Πέμπτη, Απριλίου 16, 2009

Στα φώτα της νύχτας...

Στιγμές


Δρόμοι που δεν τελειώνουν ποτέ. Καφές, τσιγάρο, ραδιόφωνο και σκέψεις όμοια με δεμένα κονσερβοκούτια να σέρνονται ξωπίσω. Ακόμα μια άνοιξη, ακόμα μια μέρα στους δρόμους. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά, ψάχνω τον ήλιο. Με ενοχλεί, δεν τον αντέχω. Βάζω τα γυαλιά και εικόνες περνούν στο μυαλό μου σαν σκοτεινό cinemαscope. Είναι φορές που ο σταθμός χάνεται και εγώ κάνω χιλιόμετρα μέχρι να το συνειδητοποιήσω και να ψάξω κάποιον άλλο σταθμό, να βάλω κάποιον άλλον και να συνεχίσω.

Τρέχω σε μια κινούμενη ηχορύπανση. Στιγμές μονάχα σταματώ και σιωπηλή κοιτάζω ψηλά. Και ο χρόνος συνεχίζει να τρέχει και οι άνθρωποι ξωπίσω του. Ένα ποτάμι από ήχο και φως.
Θα με συγχωρήσω αυτή την άνοιξη; Μεγάλωσα. Δεν θέλω να μετρώ άλλο απουσίες. Το ξέρεις πως είμαι καλή. Αλλά δεν μ’ αφορά πια.
Μου λείπει ο νουνός που μ’ αγαπούσε έτσι απλά όπως τρέχει το νερό από τη βρύση, που μου ‘φερνε λαμπάδα και λεφτά για τα παπούτσια μέχρι πριν λίγο.
Μου λείπει ο παππούς...
Τον γούσταρα γιατί δεν έλεγε πολλά και ας δεν το καταλάβαινε κανείς. Πήρα κάτι από τον ίσκιο του. Άρρωστος μα περήφανος μου ζήτησε να τον πάω μία βόλτα με το αυτοκίνητο. Ο ξάδελφος μου τον πείραζε και τον έκανε σούζες με το μηχανάκι για να τρομοκρατείται και να μην του ζητά βόλτες. Αυτός ο καιρός είχε περάσει. Μου ζήτησε να τον πάω σε κάποια ξωκλήσια. Καθίσαμε και χαζεύαμε το χωριό στα πόδια μας και ο παππούς σε τελικό στάδιο καρκίνου πνεύμονα, κάπνιζε. Ένοιωθα ότι ταξίδευε στον χρόνο, στην ψυχή του, εκεί ψηλά, κρυμμένοι στη σιωπή και το φως. Το καλοκαίρι ο παππούς έφυγε.
Φοβόταν να μου μιλήσει, όπως οι άλλοι φοβόταν να του μιλήσουν. Ήξερε όμως και μου τα πε τσεκουράτα. Ο παππούς που στεκόταν όλα τα χρόνια με ένα τσιγάρο σιωπηλός και έπαιρνε τους δρόμους. Ο παππούς με τον δικό του κώδικα ηθικής που δεν πρόδωσε ποτέ. Ο παππούς… που έφυγα νύχτα από τη δουλειά γιατί είχε πεθάνει, να τους φτιάξω τα χαρτιά και τον βρήκα στο φέρετρο στο σαλόνι την ώρα που σέρβιραν σπανακόπιτα και μία φώναζε «πίτσα δεν έχετε;» ενώ ένα ξένο παιδάκι έπαιζε γύρω από τον κόσμο που κουτσομπόλευε.
Οι άνθρωποι φεύγουν και εγώ είμαι πίσω από χαρτιά, πάνω γυναίκες που φοβούνται, από χέρια που απλώνονται για να τους πεις ότι όλα θα πάνε καλά. Κοιτάζω τα χέρια μου. Νυστέρια, ψαλίδια γίνονται τα δάχτυλα μου και παίζουν κλίμακες, αρπέζ, μελωδίες.
Μη με θυμάσαι αν δεν είσαι εδώ...
Πάω στοίχημα θα με έβλεπες αστεία με τα ρούχα αυτά. Θα κρυβόσουν να μου κάνεις γκριμάτσες πίσω από την πλάτη μου και να μου πεις συνωμοτικά «Πωπω είσαι τόσο σοβαρή εκεί πέρα με αυτούς τους ανθρώπους. Με φοβίζεις. Εμένα δεν θα με βάλεις κάτω από τα νυστέρια, έτσι; Ήμουν καλό παιδί… όχι… όχι δελφινάκι είμαι και χάνομαι… πιασε με αν μπορείς!»

Κοιτάζω στον καθρέφτη την ώρα που πλένομαι. Κλείνω τα μάτια.
Είμαι ψηλά… και αφήνομαι να πέσω.»

4 σχόλια:

Amethystos είπε...

πολύ πολύ όμορφο

Δήμητρα είπε...

Kαλή Ανάσταση Σπαρκούλι...Πολλές ευχές και φιλιά από καρδιάς!

Ένδειξη ζωής είπε...

Ευχαριστώ Σπαρκούλα...:)

Spark είπε...

ευχαριστώ
για τις ευχές και τα όμορφα λόγια 