραβείο 1.000 Ευρώ και παρουσίασή του (ανέβασμα ή σκηνοθετημένη ανάγνωση του) από το Θέατρο” Επίγονοι” της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου.

-Η Κριτική Επιτροπή του κάθε διαγωνισμού δύναται να απονείμει Επαίνους αν το επιθυμεί.

-Η Ε.Θ.Σ.Κ .διατηρεί το δικαίωμα της μη απονομής επάθλων στην περίπτωση που η κάθε Επιτροπή κρίνει ότι τα έργα που κατατέθηκαν δεν ανταποκρίνονται στα ποιοτικά κριτήρια του διαγωνισμού.

2. Χρόνος υποβολής των έργων:

Μέχρι την 6η Μαΐου 2012 το αργότερο. Έργα που θα παραληφθούν μετά την ημερομηνία αυτή δεν γίνονται δεκτά.

3. Είδος έργων:

Θεατρικά έργα γραμμένα απευθείας (και όχι μεταφρασμένα στα ελληνικά), στην Κυπριακή, στην Κρητική ή στην Γραικανική Διαλέκτο, με θέμα που να αφορά την Αγάπη σε όλες της τις μορφές, και τις εξής προδιαγραφές:

α) Διάρκεια: περίπου 20-25 λεπτά.

β) Πρόσωπα: Έως 3

γ) Σχετικά απλές τεχνικές προδιαγραφές

4. Τρόπος υποβολής των έργων:

- Ο κάθε συγγραφέας έχει δικαίωμα υποβολής ενός (1) μόνον έργου. Σε περίπτωση υποβολής περισσοτέρων του ενός έργου, όλα τα υποβληθέντα έργα του αποκλείονται από τον διαγωνισμό.

- Τα έργα υποβάλλονται σε τρία (3) δακτυλογραφημένα αντίγραφα. Έργα που αποστέλλονται με τηλεομοιοτυπία (fax) ή μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν γίνονται δεκτά.

- Τα έργα υποβάλλονται με ψευδώνυμο το οποίο αναγράφεται στο φάκελο και στο κείμενο. Το πραγματικό ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση, ο αριθμός ταυτότητας και ο αριθμός τηλεφώνου του συγγραφέα (μαζί με το ψευδώνυμο) θα περιέχονται μέσα σε σφραγισμένο φάκελο που θα συνοδεύει τα κείμενα. Η τυχόν αναγραφή στα αντίτυπα του έργου του πραγματικού ονόματος- και όχι του ψευδωνύμου- συνιστά λόγο ακυρότητας της συμμετοχής στο διαγωνισμό.

5. Συνοδευτικά δικαιολογητικά:

Κάθε συγγραφέας οφείλει να προσκομίσει μαζί με το έργο του:

- Υπεύθυνη δήλωσή του ότι το έργο που υποβάλλει είναι πρωτότυπο και δεν έχει εκδοθεί, δημοσιευθεί, διδαχθεί από σκηνής ή αποτελέσει τον πυρήνα ή το σενάριο κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού έργου, καθώς και ότι το έργο του δεν έχει υποβληθεί παλαιότερα σε άλλους διαγωνισμούς οποιουδήποτε φορέα. Σε περίπτωση που η δήλωση αυτή αποδειχθεί ψευδής, τούτο συνιστά λόγο ακύρωσης της συμμετοχής στον διαγωνισμό.

- Δήλωση του ότι αποδέχεται ανεπιφυλάκτως όλους τους όρους του διαγωνισμού που αναγράφονται στην παρούσα προκήρυξη

Οι δύο αυτές δηλώσεις πρέπει να κλειστούν στον σφραγισμένο φάκελο με τα στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα.

Εάν μετά την κατάθεση του έργου ο συγγραφέας προχωρήσει σε συμφωνία με άλλο θέατρο για την παρουσίασή του, θα πρέπει να ενημερώσει άμεσα την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων και να αποσύρει το έργο από τον Διαγωνισμό.

Ο Διαγωνισμός δεν αφορά διασκευές οποιωνδήποτε λογοτεχνικών έργων.

6. Διεύθυνση αποστολής των έργων:

Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου/Θέατρο Επίγονοι

Τ.Θ.20369 ,2151 Αγλαντζιά Λευκωσία Κύπρος

Με την ένδειξη: Διαγωνισμός Συγγραφής Μονόπρακτου Έργου

ΓΙΑ ΤΗΝ ……………. Διάλεκτο (να διευκρινίζεται στο φάκελο)

Τα έργα πρέπει να αποστέλλονται με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ανωνυμία (ταχυδρομικώς ή με κούριερ).

7. Απονομή βραβείων

- Τα έργα θα διαβαστούν και θα αξιολογηθούν από πενταμελείς τοπικές Επιτροπές, μία για την κάθε διάλεκτο, που θα οριστούν ως ακολούθως:

- Τον/την Πρόεδρο ή τέως Πρόεδρο του Συνδέσμου που εκπροσωπεί κάθε χώρα.

- Ένα θεατρολόγο

- Ένα αριστείνδην Σκηνοθέτη.

- Ένα εκπρόσωπο τοπικού Θεάτρου.

- Ένα άτομο που αποδεδειγμένα ασχολείται και γνωρίζει τη Διάλεκτο.

(α) Η κρίση της κάθε τοπικής Επιτροπής για το βραβείο είναι τελεσίδικη και υποβάλλεται στην Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου, μαζί με το σκεπτικό βράβευσης.

(β) Η απονομή των βραβείων θα γίνει σε ειδική τελετή στην Κύπρο, ή αν αποφασισθεί άλλως πως, στην παρουσία εκπροσώπου της Ε.Θ.Σ.Κ.

(γ) Οι αποφάσεις των Κριτικών Επιτροπών θα ανακοινωθούν στον τύπο και στις τρείς χώρες.

(δ)Η κάθε Επιτροπή θα απονείμει ένα Πρώτο Βραβείο και έναν Έπαινο, νοουμένου ότι θα υποβληθούν τουλάχιστον Τρία μονόπρακτα στην εν λόγω διάλεκτο.

Σε αντίθετη περίπτωση, δεν απονέμονται βραβεία ή έπαινοι και ο διαγωνισμός ακυρώνεται.

8. Πνευματικά δικαιώματα:

Όλα τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού ανήκουν σ’ αυτόν, εκτός όσων αφορούν στα εξής:

- στην δημόσια (δωρεάν) ανάγνωση του έργου κατά τη διάρκεια Τελετής απονομής στη Λευκωσία ή σε άλλους χώρους/τόπους ελεγχόμενους από την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου και τους συνεργαζόμενους Οργανισμούς στο Διαγωνισμό, από ηθοποιούς της επιλογής τους με δική τους δαπάνη και για ένα χρόνο από την ανακήρυξη των βραβείων.

- στο ανέβασμα των έργων από σκηνής στην Κύπρο από το Θέατρο «Επίγονοι» ή τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, για συνολική διάρκεια μέχρι δύο θεατρικών περιόδων, σε διάστημα τριών ετών από την ανακοίνωση των βραβείων.

9. Παραμονή αντιγράφων Βραβευθέντων έργων στην Ε.Θ.Σ.Κ.

Τα έργα που κατατίθενται στον διαγωνισμό παραμένουν στη βιβλιοθήκη της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου και δεν επιστρέφονται.

11. Συνεργαζόμενοι Οργανισμοί:

Στην Κρήτη: Δήμος Ηρακλείου

Στην Ιταλία:Πανεπιστήμιο του Σολέντο.Σχολή Παιδαγωγικών ,Ψυχολογικών και διδακτικών Επιστημών.

Για πληροφορίες:

, Κυρία Δέσπω Κόνιζου -Λοιζιά , πρόεδρος ,τηλ.99473501,τηλεομοιότυπο 22339935,τηλεομοιότυπο
lodean@cytanet.com.cy
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

, Κύριο Γιώργο Αντωνάκη τηλ. 00302810399211 τηλεομοιότυπο
neolaia@heraklion.gr

Τρίτη, Απριλίου 03, 2012

Spark D' Ark V


-   Θες τσιγάρο; Κερνάω εγώ. Αυτή τη φορά.
Σταματώ. Από έρχεται η φωνή;
-         Χάρισμά σου και η φωτιά.
Μια γυναίκα κάθεται στα σκαλιά και καπνίζει. Δεν μπορώ να την
δω καθαρά. Κοιτάω τα φώτα, που ακολουθώ μηχανικά.
-         Ό,τι ζήτησες, θα ‘ρθει να σε βρει. Μα δεν θα ‘χεις μάτια να το
αναγνωρίσεις. Ο πόνος του αποχωρισμού. Η στιγμή, που θα αντικρίσεις το Δέντρο πριν τον εξοστρακισμό.
Την πλησιάζω. Κάθομαι δίπλα της. Μου προσφέρει το πακέτο της.
Γυρίζω να την κοιτάξω. Απλώνει το χέρι της στα χείλη μου. Με χαϊδεύει για λίγο και μετά φέρνει τα δάχτυλά της κάτω από τη μύτη της.
-         Τρικυμία…
Στα δάχτυλά της το αίμα μου. Το βλέμμα της με διαπερνά. Αρχίζει
να γλύφει ένα – ένα τα δάχτυλά της.
-         Οι περισσότεροι δεν μπορούν να περιγράψουν την γεύση, που
έχει ένα κοτόπουλο. Στοιχηματίζω πως ένα κοτόπουλο θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια την δική μας, αν του δίναμε την ευκαιρία, συμπληρώνει πετώντας μου τον αναπτήρα.
-         Εσύ δίνεις ευκαιρίες; Τη ρωτώ ανάβοντας το τσιγάρο μου.
-         Δεν στέκεσαι εδώ; Σου πρόσφερα ένα άλλοθι να σταματήσεις,
δημιουργώντας μια ανάγκη, που δεν ήξερες καν ότι είχες. Σου φύτεψα τον σπόρο, που τώρα ανθίζει στα χείλη σου. Κάθε φορά που θα ανάβεις τσιγάρο, θα θυμάσαι τη στιγμή, που σταμάτησες να ακολουθείς το φως, μηχανικά.
-         Τι γεύση έχει το αίμα μου;
-         Δεν ξέρεις; Απαντά πετώντας το τσιγάρο της.
-         Περιέγραψέ την. Κοτοπουλάκι μου…
-         Κοίτα με! Πώς με λένε; Τα μάτια της γυαλίζουν στο ημίφως.
-         Δεν μπορείς να γευτείς… Σκοτεινιάζει καθώς έρχεται
απειλητικά προς το μέρος μου.
-         Το όνομά μου… η φωνή της επιτακτική. Ετοιμάζεται να μ’
Αρπάξει.
-         Πώς είναι να μην μπορείς να γευτείς ό,τι πιο δικό σου; Τη ρωτώ
καθώς απομακρύνομαι.
-         Κάλεσέ με με τ’ όνομά μου. Με διατάζει αρπάζοντάς με από τα
χέρια.
Τη φιλάω στο στόμα.
-         Ποιο είναι το δικό μου όνομα; Πες μου! Τώρα! Τα χέρια μου
αγκαλιάζουν το λαιμό της. Δύο κύκλοι περασμένοι σε μια αλυσίδα.
-         Ο έρωτας. Είναι το κλειδί που ζητάς, μου απαντά σπάζοντας
την αλυσίδα.
-         Για ποιο πράγμα; Τη ρωτώ.
-         Το όνομά μου… απαιτεί πετώντας την στα πόδια μου.
-         Ιωάννα! Λέω τραβώντας τα χέρια μου. Κατεβαίνω την σκάλα.
Αρχίζει να ξημερώνει. Το λυκαυγές σκίζει τον ουρανό. Νύχτα και μέρα μαζί.
-         Μην σε μπερδεύει ό,τι φαίνεται. Οι θυγατέρες των παθών δεν
ετοιμάστηκαν ακόμη. Δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει χώρος. Πού βρίσκομαι;
-         Βράχος, απαντώ καθώς η μέρα προβάλει. Στιγμές. Να προλάβω
να δω. Το δέντρο της γνώσης. Το δαχτυλίδι μου με βαραίνει.
-         Και εσύ το κύμα που τον ταξιδεύει. Το όνομά μου.
-         Γοργώ.
Ο ήλιος ανατέλλει. Η αλυσίδα της πεταμένη με μια σταγόνα αίμα
πάνω της. Την παρακολουθώ καθώς σκύβει να την πάρει. Τα αυτιά μου βουίζουν. Η καρδιά μου χτυπά μανιασμένα. Θάλασσα. Μια θάλασσα σκοτεινή. Επέστρεφε. Βαδίζω πάνω της. Δεν υπάρχει. Εικόνες διαλεγμένες είναι. Ο έρωτας. Ζει;
          Η θάλασσα εξαφανίζεται. Βρίσκομαι σε έναν σκοτεινό ουρανό γεμάτο αμέτρητα μικρά αστέρια. Να ταξιδεύω, χωρίς να κινούμαι.
          Ο έρωτας… Έχει όνομα; Χρόνο; Τόπο;
          Η Γοργώ ίπταται απέναντί μου λουσμένη στο φως.
          - Γοργώ! Ζω;
          Ένα δωμάτιο που βλέπω από ψηλά για μια στιγμή μονάχα.
          - Γοργώ; Ουρλιάζω καθώς το δωμάτιο εξαφανίζεται το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Η Γοργώ χαμογελά και καθώς μια αόρατη δύναμη την τραβά προς τα πίσω και παίρνει την θέση της στον κύκλο.
    
-         Είσαι καλά; Απάντησέ μου αν με ακούς.
Πονάω. Προσπαθώ να καταλάβω πού μα δεν μπορώ. Η φωνή της
Είναι τόσο ενοχλητική στ’ αυτιά μου.
-         Αν μ’ ακούς, δώσε μου ένα σημάδι. Κούνησε το χέρι σου αν
μπορείς.
Με κουνάει. Δεν της αντιστέκομαι. Νιώθω κάτι σκληρό και
παγωμένο στο πρόσωπό μου. Φωνές. Προσπαθώ να κουλουριαστώ. Το χέρι μου ακουμπά στο πεζοδρόμιο. Ανοίγω τα μάτια. Πόδια πηγαινοέρχονται γύρω μου. Ξημερώνει. Γυαλιά σπασμένα. Κρυώνω. Πρέπει να σηκωθώ. Το κεφάλι μου πονάει τόσο, που νομίζω θα σπάσει. Σηκώνομαι. Παραπατάω. Φέρνω τα χέρια στο πρόσωπό μου. Αίμα. Κοιτάω μπροστά τον κόσμο που έχει συγκεντρωθεί και φωνάζει. Πλησιάζω. Παραμερίζουν σιωπηλά στο πέρασμά μου.
          Η αγαπημένη. Κάποιος από πάνω της ουρλιάζει σχεδόν, προσπαθώντας να την κάνει να αντιδράσει. Κοιτάζω γύρω μου. Το αυτοκίνητο. Ο οδηγός με την αστυνομία. Μια σειρήνα με διαπερνά. Ασθενοφόρο. Σκύβω μπροστά της. Δεν ακούει μα δεν το ξέρουν. Ακουμπώ το χέρι μου στο στέρνο της. Η σιωπή σκεπάζει τα πάντα. Ο χρόνος. Κάνω το δεξί μου χέρι γροθιά και το κατεβάζω με δύναμη στο στέρνο της. Κάποιος με χτυπά και πέφτω κάτω.
          Οι διασώστες την πλησιάζουν με ένα φορείο. Την εξετάζουν και την μετακινούν με προσοχή. Αναπνέει. Την σηκώνουν και την πάνε στο ασθενοφόρο. Επέστρεφε… Η πόρτα κλείνει και η σειρήνα ηχεί ξανά. Οι άνθρωποι περίεργοι συνωστίζονται πίσω του. Με κρύβουν.
-         Πάρε να σκουπιστείς.
Ένα χέρι μου προσφέρει το μαντήλι του. Φορά ένα παράξενο
βραχιόλι γεμάτο πέτρες και σύμβολα. Παίρνω το μαντήλι μηχανικά και κάνω μεταβολή να φύγω.
-         Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν.
Καρκινοειδές. Ο ιός μεταφράζεται.
Στρέφομαι προς το μέρος της. Η γενετική πληροφορία. Την
σπάσαμε. Της δώσαμε τους δικούς μας κώδικες. Καρφώσαμε το τελευταίο όριο. Μα μες στην υπεροψία μας ξεχάσαμε την εξέλιξη. Εμείς, οι δεινόσαυροι του μέλλοντός μας. Και κανένας μας δεν θέλει να εξαλειφθεί. Πόλεμος. Ο χρόνος μου. Ό,τι μάχεται για να επιβιώσει. Ο νέος κώδικας. Ό,τι δεν είναι όλο, θα θυσιαστεί.
-         Ευχαριστώ. Πώς σε λένε; Τη ρωτάω.
-         Μαρία, μου απαντά χαμογελώντας
-         Υπάρχεις; Αναρωτιέμαι φωναχτά καθώς σκουπίζω το πρόσωπό
μου.
-         Όχι περισσότερο από εσένα ψιθυρίζει κλείνοντας την
γαλάζια τσάντα της που είναι γεμάτη αρώματα.
-         Η Μαρία της θαλάσσης… Χαμογελάω καθώς διπλώνω το
μαντίλι  της.
-         Θες να σε πάω στην θάλασσα; μου λέει καθώς  περνά την
τσάντα της λοξά στον ώμο της.
-         Όχι. Ευχαριστώ. Θέλω να περπατήσω.
-         Όπως αγαπάς. Κάνει ένα βήμα πίσω και μετά γυρίζει και
χάνεται μέσα στο πλήθος.
          Ξεδιπλώνω το μαντίλι. Είναι τόσο βρώμικο. Τα κρατώ στα χέρια μου. Το αφήνω να πέσει. Δεν θυμάμαι το πρόσωπό μου. Τα χέρια μου το ψάχνουν. Να το θυμηθούν. Το χαϊδεύω. Το πιέζω. Προσπαθώ να θυμηθώ. Μα δεν μπορώ. Έχω χάσει την αφή μου.

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2012

Spark D' Ark IV


Ιός. Ο κώδικας μέσα στην κιβωτό του. Κατ’ επίφαση νεκρός εκτός  κυττάρου. Μέχρι την ενσωμάτωση. Η ένωση της γενετικής πληροφορίας. Η μετάφραση. Η έκφραση. Η αλλαγή. Η φυσική επιλογή. Εξέλιξη ή θάνατος. Λίγα κύτταρα αντέχουν. Τα περισσότερα θα πεθάνουν. Ό,τι αντέξει όμως θα κυριαρχήσει.
Ο χρόνος. Η τελευταία ψευδαίσθηση.
Σκοτάδι. Το περιστρέφω. Στερεοϊσομερές. Το σημείο που θα είναι διαφορετικό είναι η πόρτα της επιστροφής. Ο ιός. Εγώ. Ξανά και ξανά.

Κρυώνω. Ημίφως. Το χέρι μου στο πεζοδρόμιο. Το δαχτυλίδι μου. Φως μέσα στο φως. Αγκαλιασμένα. Ξέχωρα και όμως ένα. Απομακρύνω το χέρι μου. Ο χώρος. Περιπλανιέμαι σε ό,τι δεν υπάρχει. Ταξιδεύοντας δημιουργώ τους δρόμους μου.
Σηκώνομαι. «Έλα». Μια φωνή στο μυαλό μου. Το βλέμμα μου στην αγαπημένη. Τα χέρια της. Μου θυμίζουν κάτι. Τα ‘χω συναντήσει ξανά. Το θράσος της γύμνιας τους. Σκεπάστε τα. Τα κρύβω στα δικά μου. Τα τραβά πανικόβλητη, κάνει μεταβολή και αρχίζει να τρέχει. Τρέχα αγαπημένη. Τρέχα να ξεφύγεις από ό,τι σε κυνήγησε. Τρέχα και εγώ θα τρέξω πίσω σου.
Δεν μπορείς να μου ξεφύγεις. Ούτε και το θες.
Την πιάνω και την κρατώ σφιχτά αγκαλιά. Παλεύει να ξεφύγει. Σπαρταράει. Ουρλιάζει στο κεφάλι μου. Μια μαινάδα, που υψώνεται από την γη και πέφτει πάνω μου με μανία. Την αφήνω και πιάνω τα αυτιά μου. Γυρίζει. Με φιλάει στο στόμα. Δεν με φιλάει. Την ανάσα μου κλέβει. Φύσα. Τα χέρια της στον λαιμό μου. Ανάσα μου. Τα χέρια μου στην μέση της.
Στερεοϊσομερή. Φως. Ξεθωριάζει. Απομακρύνεται. Ακίνητη. Επιστρέφει στην θέση της. Στην περίμετρο του κύκλου. Εγώ στο κέντρο. Εκείνη φωτεινό σημείο στην περίμετρο. Η Ελένη. Το ξέρω πως είναι και εκείνη εκεί. Την νοιώθω και ας μην την βλέπω. Τις νοιώθω. Όλες. Η σκέψη μου, ακτίνες. Συνδέεται με κάθε μια ξεχωριστά. Δεν βρίσκομαι εδώ. Τις υψώνω όλες στην αλήθεια μου. Ενώνονται η μία με την άλλη. Κύκλος φωτεινός μες στο σκοτάδι. Το δαχτυλίδι μου. Πρέπει να το περιστρέψω. Πρέπει. Και μαζί τους κόσμους τους. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τις έχω.
Κάτι με εκσφενδονίζει στον τοίχο. Πονάει το κεφάλι μου. Προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη. Ένα μούδιασμα. Πού είναι; Κάτι ζεστό και αλμυρό γεμίζει το στόμα μου. Ακουμπώ τα χέρια στα χείλη μου. Αίμα. Η αγαπημένη ακίνητη στο πεζοδρόμιο. Ένα αυτοκίνητο. Ο οδηγός ουρλιάζει, βρίζει. Σηκώνομαι με δυσκολία. Είναι τόσο όμορφη. Κόσμος αρχίζει να μαζεύεται γύρω της. Φωνάζουν. Κινούνται νευρικά. Της μιλούν. Προσπαθούν να την μετακινήσουν. Έρχονται ολοένα και περισσότεροι. Αίμα. «Με το κόκκινο του αίματος, είμαι, είμαι για σένα»
Χάνομαι μέσα στη νύχτα.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

Spark D' Ark III


Περπατώ. Αναζητώ τη νύχτα. Κανείς δεν μπορεί να επιστρέψει αν δεν γνωρίζει το πού. Αν δεν έχει αντιληφθεί ποιος είναι, ή τι είναι. Λάθος. Κανείς δεν μπορεί να είναι, αν δεν έχει τον χρόνο. Μα χρόνος δεν υπάρχει στ’ αλήθεια. Τον υφαίνουμε, τον τρέφουμε, τον ταξιδεύουμε. Ορίζουμε ό,τι επιθυμούμε να υποτάξουμε σε σχέση με αυτόν. Χοές η μνήμη μας. Ανθρωποθυσίες τα «ναι» και τα «όχι» μας. Ό,τι δεν υπάρχει, το δημιουργούμε.
          Θέλω να σε δω. Θέλω να σ’ αγγίξω. Ο πόθος μου έκρηξη. Γεννά κόσμους ολόκληρους. Να σε συναντήσω ξανά από την αρχή.  Να με δεις και να γυρίσεις, με την λάμψη στα μάτια. Να υποκριθούμε και οι δυο μας τους αθώους. Να χαμογελάσουμε, να μου απλώσεις το χέρι και να στοιχηματίσουμε πως αυτήν την φορά θα τα καταφέρουμε. Η ύβρις.
          «Νέμεσις». Στέκομαι απέναντι. Μουσική. Άνθρωποι φορούν τις Κυριακές τους. Προσπαθούν να εισέλθουν. Χαμογελούν. Γελούν. Αγκαλιάζουν ό,τι προσεύχονται να ανασάνει για αυτούς. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι πως όλοι τους κάποτε ήταν παιδιά. Μωρά, που δεν μπορούσαν να περπατήσουν και γελούσαν. Τους έμαθαν να περπατούν. Τους έπεισαν να τρέχουν. Φυλάκισαν τα πόδια τους σε παπούτσια. Ξέμαθαν να χορεύουν.
          Η μίμηση πράξης, μας έπεισαν πως είναι πράξη. Σπουδαίας και τελείας. Γεμίσαμε τις κατ’ επίφαση τραγωδίες μας αποσιωπητικά, ευελπιστώντας κάποια τελεία να μας βρει κατάστηθα. Η λήθη. Το καταφύγιο της ύπαρξής μας. Η γνώση. Οι μικρές Παρασκευές. Έμποροι τσιγγάνοι μου πούλησαν τα καρφιά. Σπασμένοι καθρέφτες οι κραυγές μου. Εγώ είμαι τα καρφιά.
          Μπαίνω μέσα. Κατευθύνομαι στο bar. Δίπλα μου μία γυναίκα πίνει μόνη. Δεν έχει κάπου να καθίσω. Στέκομαι δίπλα της. Παρατηρώ πώς αγκαλιάζει το ποτήρι με τα δάχτυλά της. Με το άλλο χέρι χαϊδεύει το λαιμό της. Ανοιχτή η παλάμη της. Σπρώχνει το ποτήρι της προς το μέρος μου. Από τον τρόπο, που αλλάζει χέρια ένα ποτήρι, αναγνώριζα πάντα τους εραστές. Περιστρέφει το χέρι της και χαϊδεύει το μάγουλό της. Μια χορεύτρια.
          Με καρφώνει με το βλέμμα της. Παίρνει το ποτήρι ξανά. Ο Barman  την ρωτά αν θέλει ακόμα ένα ποτό. Χαμογελά. Ανοίγει το χέρι της και το ποτήρι πέφτει στο πάτωμα. Σφίγγει το χέρι της σε γροθιά και το κατεβάζει κάτω. Στριφογυρίζει τα δυο της χέρια κυκλικά με ανοιχτά τα δάχτυλά της. Είναι κωφάλαλη.
          Γυρίζει προς το μέρος μου ξανά. Φέρνει το δείκτη της στο στέρνο. Παύση. Οι παλάμες της ανοιχτές, τεντωμένες ενώ τα ανοιχτά της δάχτυλα χαϊδεύουν το στέρνο διαδοχικά. «Αγαπημένη». Αντίδωρο το είναι μας. Κομματάκια το δίνουμε σε ό,τι ακουμπήσει τα χείλη του στο βλέμμα μας.
Ανεβαίνει στον πάγκο και από εκεί, πάνω στην μπάρα. Τα χέρια της. Λεπτά. Μακριά. Νομίζεις πως με την αφή νιώθει τη μουσική. Τα φώτα σβήνουν. Ο προβολέας πάνω της. Σιωπή. Μόνο μουσική. Χορεύει μόνη. Όλοι από κάτω με βλέμματα στιλέτα καρφωμένα πάνω της. Το φως προσπαθεί να την χαϊδέψει. Την φλερτάρει. Δεν του παραδίδεται. Στροβιλίζεται. Μα δεν στροβιλίζεται το σώμα της. Περιστρέφει τους κόσμους της αρμονικά. Βροχή Λεοντιδέων ό,τι ευχήθηκε, ό,τι πλάγιασε, ό,τι άφησε και ό,τι κάλεσε να ‘ρθει ξανά.
Δεν χορεύει. Έρωτα κάνει. Με κάθε έναν, που την παρακολουθεί. Το φιλί στο μάγουλο. Υποψιάζεται.  Μ’ αρέσει. Τόσες συκιές φύτεψε. Τόσα χιλιόμετρα σκοινί ύφανε. Είναι τόσο, μα τόσο προκλητική. Θα παίξουμε. Τι ζητάς; Πες μου. Και απόψε θα στο δώσω. Το κέρδισες. Ζήτα. Ό,τι θες. Και θα το ‘χεις.
«Έλα». Κατεβαίνει από την μπάρα. Το φως σβήνει. Ο κόσμος αρχίζει να κινείται ξανά. Κινείται προς την έξοδο. Την ακολουθώ. Βγαίνουμε έξω. Φυσάει. Πονάω. Ο πόνος με γονατίζει. Πεθαίνω. Όλα θολώνουν. «Ανάπνεε». Ο παγωμένος αέρας στο πρόσωπό μου. Στώμεν. Στώμεν καλώς.  Καταρρέω. Δεν υπάρχει πόνος. Μεγαλώνοντας, τραβάμε το χαλί ξανά και ξανά κάτω από τα πόδια μας. Και η απόσταση από το πάτωμα μεγαλώνει.  Η πτώση. Κάθε φορά και πιο οδυνηρή. Κοιτώ κάτω. Δεν υπάρχει πάτωμα. Δεν υπήρξε ποτέ. Στώμεν.
Κύκλος. Κράτα με. Στον αέρα. Με την αφή σου. Άγγιξέ με Αγαπημένη.  Από μέσα.  Σκοτάδι.

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2012

Διαγωνισμός σεναρίου 31-3-2012 έως 30-06-2012


Ο μεγαλύτερος και καλύτερος διαδικτυακός διαγωνισμός σεναρίου, για ταινίες μικρού μήκους μέχρι τρία λεπτά (3'), ο πρώτος διαγωνισμός από τον οποίο προκύπτουν ταινίες, είναι εδώ και σας περιμένει! 

Ημερομηνία έναρξης υποβολής σεναρίων:31 Μαρτίου2012
Ημερομηνία λήξης υποβολής σεναρίων:30 Ιουνίου  2012

Είσαι από 18 μέχρι 40 χρονών;
Έχεις φαντασία;
Γράφεις σενάρια;
Έχεις ιδέες;

Λάβε μέρος τώρα! Η «microγραφή» 2012 ξεκίνησε!!!

Η t-shOrt, έχοντας τεράστια εμπειρία και πολύ καλή γνώση της αναγκαιότητας για ουσιαστικότερη διακίνηση της μικρής ταινίας στην κινηματογραφική αγορά, διοργανώνει για τέταρτη συνεχή χρονιά τον διαγωνισμό σεναρίων για ταινίες μικρού μήκους «microγραφή 2012».

Συνδιοργανώτρια του διαγωνισμού, και για φέτος, είναι η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, που στηρίζει μία σειρά δράσεων, που αφορούν στη Νεολαία και στις πολιτιστικές της αναζητήσεις και επιχειρεί ένα ποιοτικό άλμα, συνειδητοποιώντας ότι, στην εποχή μας, δεν αρκεί ένας διαφορετικός λόγος, αλλά χρειάζεται συστηματική προσπάθεια, προγραμματική επάρκεια και, κυρίως, δράση.

Δύο μεγάλες δυνάμεις με έναν κοινό στόχο: 
Την ανάδειξη των νέων σεναριογράφων, που τολμούν να τα βάζουν με τον χρόνο και δημιουργούν δυνατές ιδέες και μικροσενάρια, που θα κάνουν την διαφορά στα κινηματογραφικά δρώμενα

Εκτός διαγωνισμού:

Είσαι μικρότερος από 18 ή μεγαλύτερος από 40 χρονών;

Η t-shOrt θα δεχθεί τα σενάριά σας και θα ξεχωρίσει τα καλύτερα, τα οποία και θα εντάξει, σε ειδικό Bonus Text κεφάλαιο, στην έκδοση "12 μικρά σενάρια" τόμος ΣΤ΄, ενώ η  τράπεζα σεναρίων θα φιλοξενεί όλα τα σενάρια και των, εκτός διαγωνισμού, σεναριογράφων. 

Καλή επιτυχία σε όλους! 

Δείτε όλες τις λεπτομέρειες του διαγωνισμού εδώ : 

Spark D' Ark II


Περπατάμε μέσα στην νύχτα. Δεν βιάζεται. Μυρίζει γιασεμί. Από ένα ανοιχτό παράθυρο ακούγεται μουσική. Στέκεται. Αφήνει τα πράγματά της να πέσουν στο πάτωμα. Στρέφεται σε μένα. Μου απλώνεται το χέρι. Θέλει να ζήσει. Μέσα στην νύχτα. Θέλει να χορέψει. Μ’ αγκαλιάζει. Η ανάσα της στο λαιμό μου. Σπαρταρά. Θα πεθάνει. Το νιώθει. Μύηση είναι ο έρωτας.
          Η παλάμη μου στην δική της. Το σώμα μου πάνω στο δικό της.  Το πόδι της μ’ αγκαλιάζει και γλιστρά πάνω μου. Θέλει να μάθει. Τόσο αθώα. Όλες θα είναι. Το χέρι μου στην μέση της. Βωμός είναι ο έρωτας. Δικός μας. Εμάς λατρεύουμε. Ό,τι καλύτερο έχουμε. Ο άλλος είναι απλά η αφορμή. Δεν τον χρειαζόμαστε. Κάθε φορά είμαστε και καλύτεροι. Κάθε επόμενος έρωτας είναι καταδικασμένος να είναι καλύτερος.
          Πόθος. Να έρθω μέσα σου. Στροβιλιζόμαστε. Τα μάτια της φωτίζονται μες στο σκοτάδι. Θυμάται. Ό,τι ήταν πριν γεννηθεί. Υποφέρει. Τα χέρια μου στο κορμί της. Είναι φορές που τρελαίνομαι, όταν σκέφτομαι την απελπισία με την οποία προσπαθούμε να κρατηθούμε απ’ το ανύπαρκτο. Την σφίγγω επάνω μου. Και την πετάω στο πεζοδρόμιο. Σήκω. Υπάκουσε. Αυτόφωτη ή ετερόφωτη. Η ψευδαίσθηση της επιλογής. Θα τις απαιτήσω όλες. Και εσύ θα μου τις δώσεις. Δεν μπορείς να αντισταθείς. Καμία δεν μπορεί.
          Αγγίζει το γόνατό μου. Σηκώνεται. Ένα χάδι στο πρόσωπό της. Αν υπήρχε αγάπη, ίσως και να μπορούσα να την αγαπήσω. Χορεύουμε. Δεν ζητά αγάπη. Ν’ αγγίξει θέλει. Για να πιστέψει. Να δει. Μαζί το συμφωνήσαμε. Πριν καν γεννηθούμε. Πως θα συναντηθούμε εδώ. Θα χορέψουμε μέσα στην νύχτα. Διψά. Πεινά. Μα δεν το ξέρει. Ζητά. Ό,τι είναι. Ελεύθερη από όλα όσα της μάθανε.
          Να με χρησιμοποιήσει θέλει. Το ίδιο κάνω και εγώ. Η μόνη μας διαφορά είναι ότι εγώ το γνωρίζω, το παραδέχομαι. Η πτώση μου. Αμετανόητη. Το άλλοθι της αθωότητας. Κάθε φορά μαθαίνω απ’ την αρχή σαν να είναι η πρώτη φορά. Η μουσική σταματά. Αναζητά την τσάντα της. Το λευκό της μπαστούνι. Φοβάται. Γυρίζει το πρόσωπό της προς εμένα. Ελευθερία. Κάνω μεταβολή να φύγω. «’Ελα» λέει χαμηλόφωνα. Στέκομαι.
          «Έλα». Τίποτα και κανείς δεν έρχεται αν δεν το καλέσεις. Οτιδήποτε άλλο βρεθεί στο δρόμο σου απλά δεν το αναγνωρίζεις. Χάνεται. Μα κάθε τι έχει το τίμημά του. Εσύ… είσαι το δικό σου. Και θα μου το προσφέρεις. Για κάτι, που δεν ξέρεις τι είναι. Για κάτι, που δεν σου έχει μιλήσει κανείς άλλος για αυτό. Ούτε και εγώ θα σου μιλήσω. Θα σ’ αφήσω μόνο να δεις. Και μετά θα χαθώ. Και τότε θα αποφασίσεις. Αν θα γίνεις. Ή θα σε παγώσεις για πάντα. Γιατί θα ξέρεις, θα θυμηθείς. Η ζωή είναι θάνατος… και ο θάνατος ζωή.
          Την ακολουθώ. Φτάνουμε στο σπίτι της. Ξεκλειδώνει. Ακουμπά τα πράγματά της. Βγάζει το παλτό της, βάζει μουσική και ανοίγει την μπαλκονόπορτα. Σκαρφαλώνει στα κάγκελα. Στιγμές είναι όλα. Η εκπυρσοκρότηση του χρόνου. Ένα κλικ που απαιτεί τόσα πολλά για να συμβεί. Νομίζουμε πως ξέρουμε να σημαδεύουμε. Μας εκπαιδεύουμε. Πυροτεχνήματα. Όχι ακόμα γλυκιά μου. Όχι.
          Αρχίζει να γελά. Σπαραχτικά. Η ανάσα μου μέσα της. Η γέννηση. Το πρώτο σοκ. Είμαστε κάπου που είναι ζεστά, κολυμπάμε, δεν πεινάμε, δεν κρυώνουμε και ξαφνικά κάτι μας τραβά, μας σπρώχνει, ασφυκτιούμε, πεθαίνουμε. Φως. Πόσο ενοχλητικό. Φωνές. Πεθαίνουμε. Ο χρόνος. Τικ, τακ, τικ... Αποφάσισε. Τώρα. Στα χέρια μου κρατώ το σώμα σου. Κραυγή. Το πρώτο μας κλάμα. Ανάσαινε.
          Της κλείνω τα μάτια. Η παράδοση. Αρχίζω να την γδύνω. Ένα ρόδο πανέμορφο. Αφαιρώ ένα-ένα τα πέταλά του. Μ’ αγαπά, λίγο, πολύ, μέχρι τρέλας… Ποιο το νόημα της ομορφιάς, αν δεν την απολαμβάνουμε; Όλοι μας γεννηθήκαμε όμορφοι. Μας δημιουργήσαμε έτσι. Δολώματα και αγκίστρια ταυτόχρονα. Δέλεαρ. Να παγιδεύσουμε την σκέψη μας. Πάθη, αδυναμίες, επίκτητες αρετές. Το τρυφερό μας λίκνο.
          Μ’ αγαπάς; Λίγο; Πολύ; Μέχρι τρέλας… Μέχρι το τέλος της νύχτας. Μέχρι να δεις ότι δεν με χρειάζεσαι πια. Πως στ’ αλήθεια δεν με χρειαζόσουν ποτέ. Αλλά έπεισες τόσο πολύ τον εαυτό σου, που σε εξανάγκασες να με δημιουργήσεις.
          Ένα τσιγάρο καπνίζει στο τασάκι. Φυσάει. Θα ξημερώσει σε λίγο. Κοιτάζω το ρολόι καρφωμένο στον τοίχο. Τι ανοησία να πιστεύουν πως δεν σταματά ο χρόνος. Στο λαιμό της κρέμεται ο προσωπικός της Ιούδας. Δεν τον χρειάζεται πια. Μες στον ύπνο της το τραβά και το σπάει. Κατεβαίνω στο δρόμο. Με κυοφορεί. Σαν έρθει ο καιρός, θα με γεννήσει ξανά. Η τιμωρία μου. Η αδυναμία μου. Η νίκη μου. Η πιο δική μου καταδίκη.
          Κατευθύνομαι στον σταθμό. Άνθρωποι που κοιμούνται, μα δεν το ξέρουν. Πειθήνιοι. Ακολουθούν σημαίες μεσίστιες. Θεούς, δαίμονες, ανθρώπους, σύμβολα, εικόνες, που πιθανώς να μην υπήρξαν ποτέ, παρά μόνο στο μυαλό τους. Εκατομμύρια άδεια πουκάμισα, περιπλανώμενα στον χώρο και τον χρόνο. Υπάρξεις-νομάδες. Καραβάνια που αναζητούν την όασή τους. Ή τον αντικατοπτρισμό της. Η επιθυμία. Η Αρχή των ενστίκτων.
          Το τραίνο δεν έχει φτάσει ακόμα στο σταθμό. Κάθομαι σε ένα παγκάκι. Μία ηλικιωμένη σέρνει μία βαλίτσα και παλεύει να πιάσει έναν ηλικιωμένο κύριο από το χέρι. Εκείνος χαμογελά με το μπλε σκουφάκι του. Αν ένιωθα κάτι, θα ήταν ζήλια. Η κυρία φέρνει την βαλίτσα δίπλα στο παγκάκι και πάει καθίσει. Εκείνος προχωρά. «Πού πας ευλογημένες; Σταμάτα!» Τον αρπάζει από το χέρι και τον βάζει να καθίσει δίπλα της. Του φτιάχνει τα ρούχα. «Altzheimer. Το καταλάβαμε την πρώτη φορά που χάθηκε και τον βρήκε η αστυνομία» λέει ταχτοποιώντας την μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό του. «Δεν είναι εδώ. Τον κοιτώ. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Τα βράδια μόνο σαν κοιμηθεί, κλαίω. Άνθρωπος είμαι και εγώ. Δεν μ’ ακούει κανείς. Κάθε βράδυ. Και το πρωί παίρνω την βαλίτσα και επιστρέφουμε»
          Το τραίνο σταματά μπροστά μας. Σηκώνεται. Παίρνει την βαλίτσα και προχωράει. «Έλα» Ο παππούς χαμογελά ευτυχισμένος στο παγκάκι. Αφήνει την βαλίτσα και τον παίρνει από το χέρι. Τον βάζει στο τραίνο. Την παρακολουθώ πίσω από τα τζάμια να προσπαθεί να τον βάλει να καθίσει. Ξεκινούν. Θα πάρω το επόμενο.
          Κοιτάζω τα χέρια μου. Ξεχνώ το σχήμα τους. Το μυαλό μου απορρίπτει το σχήμα τους. Κλείνω τα μάτια μου. Προσπαθώ να θυμηθώ το όνομά μου. Ονόματα προελαύνουν. Όλα οικεία μα κανένα δεν αναγνωρίζω για δικό μου. Φαντάζομαι πως κάποιος με φωνάζει. Δεν απαντώ σε κανένα. Πρέπει να επιστρέψω. Μα δεν φορώ ταυτότητα. Δεν κρατώ τίποτα. Κοιτώ τον ουρανό. Ασφυκτιώ. Υποφέρω. Ένα τραίνο σταματά μπροστά μου. Μπαίνω μέσα.
          Οι άνθρωποι παραμερίζουν. Στέκομαι στην πόρτα. Η τυφλή γυναίκα εμφανίζεται στο σταθμό. Δεν ρώτησα το όνομά της. Αν πάρεις το όνομα, παίρνεις ένα κομμάτι από την ψυχή φεύγοντας. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα κομμάτια, το λίγο, τα υποκοριστικά. Αγγίζω το τζάμι. Σταματά. Κάποια βιαστική που τρέχει να προλάβει πέφτει πάνω της. «Ελένη» την ακούω να φωνάζει καθώς οι πόρτες κλείνουν και το τραίνο ξεκινά.
          Λατρεύουμε τις αλυσίδες μας. Είμαστε έτοιμοι να γονατίσουμε μπροστά σε οτιδήποτε θα αναλάβει την ευθύνη μας. Θα το στολίσουμε, θα το υμνήσουμε, θα το σκοτώσουμε αν χρειαστεί. Ο,τιδήποτε. Αρκεί να γίνει ό,τι πολυτιμότερο. Το άλλοθί μας. Δεν φταίμε εμείς. Ποτέ δεν φταίξαμε. Το τεκμήριο της αθωότητας, το ιερό δισκοπότηρο της ύπαρξής μας.
Βρίσκουμε την γύμνια μας αποκρουστική. Όποια μορφή και αν έχει. Ρούχα, θεωρίες, σχέσεις, οτιδήποτε χρειαστεί να μας αγκαλιάζει ζεστά, να μας αποκοιμίσει τις νύχτες. Ο χρόνος. Το ύστατο σύνορο της σκέψης μας. Αν όλα έχουν αρχή. Έχουν και τέλος. Το  υπάρχω σχεδιασμένο με ημιευθείες.
          Σε ποια στάση να κατέβω; Θυμάμαι μια φωνή στο κεφάλι μου. Δεν ξεχωρίζω τις λέξεις. Δυναμώνει. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Πρέπει να βγω. Πρέπει να κατέβω. Το τραίνο σταματά. Κατεβαίνω. Ο κόσμος προχωρά. Χάνεται. Σκορπίζει. Δεν ξέρω πού να πάω. Πού είναι το σπίτι μου; Ποια είναι τα ρούχα που φορώ; Ένας αστυνομικός. Κατευθύνομαι προς το μέρος του. Τον πλησιάζω. Η μνήμη. Η μόνη μας πατρίδα. Νόστος. Εγώ είμαι το σπίτι μου. Κάνω μεταβολή και χάνομαι μέσα στους δρόμους.
          Πώς είναι φτιαγμένο το σπίτι μου; Από τι είναι φτιαγμένο; Αν μπορούσε η σκέψη μας να αποδεσμευτεί. Να μην βομβαρδιζόμαστε από χιλιάδες άχρηστες πληροφορίες, που μας αποπροσανατολίζουν. Η σύγχυση… Χρειάζομαι ησυχία. Θέλω να κοιμηθώ.
 Περπατάμε μέσα στην νύχτα. Δεν βιάζεται. Μυρίζει γιασεμί. Από ένα ανοιχτό παράθυρο ακούγεται μουσική. Στέκεται. Αφήνει τα πράγματά της να πέσουν στο πάτωμα. Στρέφεται σε μένα. Μου απλώνεται το χέρι. Θέλει να ζήσει. Μέσα στην νύχτα. Θέλει να χορέψει. Μ’ αγκαλιάζει. Η ανάσα της στο λαιμό μου. Σπαρταρά. Θα πεθάνει. Το νιώθει. Μύηση είναι ο έρωτας.
          Η παλάμη μου στην δική της. Το σώμα μου πάνω στο δικό της.  Το πόδι της μ’ αγκαλιάζει και γλιστρά πάνω μου. Θέλει να μάθει. Τόσο αθώα. Όλες θα είναι. Το χέρι μου στην μέση της. Βωμός είναι ο έρωτας. Δικός μας. Εμάς λατρεύουμε. Ό,τι καλύτερο έχουμε. Ο άλλος είναι απλά η αφορμή. Δεν τον χρειαζόμαστε. Κάθε φορά είμαστε και καλύτεροι. Κάθε επόμενος έρωτας είναι καταδικασμένος να είναι καλύτερος.
          Πόθος. Να έρθω μέσα σου. Στροβιλιζόμαστε. Τα μάτια της φωτίζονται μες στο σκοτάδι. Θυμάται. Ό,τι ήταν πριν γεννηθεί. Υποφέρει. Τα χέρια μου στο κορμί της. Είναι φορές που τρελαίνομαι, όταν σκέφτομαι την απελπισία με την οποία προσπαθούμε να κρατηθούμε απ’ το ανύπαρκτο. Την σφίγγω επάνω μου. Και την πετάω στο πεζοδρόμιο. Σήκω. Υπάκουσε. Αυτόφωτη ή ετερόφωτη. Η ψευδαίσθηση της επιλογής. Θα τις απαιτήσω όλες. Και εσύ θα μου τις δώσεις. Δεν μπορείς να αντισταθείς. Καμία δεν μπορεί.
          Αγγίζει το γόνατό μου. Σηκώνεται. Ένα χάδι στο πρόσωπό της. Αν υπήρχε αγάπη, ίσως και να μπορούσα να την αγαπήσω. Χορεύουμε. Δεν ζητά αγάπη. Ν’ αγγίξει θέλει. Για να πιστέψει. Να δει. Μαζί το συμφωνήσαμε. Πριν καν γεννηθούμε. Πως θα συναντηθούμε εδώ. Θα χορέψουμε μέσα στην νύχτα. Διψά. Πεινά. Μα δεν το ξέρει. Ζητά. Ό,τι είναι. Ελεύθερη από όλα όσα της μάθανε.
          Να με χρησιμοποιήσει θέλει. Το ίδιο κάνω και εγώ. Η μόνη μας διαφορά είναι ότι εγώ το γνωρίζω, το παραδέχομαι. Η πτώση μου. Αμετανόητη. Το άλλοθι της αθωότητας. Κάθε φορά μαθαίνω απ’ την αρχή σαν να είναι η πρώτη φορά. Η μουσική σταματά. Αναζητά την τσάντα της. Το λευκό της μπαστούνι. Φοβάται. Γυρίζει το πρόσωπό της προς εμένα. Ελευθερία. Κάνω μεταβολή να φύγω. «’Ελα» λέει χαμηλόφωνα. Στέκομαι.
          «Έλα». Τίποτα και κανείς δεν έρχεται αν δεν το καλέσεις. Οτιδήποτε άλλο βρεθεί στο δρόμο σου απλά δεν το αναγνωρίζεις. Χάνεται. Μα κάθε τι έχει το τίμημά του. Εσύ… είσαι το δικό σου. Και θα μου το προσφέρεις. Για κάτι, που δεν ξέρεις τι είναι. Για κάτι, που δεν σου έχει μιλήσει κανείς άλλος για αυτό. Ούτε και εγώ θα σου μιλήσω. Θα σ’ αφήσω μόνο να δεις. Και μετά θα χαθώ. Και τότε θα αποφασίσεις. Αν θα γίνεις. Ή θα σε παγώσεις για πάντα. Γιατί θα ξέρεις, θα θυμηθείς. Η ζωή είναι θάνατος… και ο θάνατος ζωή.
          Την ακολουθώ. Φτάνουμε στο σπίτι της. Ξεκλειδώνει. Ακουμπά τα πράγματά της. Βγάζει το παλτό της, βάζει μουσική και ανοίγει την μπαλκονόπορτα. Σκαρφαλώνει στα κάγκελα. Στιγμές είναι όλα. Η εκπυρσοκρότηση του χρόνου. Ένα κλικ που απαιτεί τόσα πολλά για να συμβεί. Νομίζουμε πως ξέρουμε να σημαδεύουμε. Μας εκπαιδεύουμε. Πυροτεχνήματα. Όχι ακόμα γλυκιά μου. Όχι.
          Αρχίζει να γελά. Σπαραχτικά. Η ανάσα μου μέσα της. Η γέννηση. Το πρώτο σοκ. Είμαστε κάπου που είναι ζεστά, κολυμπάμε, δεν πεινάμε, δεν κρυώνουμε και ξαφνικά κάτι μας τραβά, μας σπρώχνει, ασφυκτιούμε, πεθαίνουμε. Φως. Πόσο ενοχλητικό. Φωνές. Πεθαίνουμε. Ο χρόνος. Τικ, τακ, τικ... Αποφάσισε. Τώρα. Στα χέρια μου κρατώ το σώμα σου. Κραυγή. Το πρώτο μας κλάμα. Ανάσαινε.
          Της κλείνω τα μάτια. Η παράδοση. Αρχίζω να την γδύνω. Ένα ρόδο πανέμορφο. Αφαιρώ ένα-ένα τα πέταλά του. Μ’ αγαπά, λίγο, πολύ, μέχρι τρέλας… Ποιο το νόημα της ομορφιάς, αν δεν την απολαμβάνουμε; Όλοι μας γεννηθήκαμε όμορφοι. Μας δημιουργήσαμε έτσι. Δολώματα και αγκίστρια ταυτόχρονα. Δέλεαρ. Να παγιδεύσουμε την σκέψη μας. Πάθη, αδυναμίες, επίκτητες αρετές. Το τρυφερό μας λίκνο.
          Μ’ αγαπάς; Λίγο; Πολύ; Μέχρι τρέλας… Μέχρι το τέλος της νύχτας. Μέχρι να δεις ότι δεν με χρειάζεσαι πια. Πως στ’ αλήθεια δεν με χρειαζόσουν ποτέ. Αλλά έπεισες τόσο πολύ τον εαυτό σου, που σε εξανάγκασες να με δημιουργήσεις.
          Ένα τσιγάρο καπνίζει στο τασάκι. Φυσάει. Θα ξημερώσει σε λίγο. Κοιτάζω το ρολόι καρφωμένο στον τοίχο. Τι ανοησία να πιστεύουν πως δεν σταματά ο χρόνος. Στο λαιμό της κρέμεται ο προσωπικός της Ιούδας. Δεν τον χρειάζεται πια. Μες στον ύπνο της το τραβά και το σπάει. Κατεβαίνω στο δρόμο. Με κυοφορεί. Σαν έρθει ο καιρός, θα με γεννήσει ξανά. Η τιμωρία μου. Η αδυναμία μου. Η νίκη μου. Η πιο δική μου καταδίκη.
          Κατευθύνομαι στον σταθμό. Άνθρωποι που κοιμούνται, μα δεν το ξέρουν. Πειθήνιοι. Ακολουθούν σημαίες μεσίστιες. Θεούς, δαίμονες, ανθρώπους, σύμβολα, εικόνες, που πιθανώς να μην υπήρξαν ποτέ, παρά μόνο στο μυαλό τους. Εκατομμύρια άδεια πουκάμισα, περιπλανώμενα στον χώρο και τον χρόνο. Υπάρξεις-νομάδες. Καραβάνια που αναζητούν την όασή τους. Ή τον αντικατοπτρισμό της. Η επιθυμία. Η Αρχή των ενστίκτων.
          Το τραίνο δεν έχει φτάσει ακόμα στο σταθμό. Κάθομαι σε ένα παγκάκι. Μία ηλικιωμένη σέρνει μία βαλίτσα και παλεύει να πιάσει έναν ηλικιωμένο κύριο από το χέρι. Εκείνος χαμογελά με το μπλε σκουφάκι του. Αν ένιωθα κάτι, θα ήταν ζήλια. Η κυρία φέρνει την βαλίτσα δίπλα στο παγκάκι και πάει καθίσει. Εκείνος προχωρά. «Πού πας ευλογημένες; Σταμάτα!» Τον αρπάζει από το χέρι και τον βάζει να καθίσει δίπλα της. Του φτιάχνει τα ρούχα. «Altzheimer. Το καταλάβαμε την πρώτη φορά που χάθηκε και τον βρήκε η αστυνομία» λέει ταχτοποιώντας την μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό του. «Δεν είναι εδώ. Τον κοιτώ. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Τα βράδια μόνο σαν κοιμηθεί, κλαίω. Άνθρωπος είμαι και εγώ. Δεν μ’ ακούει κανείς. Κάθε βράδυ. Και το πρωί παίρνω την βαλίτσα και επιστρέφουμε»
          Το τραίνο σταματά μπροστά μας. Σηκώνεται. Παίρνει την βαλίτσα και προχωράει. «Έλα» Ο παππούς χαμογελά ευτυχισμένος στο παγκάκι. Αφήνει την βαλίτσα και τον παίρνει από το χέρι. Τον βάζει στο τραίνο. Την παρακολουθώ πίσω από τα τζάμια να προσπαθεί να τον βάλει να καθίσει. Ξεκινούν. Θα πάρω το επόμενο.
          Κοιτάζω τα χέρια μου. Ξεχνώ το σχήμα τους. Το μυαλό μου απορρίπτει το σχήμα τους. Κλείνω τα μάτια μου. Προσπαθώ να θυμηθώ το όνομά μου. Ονόματα προελαύνουν. Όλα οικεία μα κανένα δεν αναγνωρίζω για δικό μου. Φαντάζομαι πως κάποιος με φωνάζει. Δεν απαντώ σε κανένα. Πρέπει να επιστρέψω. Μα δεν φορώ ταυτότητα. Δεν κρατώ τίποτα. Κοιτώ τον ουρανό. Ασφυκτιώ. Υποφέρω. Ένα τραίνο σταματά μπροστά μου. Μπαίνω μέσα.
          Οι άνθρωποι παραμερίζουν. Στέκομαι στην πόρτα. Η τυφλή γυναίκα εμφανίζεται στο σταθμό. Δεν ρώτησα το όνομά της. Αν πάρεις το όνομα, παίρνεις ένα κομμάτι από την ψυχή φεύγοντας. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα κομμάτια, το λίγο, τα υποκοριστικά. Αγγίζω το τζάμι. Σταματά. Κάποια βιαστική που τρέχει να προλάβει πέφτει πάνω της. «Ελένη» την ακούω να φωνάζει καθώς οι πόρτες κλείνουν και το τραίνο ξεκινά.
          Λατρεύουμε τις αλυσίδες μας. Είμαστε έτοιμοι να γονατίσουμε μπροστά σε οτιδήποτε θα αναλάβει την ευθύνη μας. Θα το στολίσουμε, θα το υμνήσουμε, θα το σκοτώσουμε αν χρειαστεί. Ο,τιδήποτε. Αρκεί να γίνει ό,τι πολυτιμότερο. Το άλλοθί μας. Δεν φταίμε εμείς. Ποτέ δεν φταίξαμε. Το τεκμήριο της αθωότητας, το ιερό δισκοπότηρο της ύπαρξής μας.
Βρίσκουμε την γύμνια μας αποκρουστική. Όποια μορφή και αν έχει. Ρούχα, θεωρίες, σχέσεις, οτιδήποτε χρειαστεί να μας αγκαλιάζει ζεστά, να μας αποκοιμίσει τις νύχτες. Ο χρόνος. Το ύστατο σύνορο της σκέψης μας. Αν όλα έχουν αρχή. Έχουν και τέλος. Το  υπάρχω σχεδιασμένο με ημιευθείες.
          Σε ποια στάση να κατέβω; Θυμάμαι μια φωνή στο κεφάλι μου. Δεν ξεχωρίζω τις λέξεις. Δυναμώνει. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Πρέπει να βγω. Πρέπει να κατέβω. Το τραίνο σταματά. Κατεβαίνω. Ο κόσμος προχωρά. Χάνεται. Σκορπίζει. Δεν ξέρω πού να πάω. Πού είναι το σπίτι μου; Ποια είναι τα ρούχα που φορώ; Ένας αστυνομικός. Κατευθύνομαι προς το μέρος του. Τον πλησιάζω. Η μνήμη. Η μόνη μας πατρίδα. Νόστος. Εγώ είμαι το σπίτι μου. Κάνω μεταβολή και χάνομαι μέσα στους δρόμους.
          Πώς είναι φτιαγμένο το σπίτι μου; Από τι είναι φτιαγμένο; Αν μπορούσε η σκέψη μας να αποδεσμευτεί. Να μην βομβαρδιζόμαστε από χιλιάδες άχρηστες πληροφορίες, που μας αποπροσανατολίζουν. Η σύγχυση… Χρειάζομαι ησυχία. Θέλω να κοιμηθώ.