Σάββατο, Μαρτίου 13, 2010

It takes time to heal.... / I walk alone

Είναι μακρύς ο δρόμος ακόμα και τα τσιγάρα μετρημένα σε ένα κουτί που σκίζω νευρικά με τα νύχια μου. Μέρες και νύχτες βρέχει. Οδηγώ, διασχίζω βιαστικά του δρόμους, πηγαινοέρχομαι στη δουλειά με τη βροχή να απλώνεται μέχρι εκεί που βλέπει το μάτι. Και κάπου εκεί, είναι στιγμές που μπερδεύεται το μυαλό και νομίζει πως βρέχει παντού, πως δεν περπατά μόνο, βιαστικά στη βροχή. Πως ακόμα και αν είναι σκυφτό…. Κάπου δίπλα του περπατάνε και άλλοι στη βροχή. Αλλά δεν βρέχει παντού, τουλάχιστον όχι ταυτόχρονα. Και είναι τόσο εύκολο να ξεχάσεις μόλις ντυθείς στα ζεστά και κρατάς μια κούπα με ένα ζεστό ρόφημα πώς είναι να τρέχεις μόνος στη βροχή.

Εδώ προσπερνάνε και ενίοτε κοντοστέκονται άτομα, που έξω δεν θα τους έλεγα ούτε καν καλημέρα. Άτομα, λαθεμένες επιλογές…. Που με κάνουν να προσπερνώ κάτι ,που μου πήρε χρόνο…. Χρόνια. Επιστρέφοντας εδώ απλά τους θυμάμαι και φεύγω πάλι μες στη σιωπή. Μήνες τώρα κλειδώνω, ξεκλειδώνω το blog, ανοίγω άλλα, σβήνω spam, και σωπαίνω. Τα κατάφερα. Ξέχασα γιατί έγινε αυτό το blog πριν χρόνια. Το πάλεψα τόσο σκληρά, που τα κατάφερα.
Κάποια στιγμή έγινε πιο σημαντικό να με συμπαθήσουν. Να βγω από την άκρη, να γίνω ένα μέρος της παρέας ακόμα και αν είναι για να ακούω απλά τα αστεία με 1 τσιγάρο και 1 καφέ στο χέρι. Είναι φορές που είναι τόσο δύσκολο να είσαι παρέα με κάποιον. Δεν είμαι καλή στις παρέες. Ποτέ δεν ήμουν.
Σε 1 σειρά που έβλεπα…. Καλεί κάποιος μια γυναίκα για χορό. Εκείνη αμήχανα πως δεν ξέρει να χορεύει γιατί την ώρα που τα παιδιά μάθαιναν να χορεύουν εκείνη έκοβε βατράχια για έξτρα βαθμούς στην ανατομία… Και γυρίζει εκείνος και της απαντά… Εκείνο το παιδάκι όμως στο νοσοκομείο απόψε θα χαίρεται για αυτό.

Όπως λέει και ένας φίλος μου… «το ναι… και τα όχι μου…. Που ορίζουν τους δρόμους που διάλεξα» ή κάτι τέτοιο. Ήταν ακόμα 1 δύσκολη χρονιά. Από τις χρονιές εκείνες που νομίζεις ότι είσαι με ένα πιστόλι στον κρόταφο και κάποιος ουρλιάζει «Προχώρα».. Οι άλλοι… εσύ στον εαυτό σου… μετά από κάποιο σημείο δεν έχει σημασία. Τόσοι άνθρωποι. Πού να χωρέσεις τόσους ανθρώπους; Από όλους αυτούς 1 εκκρεμότητα έχει μείνει μόνο, σε κάποια που νευρίασε επειδή της είπα «μην με πιέζεις, δεν αντέχω άλλη πίεση, δεν θα κάνω αυτό που λες, ούτε δέχομαι την κρίση σου γιατί είναι λάθος» και όλα τινάχτηκαν στον αέρα. Παράξενο να μιλάς καθημερινά επί μήνες με κάποιον και μετά απλά να προσπερνάς, να αγνοείς. Θα ήθελα να πω πως μετανιώνω, πως θα ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω, αλλά όχι. Δεν μετανιώνω… παρά μόνο που δεν πήρα τηλέφωνο αλλά είναι στιγμές που χρειάζεσαι χρόνο…. Και ας μην το καταλαβαίνει κανείς…. Και ας στέκεσαι μόνος, σε ένα δρόμο και βρέχει… χωρίς ομπρέλα… χωρίς σακάκι…


Θέλει χρόνο να γιατρέψεις τις πληγές σου. Θέλει χρόνο να πιστέψεις ξανά στους ανθρώπους… και το πιο βασικό… θέλει ανθρώπους.

Ένας άνθρωπος που είναι κοντά σου, ξέρει να διαλέξει τις λέξεις σωστά… πού να καρφώσει και πώς να γυρίσει το μαχαίρι. Ένας άνθρωπος που απλά το νομίζει… απλά τσαλαβουτά στα νερά…. Πρόσφατα έμαθα πώς κάποιος που δεν με συνάντησε ποτέ, προσπάθησε να με βλάψει εκτός δικτύου. Είναι εκπληκτικό πώς η πλέον συνηθισμένη αντίδραση είναι η επίθεση. Αλλά ξεχνάμε κάτι βασικό. Εδώ είναι ένα κομμάτι της εικόνας. Ποτέ ολόκληρη. Δεν μπορείς να βλάψεις ένα άδειο πουκάμισο…. Μια σκιά, γιατί ποτέ δεν γνωρίζεις ολόκληρη την αλήθεια….


Μια εικόνα, ένα συναίσθημα παίζει αυτές τις μέρες στο μυαλό μου. Κάποιος που στέκεται στην μέση της εθνικής και κάνει ζογκλερικά με κορίνες πολύχρωμες ενώ βρέχει ασταμάτητα. Λίγο πριν το τέλος. Γιατί πάντα έρχεται κάποιο αυτοκίνητο. Έρχεται ή φεύγει. Δεν είναι η εθνική μέρος να σταθεί.

Τρέχουμε…. Να προλάβουμε… Να δουλέψουμε, να φάμε, να κοιμηθούμε, να σουλουπωθούμε, να χαμογελάσουμε, να βγάλουμε λεφτά, να δώσουμε λεφτά. Ο χρόνος και ο χώρος τα πιο πολύτιμα αγαθά του 20ου αιώνα στις ανεπτυγμένες χώρες.
Και ανάμεσα σε όλους, τρέχω και εγώ. Να τρέχω με ρυθμό, αγόγγυστα, σφίγγοντας τα δόντια.

Και είναι μέρες τώρα που συνειδητοποίησα μέσα στη σιωπή, ότι δεν μου έχω δώσει το χρόνο που έπρεπε. Το χρόνο να κλείσουν οι πληγές, τον χρόνο να συγχωρήσω, τον χρόνο να προχωρήσω στα αλήθεια μπροστά. Προχωρώ γύρω από μένα γιατί δεν θέλησα ποτέ να πάω παρακάτω. Γιατί φοβάμαι τους ανθρώπους. Φοβάμαι αυτά που είναι ικανοί να κάνουν και να πουν. Και στέκω εδώ να δουλεύω κάθε μέρα με ανθρώπους, πανικόβλητους, εκνευρισμένους, νεκρούς…. Και είναι φορές που τα συναισθήματά τους ξεσπάνε σαν άγρια κύματα πάνω μου. Ακόμα μία τραγική ειρωνία…. Να είσαι θεραπευτής…. Να θεραπεύεις τους άλλους…. Και να μην ξέρεις πώς να θεραπεύσεις τον εαυτό σου, να νομίζεις ότι δεν χρειάζεται θεραπεία….

Ακόμα ένας χρόνος… ακόμα ένα τσιγάρο… άνθρωποι που περνάνε και χάνονται. «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» Και εγώ να ψάχνω για την ομορφιά σε στιγμές ασήμαντες, μέρη κοινόχρηστα. Ακούω καρδιές με τέρμα την ένταση και επαναλαμβάνω μηχανικά «τι ακούς; Η καρδιά. Χτυπάει. Ξεκινάμε καλά». Και είναι στιγμές που κοντοστέκομαι, που ψάχνω να στηριχτώ γιατί δεν μπορώ να σταθώ στο πόδι μου. Που θεωρώ δεδομένο ότι οι καρδιές χτυπούν. Που κρύβομαι από τον κόσμο που με ψάχνει. Που η ασχήμια θαμπώνει τα πάντα. Μέχρι τη στιγμή που οι καρδιές σταματούν να χτυπούν.

Και τότε για μια στιγμή σταματούν όλα.
Όλα.
Για να ξεκινήσουν ακόμα πιο γρήγορα αμέσως μετά.


Όσα περισσότερα μαθαίνεις… τόσο συνειδητοποιείς ότι δεν ξέρεις τίποτα… για τον άνθρωπο, αυτό το μικρό θαύμα που προχωρά, που σπάει, που παλεύει να σώσει και να σωθεί. Είναι περίεργο. Να κρατάς ένα νυστέρι, ένα ψαλίδι και να κόβεις ένα ζωντανό άνθρωπο που ενίοτε έχει τις αισθήσεις του. Να είναι η δουλειά σου, μέσα του ενώ ακούς μουσική, συζητάς για την τρέχουσα πραγματικότητα, κουτσομπολεύεις, με ένα ρολόι να μετράει το χρόνο.

Σε όλα συνηθίζει ο άνθρωπος. Ακόμα και σε πράγματα που νόμιζε κάποτε πως θα το έβαζε στα πόδια. Στις βρισιές, τις απειλές, το αίμα… Και σε πολλά ακόμα. Και για να συνηθίσει μία ώρα αρχύτερα κόβει κομμάτια από τον εαυτό του και τα πετάει στη σαρκοβόρα συνήθεια. Δεν τρώει μόνο ψυχές η συνήθεια. Σαν το σαράκι. Τρώει τα πάντα. Μέχρι να χαθεί το πρόσωπο. Να μείνει μόνο ένα όνομα. Ξένο και αυτό.

Μονολογώ. Ίσως κάποιες στιγμές να χρειάζεται και αυτό. Πέρα από το διάλογο και τη σιωπή. Άσπρο-Μαύρο. Δεξιά – Αριστερά. Κορώνα- Γράμματα. Αποτελεσματικότητα. Αυτό είναι που ζητούν συνήθως. Με στολή ή χωρίς.

Λέξεις που παίζουν στο μυαλό μου και σε γλώσσες ξένες. Effective… heal…. Λες και αν αλλάξεις το όνομα θα αλλάξει κάτι… «όπως και να ονομάσεις το ρόδο, το ίδιο όμορφα θα μυρίζει πάντα»

Κάπου ξέχασα γιατί και για πού ξεκίνησα. Κάποια στιγμή ξέμαθα να μεγαλώνω και κόλλησα. Άσπρισαν τα μαλλιά μου, το χαμόγελο γέμισε ρυτίδες και εγώ έμεινα κρυμμένη, παγωμένη στο χρόνο πίσω από στοίβες βιβλία. Στοίβες που βοηθούν άλλους αλλά όχι εμένα. Ξέχασα τόσα πολλά. Ξέχασα πώς είναι να έχεις φίλους, πώς είναι να διασκεδάζεις….

Μάζεψα χρήματα στην άκρη σαν τον τσιγκούνη και με ένα χτύπημα των δακτύλων τα σκόρπισα στον άνεμο. Χωρίς να αφήσουν ίχνη. Και να ‘μαι πάλι στο μηδέν. Χωρίς χρήματα… να δω τι μετράει στ’ αλήθεια. Βασική αρχή της θεραπευτικής είναι ότι πριν θεραπεύεις πρέπει να καταλάβεις ποια είναι η ασθένεια, τι μπορεί και τι χρειάζεται να πάρει ο ασθενής και τι όχι. Και αυτό που ξεχνάμε τις πιο πολλές φορές… Μην παραβιάσεις την φύση… γιατί η φύση εκδικείται.

Ακούς την καρδιά μου; Ξεκινάμε καλά;

Ονόματα…. Πρόσωπα γυρίζουν στο μυαλό μου…. «Μοιάζουν σαν δίδυμες η λησμονιά με τη συγγνώμη, ξεχνώντας αυτομάτως συγχωρείς» Δοκίμασα… δεν πιάνει πάντα… Αλλά ο χρόνος συνεχίζει να κυλά.

Αγριέψαμε κάτω από τη συνήθεια. Τόσα λάθη μαζεμένα. Τόσα που είπα «δεν πειράζει, προχώρα» Και όμως πείραζε…. Πολύ… βαθιά…. Τόσοι που προσπέρασαν χωρίς 1 συγγνώμη… Και μείναν εικόνες από ταξίδια… μουσικές…. 1998… πέρασαν 12 χρόνια λοιπόν; Όχι… δεν ήταν 12… ήταν πολύ παραπάνω

It takes time to heal… and some times it takes more than that…



 

I would rather have one breath of her hair
a kiss of her mouth
one touch of her hand
than have an eternity without it...

ONE.....

Ελευθερία επιλογής.... το κλειδί.... της εξόδου.... του παραδείσου

ps Το βρήκα τυχαία και δεν μπορώ να μην το βάλω εδώ
Μια εξαιρετική ταινία, που διαπραγματεύεται τη ζωή μεταθάνατο... τι είναι κόλαση, παράδεισος.... και ένα αγαπημένο τραγούδι που γράφτηκε για κάποιον που πέθανε λίγο πριν δει ολοκληρωμένο το έργο του...



η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα....

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2010

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ 1 ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΤΡΕΛΛΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΛΑ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΕΝΤΡΙΚΑ



Μεσημέρι. Ρεπό. Μια ανάσα. Άσε με να πάρω αυτήν την ανάσα πριν ξαναβουτήξω πάλι. Γράφω, σβήνω.. Ξανά και ξανά. Δεν με νοιάζει να διαβάσει κανείς. Δεν με νοιάζει να πω ιστορίες. Όχι τώρα.
Ένα μήνα τώρα γυρίζω κουτσαίνοντας και σκέφτομαι το ποιος μπαίνει εδώ πέρα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα θελα να το διαβάζουν. Πέρασα φάσεις που το κλείδωσα, άνοιξα άλλα… χρησιμοποίησα άλλα ψευδώνυμα να πω τις ιστορίες αλλά πάλι επέστρεψα εδώ. Είναι πολλά τα χρόνια που γυρίζω εδώ. Αυτό το μέρος μες στη σιωπή του και στα κυκλοθυμικά μου άντεξε πολύ περισσότερο από τις περισσότερες σχέσεις μου. Είναι ώρες – ώρες που το νοιώθω σαν βιβλίο ανοιχτό στην είσοδο εστιατορίου. Που μένει ανοιχτό ενώ ο κόσμος προσπερνά ή απλά χαζεύει και γράφει σχεδιάκια και βλακείες συνωμοτικά… Είναι στιγμές που νομίζω πως βλέπω τους ανθρώπους να περνούν, χωρίς να με βλέπουν και εγώ ουρλιάζω να κλείσει το βιβλίο… μα δεν κλείνει… γιατί το βιβλίο είμαι εγώ.
«Σκέψου» πριν γράψεις, πριν πεις, πριν μιλήσεις, πριν ανεβάσεις στο internet. Μια νοοτροπία που χτίζεται σιγά-σιγά και μας μαθαίνει τη σιωπή. Μη μιλάς… Σςςς.. Όσα λιγότερα πεις τόσο το καλύτερο. «Αγόραζε και μην πουλάς». Άλλες φορές σωπαίνω. Άλλες όχι…. Και είναι οι δεύτερες αυτές που μετανιώνω.

Έχω 1 αδυναμία. Όταν δεν είμαι καλά, κάποιος να μου κάνει 1 ελληνικό καφέ και να τον πίνουμε παρέα. Ανασαίνει η ψυχή μου όταν μου προσφέρουν αυτόν τον καφέ με ενδιαφέρον, με αγάπη, να μοιραστούμε λίγο χρόνο πριν χαθούμε ξανά. Πάει καιρός που έχω να πω 1 τέτοιο καφέ.

Ανάμεσα σε φασαρίες, απειλές, αρρώστιες, τσακωμούς και άλλα ευχάριστα πράγματα της καθημερινότητας… Είναι στιγμές που χρειάζομαι το παραμύθι, τη ζεστασιά για να ‘χω τη δύναμη να συνεχίζω. Χθες δούλευα και ακόμα και ο κόσμος που ερχόταν… έκλαιγε… προσπαθούσα να κάνω τη δουλειά και η μία να κλαίει μετά την άλλη με τα προβλήματά της… και εγώ να προσπαθώ να βρω τις σωστές λέξεις… στο σωστό χρόνο γιατί έπρεπε να προλάβω… Δεν ξέρω τι γίνεται τελευταία και κανένας δεν είναι καλά…. Κανένας δεν την παλεύει… Με ένα τσιγάρο στο στόμα οδηγάω και ψάχνω σταθμούς. Σωπαίνω μα μουσικές παίζουν συνεχώς στο μυαλό μου.

Μία που με έκανε να σταθώ και ίσως να μην την ακούσετε εδώ τόσο εύκολα….


Γιατί αυτό που χρειαζόμαστε όλοι είναι τόσο απλό... και τόσο δύσκολο... που ξεγλυστρά ανάμεσα στα λόγια... στη σιωπή και χάνεται




C'est chaque seconde que je t'aime

Chaque minute que je retarde

Où que tes rèves t'emmènent, tu es bien là, je te regarde

C'est chaque instant que je savoure

Chaque image que je grave au mieux

Avant qu'il ne fasse jour

Je ne te quitte pas des yeux



Si je manquais de ta peau

Contre la mienne

Contre la mienne

Si je manquais de ta peau

Sûr que perdrais goût à la vie

Sûr je mettrais fin à mes nuits



C'est chaque soupir que je respire

Chaque contour que j'apprends par coeur

Je n'ai que toi à retenir, il n'y a que demain qui me fait peur

De ces rencontres mêmes brêves

Ces avantures qui ne comptent pas

Avant que le journe se lève

Moi je te garde encore pour moi



Si je manquais de ta peau

Contre la mienne

Contre la mienne

Si je manquais de ta peau

Sûr je perdrais goût à la vie

Sûr je mettrais fin à mes nuits



C'est chaque seconde que je t'aime

Chaque projet que je fais pour deux

Avant quela nuit ne s'achève

Je ne te quitte pas des yeux...

Je ne te quitte pas des yeux...

Το τραγούδι σε ελεύθερη απόδοση (λόγω αιθιοπικού λεξιλογίου) αφηγείται τα εξής....
(Ίσως η μετάφραση βοηθήσει κάπως το ταξίδι)

Είναι κάθε δευτερόλεπτο που σ’ αγαπώ
Κάθε δευτερόλεπτο που καθυστερώ
Όπου τα όνειρα σου σε οδηγούν, ναι, είσαι εκεί, σε παρακολουθώ
Είναι κάθε στιγμή που μου αρέσει
Κάθε εικόνα που χαράσσω καλύτερα
Πριν να έλθει η μέρα
Δεν θα εγκαταλείψω τα μάτια σου

Αν έχανα το δέρμα σου
Κόντρα στο δικό μου
Κόντρα στο δικό μου
Αν έχανα το δέρμα σου
Αναμφίβολα θα έχανα τη γεύση της ζωής
Αναμφίβολα θα έβαζα το τέλος στις νύχτες μου

Είναι κάθε ανάσα που αναπνέω
Κάθε εγκεφαλικό που μαθαίνω απ’ την καρδιά
Δεν έχω παρά μόνο εσένα να θυμάμαι
Δεν είναι παρά μόνο το αύριο που με φοβίζει
Με τις σύντομες συναντήσεις του
Τις περιπέτειές του δεν τελειώνουν πριν η μέρα σηκωθεί
Εγώ, σε φυλάω ακόμα για μένα

Αν έχανα το δέρμα σου
Κόντρα στο δικό μου
Κόντρα στο δικό μου
Αν έχανα το δέρμα σου
Αναμφίβολα θα έχανα τη γεύση της ζωής

Είναι κάθε δευτερόλεπτο που σ’ αγαπώ
Κάθε σχέδιο που κάνω για δυο
Πριν την νύχτα που δεν τελειώνει ποτέ
Δεν θα αφήσω τα μάτια σου
Δεν θα αφήσω τα μάτια σου


.... Και είναι φορές που ενώ νομίζω ότι προχωρώ... πάλι στα ίδια μένω 


Γέφυρες.... που άλλοτε συνδέουν
και άλλοτε φυλακίζουν




και 1 ακόμα για το δρόμο

Τρίτη, Ιανουαρίου 12, 2010

Μαμά.... αγαπούν ακόμα οι άνθρωποι;



-          Τι δουλειά κάνεις;
-          Μιλώ με τους ανθρώπους
-          Και όταν δεν δουλεύεις;
-          Μιλώ για τους ανθρώπους
-          Πού χωρούν όλοι αυτοί;
-          Πουθενά. Για αυτό φεύγω. Για αυτό το βάζω στα πόδια.
-          Και πού πας;
-          Στη σιωπή… που φοβάται το σκοτάδι και μέσα απ’ τις εικόνες γίνεται μουσική.



Αν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν νοιώθουν την μουσική... πώς θα νοιώσουν τον άνθρωπο;



 
Κουράστηκα… Βαρέθηκα ότι βλέπω, ότι ακούω, ότι διαβάζω να είναι στοιβαγμένο σε προσφορές. Η φτήνια που στέκεται απέναντι μας και μας κλείνει συνωμοτικά το μάτι. Η ευκολία. Ό,τι πάρεις προσφορά και δώρο η αυταπάτη της επιλογής. Κόσμος στριμώχνεται και αγοράζει βιαστικά, αγχωμένα πακέτα πλαστικά, που θα πετάξει λίγο μετά. Να προλάβουμε, να το αρπάξουμε πρώτοι. Τραγούδια που βαρεθήκαμε να ακούμε, βιβλία που δεν θα διαβάσουμε, συνταγές που δεν θα κάνουμε ποτέ. Να χορτάσει το μάτι…. Του διπλανού.
Ξεφυλλίζω τις ιστορίες τους. Εικόνες… εικόνες… χωρίς νόημα, χωρίς ουσία. Μάθαμε στην προσφορά. Πάρε… πάρε… πάρε…. Κύριος…. Με δώρο και αυτό… και εκείνο… και το άλλο. Γιατί σκέτο δεν θα ‘χει ζήτηση πια. Ίσως γιατί ξεμάθαμε να ζητάμε παλεύοντας να σκεπάσουμε την γύμνια με μανταλάκια….





"Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι "

Σάρκινος λόγος

Ι.

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.
Ἀθήνα 18.11.80

γιατί τη ζωή ούτε τη ζεις... ούτε τη μαθαίνεις από τις προσφορές....


Δευτέρα, Ιανουαρίου 11, 2010

"Ένα κομμάτι φως... γιατί τίποτε άλλο δεν κόστισε πιο πολύ σε τούτα τα σκοτάδια"


Πλησίασε μικρό μου. Έλα μην φοβάσαι. Όχι απόψε. Όχι τις νύχτες που θα ‘ρθουν. Στάσου για μια στιγμή και κοίτα που σκοτεινιάζει νωρίς, έξω, μέσα μας. Θολώνει ο καθρέφτης. Σωπαίνει τη νύχτα και οι σκιές του κουρνιάζουν στην αγκαλιά μου. Μεγαλώνω μα δεν έμαθα ακόμη να μου το συγχωρώ. Κουράστηκα μα δεν έμαθα να σταματώ. Και έτσι γυρίζω πίσω, όταν δεν μπορώ να προχωρήσω μπροστά, όταν δεν μπορώ απλά να σταθώ. Χάνω τα βήματα. Χορταριάζουν οι αναμνήσεις μου. Προσπαθώ να θυμηθώ τα χέρια σου. Μα δεν μπορώ. Έγραφες με το δεξί ή με το αριστερό; Πώς έπινες τον καφέ; Ποιο ήταν το αγαπημένο σου φαγητό;
Ξεθωριάζει το ξέφωτο. Χάνονται όλα και μένει μόνο ένα κομμάτι φως. Ό,τι θυμάμαι. Έναν ήλιο να καίει. Θάλασσα… και πολλές νύχτες. Ένα κομμάτι φως. Μια ιστορία που ίσως να συνέβη… ίσως και όχι. Παιχνίδια του μυαλού, του χρόνου.
Ένα φανάρι. Ένα πορτοκαλί που απλώνεται ποτάμι στα πόδια σου, στη ζωή σου. Μια ματιά φευγαλέα στον ουρανό. Φρένο ή γκάζι; Πες μου καθώς θα περνώ. Νοιώσε με που γερνώ όσο εσύ κρατάς σφιχτά έναν αναπτήρα στην τσέπη.
Μπορείς να μείνεις ακίνητος σ’ έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ; Ανοίγω το χέρι. Τώρα κρατώ και εγώ έναν αναπτήρα. Πορτοκαλί. Σαν τα τσιγάρα σου. Ανάβω ένα τσιγάρο και ξεφυσάω τον καπνό. Όχι, δεν θα ‘ναι καλύτερα στο επόμενο φανάρι. Όχι, δεν είμαι η ίδια που γνώρισες. Είναι στιγμές, που αναρωτιέμαι αν με γνώρισες στ’ αλήθεια ποτέ. Αν υπήρξες ή αν έντυσα με λέξεις φανταχτερές ένα ανδρείκελο και το κύλησα σε σκοτάδια και φως. Μια μικρή συνομωσία. Δεν είναι ψέματα, αν δεν ομολογήσει κάποιος. Έτσι δεν είναι;
Μα δεν είναι ομολογία. Ένα άσπρο χαρτί είναι.
Ή μήπως μια άσπρη σημαία;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2010

Μη μιλάς... Όχι, αν δεν αξίζει τον κόπο



            Είναι φορές που μου λείπω, φορές που θυμάμαι πως κάποια στιγμή μου άφησα το χέρι και με άφησα να χαθώ. Και κάποιες ακόμα φορές – λιγότερες πάντα-, που μου λείπω. Είναι σαν να σταματά ο χρόνος, για μένα μόνο. Στέκομαι και βλέπω τους ανθρώπους να προχωρούν, να φωνασκούν, να υψώνονται και να πέφτουν. Σπάνια…. Νομίζω πως είναι σαν όλα αυτά να γίνονται σε αργή κίνηση και ακούω φωνές παραμορφωμένες, βλέπω κινήσεις από ένα αδιόρατο χοροθέατρο… αλλά δεν έχει σημασία πια.
Όταν παγώνει ο χρόνος, σαν σφαίρα ανάμεσα στα μάτια, όταν κολλάς σε ένα χαλασμένο φανάρι, σε ένα μποτιλιάρισμα, σε μια διαφωνία και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε… τότε μόνο μπορείς να μετρηθείς με τον εαυτό σου. Εκεί. Στο ασήμαντο του χρόνου.
Δεν ξέρω γιατί τις τελευταίες μέρες έχει τόση υγρασία. Ούτε αν είναι σημαντικό ή άξιο αναφοράς. Μα όταν έχει τέτοιο καιρό, επιστρέφω στην λίμνη. Σε μια λίμνη σκοτεινή, βρώμικη, παγωμένη. Κάθομαι σε ένα παγκάκι, ανάμεσα στους ανθρώπους και περιμένω. Δεν τους κοιτάζω ποτέ. Στέκομαι με γυρισμένη την πλάτη και απλά με περιμένω να περάσω. Πίσω μου…. Μπροστά μου…. Ή απλά να σταθώ κάπου με ένα τσιγάρο στο χέρι.
Περιμένω. Εκεί στην ασημαντότητα του χρόνου. Ξέρεις. Στο ίδιο σημείο που με προσπερνάς πάντα καθώς χαμηλώνεις το βλέμμα μήπως γυρίσω και σε κοιτάξω. Δεν γυρίζω ποτέ. Απλά περιμένω…. Μήπως φανώ…. Μήπως με προσπεράσω χαμηλώνοντας το βλέμμα.
Και τότε η λίμνη σκοτεινιάζει, τα σύννεφα πυκνώνουν και τα παγκάκια κατά μήκος της λίμνης γεμίζουν με μαυροντυμένες γυναίκες. Ο αέρας που σηκώνεται ανακατεύει τα κόκκινα μαλλιά τους, θολώνει τα μάτια τους.
Ένα μικρό παιδί δρασκελίζει γελώντας το δρόμο. Μια γυναίκα τρέχει πίσω του. Ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα. Ο χρόνος ξεκινά και πάλι…. Εκεί.. στα παγκάκια της λίμνης.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2009

2009 : Η χρονιά των μικρών ονείρων....


Ένα τσιγάρο. Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Μπορεί μαζί. Μπορεί και χωριστά. Βρέχει. Έχει σημασία;
Χρόνος. Μόνο αυτό χρειαζόμαστε και μια αγκαλιά χώρο να σταθούμε για λίγο.

Πάει καιρός που έχω στοιβάξει τις λέξεις μου σε μια άκρη. Υπάκουες, σιωπηλές, σκυφτές. Μα είναι στιγμές που μ’ ένα τσιγάρο, μ’ ένα ποτήρι κρασί όμοια με την μουσική ξεχύνονται ελεύθερες από ορισμούς δεσμώτες.

To 2009 ήταν η χρονιά των ονείρων. Η Susan Boyle τόλμησε και βγήκε να τραγουδήσει σε ένα θέατρο έτοιμο να την γιουχάρει. Στάθηκε απέναντι από το όνειρό της και το διεκδίκησε. Το πήρε μαζί με την ανάσα μας και έφυγε.

O μικρός Alexander Rybak στάθηκε απέναντι σε μεγαθήρια όπως η Patricia Kaas και πλατσαρίσματα όπως ο δικός μας Σάκης, μας έκλεισε πονηρά το μάτι και μας στροβίλισε στο παραμύθι του.

Ο δικός μου μικρός κατάφερε να με σηκώσει από τον καναπέ και να με σέρνει στα θέατρα, να κάνει τον ηθοποιό, να στέκεται και να απαγγέλει τις δικές του ιστορίες, να ψάχνει τις μουσικές του, να επιλέγει λέξεις τόσο αυθόρμητα και σοφά που με αφήνει άφωνη. Επιλέγοντας τις μουσικές του, υπερβαίνοντας τον χρόνο, δίνοντας στο σαλόνι τις δικές του παραστάσεις στο κατάδικό του αθέατο κοινό.

Χιλιάδες μικρότητες, κακοτυχίες, προβλήματα…. Πέρασαν μα δεν τους άξιζε μέρος να σταθούν. Απόψε είναι νύχτα γιορτής… της γιορτής του ονείρου, που διαπερνά την πραγματικότητα, μας χαϊδεύει, κλείνοντάς μας συνωμοτικά το μάτι.
Σταμάτα για λίγο, για μια στιγμή. Άκου τη μουσική και θυμήσου το δικό σου όνειρο, που σε περιμένει, να σταθείς απέναντί του και να το διεκδικήσεις. Κλείσε τα μάτια και απλά άκου ένα όνειρο να τραγουδά… ίσως το επόμενο να είναι το δικό σου.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2009

Ο Αλέξανδρος της σιωπής.... 25/6/1993-6/12/2008



Παρασκευή απόγευμα, ακόμα ένα απόγευμα ακηδίας, παραταγμένο στη σειρά μαζί με τα προηγούμενα. Προγραμματισμένη και αυτή η αμαρτία όπως όλα.

Να βάλω καφέ;

Μέρες τώρα σκέφτομαι τι θα γίνει στην επέτειο της δολοφονίας του παιδιού. Δεν με απασχολεί το αν θα κάψουν δέντρα, καταστήματα κ.τ.λ. αλλά το τι απέμεινε από εκείνα τα γεγονότα, τα γεγονότα των κραυγών και της σιωπής. Στέκεσαι απέναντι στον χρόνο, απέναντι στην «αδέσποτη» σφαίρα κρατώντας τι; Σιωπή;


«Παρακολουθούσα τα γεγονότα από το ρετιρέ» ανέφερε η κ. Σώτη Τριαντάφυλλου. Κάπως έτσι τα παρακολούθησα και εγώ με ένα τσιγάρο στα σκοτεινά και τη σιωπή.





Σιωπηλές ομάδες παιδιών έγιναν ένα και στάθηκαν απέναντι στους ένστολους στη ΓΑΔΑ. Σιωπηλά.
Και τότε ήρθε το πρώτο μήνυμα από χορευτές….
Στήθηκαν γυμνοί στις σκάλες με τους ένστολους να παρακολουθούν. 

Και τι καταλάβαμε; Τι σχολιάσαμε; Το φούξια βρακί.
Μέχρι εκεί έφτασε το μυαλό
ή η ευαισθησία μας….

Δεν έχει σημασία.


Περίμενα τους ανθρώπους του πνεύματος να μιλήσουν, να πάρουν θέση. Σώπασαν. Κρύφτηκαν στα ρετιρέ και στα σκοτάδια. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Σαν να μην καιγόταν η πόλη μέσα στη σιωπή τους.

Και εκεί τους σιχάθηκα. Και σταμάτησα να διαβάζω τα βιβλία που αγόραζα. Απλά τα ξεφύλλιζα και τα στρίμωχνα σε μια άκρη. Μέχρι που σταμάτησα να αγοράζω βιβλία, «πνεύμα», «ανθρώπους»…




Και περίμενα πιο πίσω να ακούσω τα σιωπηλά παιδιά να παίρνουν το λόγο. Να ξεχωρίζουν ανάμεσά τους αυτοί που θα τους οδηγήσουν λόγω πνεύματος και όχι λόγω κληρονομικού δικαιώματος. Μα το ποτάμι  όσο σιωπηλά μαζεύονταν τόσο σιωπηλά διαλύονταν.

Νέα παιδιά στριμώχτηκαν ξανά και ξανά στα γραφεία της ασφάλειας, στερούμενα των νόμιμων δικαιωμάτων τους. Ιστορίες που έφταναν σποραδικά σε μας μόνο αν κατά λάθος κάποιος ξένος ή δημοσιογράφος συλλαμβάνονταν. Απαγορεύτηκε και η κουκούλα. Και έτσι έχω έναν παράνομο πλέον κουκουλοφόρο με ύψος 1 μέτρο και κάτι να με συνοδεύει στο σχολείο.


Η εποχή μας φτιάχνει; Ή εμείς εκείνη; Έρμαια της… παρακολουθήσαμε πρώην μοντελοπνίχτη να συκοφαντεί και οι καρεκλάτοι να σωπαίνουν. Πληρώνονται για να σωπαίνουν εξάλλου…. Και στις παρυφές οι επικίνδυνα γραφικοί να βαυκαλίζονται ότι τα τανκς θα βγουν και πρέπει να βγουν στους δρόμους.



Εμείς είμαστε τα τανκς και η συνενοχή μας οι δρόμοι.







Μέχρι προσφάτως ομφαλοσκοπούσα ότι εγώ δεν είμαι το κατεστημένο, ότι είμαι κάτι άλλο, εκτός… καλύτερο. Αν έχετε παντόφλα πετάχτε την τώρα… ειδάλλως παρακαλείσθε όπως παρευρεθείτε στην απονομή του πλατινένιου μεταλλίου της ανοιχτής παλάμης με τιμώμενο πρόσωπο την αφεντομουτσουνάρα μου…. Διεύθυνση…  ρετιρέ, ενταύθα.


 Στα σκοτεινά. Να αναρωτιέμαι πού πήγαν… Το παρελθόν και το μέλλον μας. Πώς η γενιά, που έρχεται, έμαθε να τα κάνει όλα μέσα στη σιωπή…. Γνωριμίες, sex, επανάσταση…



Πίσω από 1 θρανίο, 1 οθόνη, 1 τηλεόραση, παντού και πάντα πίσω από κάποιον / κάτι… το μέλλον μας είναι εδώ και αντιστέκεται μέσα στη σιωπή όσο εμείς είμαστε παρατηρητές.





Ανήκω στους «προνομιούχους», αυτούς που ατενίζουν την ζωή από τα ρετιρέ και κανένας από αυτούς δεν άλλαξε ποτέ την ιστορία.













Ποιος θυμάται τη Γένοβα;
Ποιος θυμάται;

Και ποιος πιστεύει στη δικαιοσύνη;





Αντιγράφοντας από το blog της Tanila
Ο Μιχάλης Καλτεζάς (1970 - 17 Νοεμβρίου 1985) ήταν μαθητής που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στην επέτειο εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1985. Ο 27 χρόνος τότε αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας πυροβόλησε τον Μιχάλη Καλτεζά στο πίσω μέρος του κεφαλιού από απόσταση είκοσι μέτρων] καθώς ο νεαρός έτρεχε μαζί με άλλους διαδηλωτές προς την πλατεία Εξαρχείων.

Η πορεία ξεκίνησε και τελείωσε ομαλά χωρίς κανένα επεισόδιο αφού η περιφρούρησή της από τους διοργανωτές ήταν επιτυχής. Μετά το τέλος της πορείας και ενώ οι διαδηλωτές διαλύονταν σε κάποια ψησταριά των Εξαρχείων σταματά για φαγητό μια ομάδα ΜΑΤ. Από το σημείο περνά μια παρέα αναρχικών που ειρωνεύονται τους αστυνομικούς, ενώ την ίδια στιγμή καταφθάνουν συνάδελφοι των τελευταίων οι οποίοι περίμεναν σε σταθμευμένη κλούβα των ΜΑΤ. Εν τω μεταξύ πολλαπλασιάζονται και οι αναρχικοί που αρχίζουν να καταδιώκουν τους αστυνομικούς, με τα επεισόδια να εξαπλώνονται στο κέντρο της Αθήνας. Σε κάποιο σημείο των επεισοδίων, και συγκεκριμένα στη διασταύρωση των οδών Στουρνάρη και Μπότσαρη, ο αστυνομικός Μελίστας πυροβολεί και σκοτώνει από πίσω τον Καλτεζά ο οποίος έτρεχε. Ασθενοφόρο τον μεταφέρει στον Ευαγγελισμό όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Καλτεζά καταλαμβάνεται από αναρχικούς σε ένδειξη διαμαρτυρίας το παλιό Χημείο στη Σόλωνος και το Πολυτεχνείο. Το πρωί της 18ης Νοεμβρίου δίνεται η άδεια από την Επιτροπή Πανεπιστημιακού Ασύλου, με πρόεδρο τον πρύτανη Μιχάλη Σταθόπουλο, να μπει η Αστυνομία στο Χημείο. Η εισβολή γίνεται με χρήση δακρυγόνων, για πρώτη φορά μετά το 1976, και οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν 37 άτομα τα οποία ξυλοκοπούν, ενώ λίγοι καταφέρνουν να φτάσουν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου από τους υπονόμους. Αυτή ήταν και η πρώτη άρση ασύλου από την επίσημη θεσμοποίησή του το 1982. Τα επεισόδια στην Αθήνα συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες.

Ύστερα από τα γεγονότα ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Μένιος Κουτσόγιωργας υπέβαλλε την παραίτησή του, την οποία ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου δεν έκανε δεκτή. Στις 26 Νοεμβρίου του 1985 η 17 Νοέμβρη, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Καλτεζά, επιτέθηκε με βόμβα σε κλούβα των ΜΑΤ κοντά στο Ξενοδοχείο Κάραβελ, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας αστυνομικός και να τραυματιστούν δεκατέσσερις.

O Μελίστας καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση με αναστολή και σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε στις 25/1/1990 από το Εφετείο, με δικηγόρο τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο καθώς του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το ότι ήταν «εν βρασμώ ψυχής». Η αθώωσή του προκάλεσε νέα σοβαρά επεισόδια με κατάληψη του Πολυτεχνείου από δυνάμεις της Αριστεράς και αναρχικούς.

Πηγή el.wikipedia.org


Το τέλος της ιστορίας δεν γράφτηκε ακόμα. Η δίκη εξοστρακίστηκε, να μην ενοχλεί, να μη θυμηθεί κανείς και να μην ενοχληθεί... για όσα έκανε και κυρίως για όσα ΔΕΝ έκανε.

Και είμαι στο ρετιρέ και περιμένω.... να αρθρωθεί λόγος... πολιτικός, όχι δικανικός....

Σε μια ιστορία, που καταχωρήθηκε με εικόνες μόνο....