Τρίτη, Ιανουάριος 12, 2010

Μαμά.... αγαπούν ακόμα οι άνθρωποι;



-          Τι δουλειά κάνεις;
-          Μιλώ με τους ανθρώπους
-          Και όταν δεν δουλεύεις;
-          Μιλώ για τους ανθρώπους
-          Πού χωρούν όλοι αυτοί;
-          Πουθενά. Για αυτό φεύγω. Για αυτό το βάζω στα πόδια.
-          Και πού πας;
-          Στη σιωπή… που φοβάται το σκοτάδι και μέσα απ’ τις εικόνες γίνεται μουσική.



Αν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν νοιώθουν την μουσική... πώς θα νοιώσουν τον άνθρωπο;



 
Κουράστηκα… Βαρέθηκα ότι βλέπω, ότι ακούω, ότι διαβάζω να είναι στοιβαγμένο σε προσφορές. Η φτήνια που στέκεται απέναντι μας και μας κλείνει συνωμοτικά το μάτι. Η ευκολία. Ό,τι πάρεις προσφορά και δώρο η αυταπάτη της επιλογής. Κόσμος στριμώχνεται και αγοράζει βιαστικά, αγχωμένα πακέτα πλαστικά, που θα πετάξει λίγο μετά. Να προλάβουμε, να το αρπάξουμε πρώτοι. Τραγούδια που βαρεθήκαμε να ακούμε, βιβλία που δεν θα διαβάσουμε, συνταγές που δεν θα κάνουμε ποτέ. Να χορτάσει το μάτι…. Του διπλανού.
Ξεφυλλίζω τις ιστορίες τους. Εικόνες… εικόνες… χωρίς νόημα, χωρίς ουσία. Μάθαμε στην προσφορά. Πάρε… πάρε… πάρε…. Κύριος…. Με δώρο και αυτό… και εκείνο… και το άλλο. Γιατί σκέτο δεν θα ‘χει ζήτηση πια. Ίσως γιατί ξεμάθαμε να ζητάμε παλεύοντας να σκεπάσουμε την γύμνια με μανταλάκια….





"Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι "

Σάρκινος λόγος

Ι.

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.
Ἀθήνα 18.11.80

γιατί τη ζωή ούτε τη ζεις... ούτε τη μαθαίνεις από τις προσφορές....


Δευτέρα, Ιανουάριος 11, 2010

"Ένα κομμάτι φως... γιατί τίποτε άλλο δεν κόστισε πιο πολύ σε τούτα τα σκοτάδια"


Πλησίασε μικρό μου. Έλα μην φοβάσαι. Όχι απόψε. Όχι τις νύχτες που θα ‘ρθουν. Στάσου για μια στιγμή και κοίτα που σκοτεινιάζει νωρίς, έξω, μέσα μας. Θολώνει ο καθρέφτης. Σωπαίνει τη νύχτα και οι σκιές του κουρνιάζουν στην αγκαλιά μου. Μεγαλώνω μα δεν έμαθα ακόμη να μου το συγχωρώ. Κουράστηκα μα δεν έμαθα να σταματώ. Και έτσι γυρίζω πίσω, όταν δεν μπορώ να προχωρήσω μπροστά, όταν δεν μπορώ απλά να σταθώ. Χάνω τα βήματα. Χορταριάζουν οι αναμνήσεις μου. Προσπαθώ να θυμηθώ τα χέρια σου. Μα δεν μπορώ. Έγραφες με το δεξί ή με το αριστερό; Πώς έπινες τον καφέ; Ποιο ήταν το αγαπημένο σου φαγητό;
Ξεθωριάζει το ξέφωτο. Χάνονται όλα και μένει μόνο ένα κομμάτι φως. Ό,τι θυμάμαι. Έναν ήλιο να καίει. Θάλασσα… και πολλές νύχτες. Ένα κομμάτι φως. Μια ιστορία που ίσως να συνέβη… ίσως και όχι. Παιχνίδια του μυαλού, του χρόνου.
Ένα φανάρι. Ένα πορτοκαλί που απλώνεται ποτάμι στα πόδια σου, στη ζωή σου. Μια ματιά φευγαλέα στον ουρανό. Φρένο ή γκάζι; Πες μου καθώς θα περνώ. Νοιώσε με που γερνώ όσο εσύ κρατάς σφιχτά έναν αναπτήρα στην τσέπη.
Μπορείς να μείνεις ακίνητος σ’ έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ; Ανοίγω το χέρι. Τώρα κρατώ και εγώ έναν αναπτήρα. Πορτοκαλί. Σαν τα τσιγάρα σου. Ανάβω ένα τσιγάρο και ξεφυσάω τον καπνό. Όχι, δεν θα ‘ναι καλύτερα στο επόμενο φανάρι. Όχι, δεν είμαι η ίδια που γνώρισες. Είναι στιγμές, που αναρωτιέμαι αν με γνώρισες στ’ αλήθεια ποτέ. Αν υπήρξες ή αν έντυσα με λέξεις φανταχτερές ένα ανδρείκελο και το κύλησα σε σκοτάδια και φως. Μια μικρή συνομωσία. Δεν είναι ψέματα, αν δεν ομολογήσει κάποιος. Έτσι δεν είναι;
Μα δεν είναι ομολογία. Ένα άσπρο χαρτί είναι.
Ή μήπως μια άσπρη σημαία;

Πέμπτη, Ιανουάριος 07, 2010

Μη μιλάς... Όχι, αν δεν αξίζει τον κόπο



            Είναι φορές που μου λείπω, φορές που θυμάμαι πως κάποια στιγμή μου άφησα το χέρι και με άφησα να χαθώ. Και κάποιες ακόμα φορές – λιγότερες πάντα-, που μου λείπω. Είναι σαν να σταματά ο χρόνος, για μένα μόνο. Στέκομαι και βλέπω τους ανθρώπους να προχωρούν, να φωνασκούν, να υψώνονται και να πέφτουν. Σπάνια…. Νομίζω πως είναι σαν όλα αυτά να γίνονται σε αργή κίνηση και ακούω φωνές παραμορφωμένες, βλέπω κινήσεις από ένα αδιόρατο χοροθέατρο… αλλά δεν έχει σημασία πια.
Όταν παγώνει ο χρόνος, σαν σφαίρα ανάμεσα στα μάτια, όταν κολλάς σε ένα χαλασμένο φανάρι, σε ένα μποτιλιάρισμα, σε μια διαφωνία και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε… τότε μόνο μπορείς να μετρηθείς με τον εαυτό σου. Εκεί. Στο ασήμαντο του χρόνου.
Δεν ξέρω γιατί τις τελευταίες μέρες έχει τόση υγρασία. Ούτε αν είναι σημαντικό ή άξιο αναφοράς. Μα όταν έχει τέτοιο καιρό, επιστρέφω στην λίμνη. Σε μια λίμνη σκοτεινή, βρώμικη, παγωμένη. Κάθομαι σε ένα παγκάκι, ανάμεσα στους ανθρώπους και περιμένω. Δεν τους κοιτάζω ποτέ. Στέκομαι με γυρισμένη την πλάτη και απλά με περιμένω να περάσω. Πίσω μου…. Μπροστά μου…. Ή απλά να σταθώ κάπου με ένα τσιγάρο στο χέρι.
Περιμένω. Εκεί στην ασημαντότητα του χρόνου. Ξέρεις. Στο ίδιο σημείο που με προσπερνάς πάντα καθώς χαμηλώνεις το βλέμμα μήπως γυρίσω και σε κοιτάξω. Δεν γυρίζω ποτέ. Απλά περιμένω…. Μήπως φανώ…. Μήπως με προσπεράσω χαμηλώνοντας το βλέμμα.
Και τότε η λίμνη σκοτεινιάζει, τα σύννεφα πυκνώνουν και τα παγκάκια κατά μήκος της λίμνης γεμίζουν με μαυροντυμένες γυναίκες. Ο αέρας που σηκώνεται ανακατεύει τα κόκκινα μαλλιά τους, θολώνει τα μάτια τους.
Ένα μικρό παιδί δρασκελίζει γελώντας το δρόμο. Μια γυναίκα τρέχει πίσω του. Ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα. Ο χρόνος ξεκινά και πάλι…. Εκεί.. στα παγκάκια της λίμνης.

Κυριακή, Δεκέμβριος 27, 2009

2009 : Η χρονιά των μικρών ονείρων....


Ένα τσιγάρο. Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Μπορεί μαζί. Μπορεί και χωριστά. Βρέχει. Έχει σημασία;
Χρόνος. Μόνο αυτό χρειαζόμαστε και μια αγκαλιά χώρο να σταθούμε για λίγο.

Πάει καιρός που έχω στοιβάξει τις λέξεις μου σε μια άκρη. Υπάκουες, σιωπηλές, σκυφτές. Μα είναι στιγμές που μ’ ένα τσιγάρο, μ’ ένα ποτήρι κρασί όμοια με την μουσική ξεχύνονται ελεύθερες από ορισμούς δεσμώτες.

To 2009 ήταν η χρονιά των ονείρων. Η Susan Boyle τόλμησε και βγήκε να τραγουδήσει σε ένα θέατρο έτοιμο να την γιουχάρει. Στάθηκε απέναντι από το όνειρό της και το διεκδίκησε. Το πήρε μαζί με την ανάσα μας και έφυγε.

O μικρός Alexander Rybak στάθηκε απέναντι σε μεγαθήρια όπως η Patricia Kaas και πλατσαρίσματα όπως ο δικός μας Σάκης, μας έκλεισε πονηρά το μάτι και μας στροβίλισε στο παραμύθι του.

Ο δικός μου μικρός κατάφερε να με σηκώσει από τον καναπέ και να με σέρνει στα θέατρα, να κάνει τον ηθοποιό, να στέκεται και να απαγγέλει τις δικές του ιστορίες, να ψάχνει τις μουσικές του, να επιλέγει λέξεις τόσο αυθόρμητα και σοφά που με αφήνει άφωνη. Επιλέγοντας τις μουσικές του, υπερβαίνοντας τον χρόνο, δίνοντας στο σαλόνι τις δικές του παραστάσεις στο κατάδικό του αθέατο κοινό.

Χιλιάδες μικρότητες, κακοτυχίες, προβλήματα…. Πέρασαν μα δεν τους άξιζε μέρος να σταθούν. Απόψε είναι νύχτα γιορτής… της γιορτής του ονείρου, που διαπερνά την πραγματικότητα, μας χαϊδεύει, κλείνοντάς μας συνωμοτικά το μάτι.
Σταμάτα για λίγο, για μια στιγμή. Άκου τη μουσική και θυμήσου το δικό σου όνειρο, που σε περιμένει, να σταθείς απέναντί του και να το διεκδικήσεις. Κλείσε τα μάτια και απλά άκου ένα όνειρο να τραγουδά… ίσως το επόμενο να είναι το δικό σου.

Παρασκευή, Δεκέμβριος 04, 2009

Ο Αλέξανδρος της σιωπής.... 25/6/1993-6/12/2008



Παρασκευή απόγευμα, ακόμα ένα απόγευμα ακηδίας, παραταγμένο στη σειρά μαζί με τα προηγούμενα. Προγραμματισμένη και αυτή η αμαρτία όπως όλα.

Να βάλω καφέ;

Μέρες τώρα σκέφτομαι τι θα γίνει στην επέτειο της δολοφονίας του παιδιού. Δεν με απασχολεί το αν θα κάψουν δέντρα, καταστήματα κ.τ.λ. αλλά το τι απέμεινε από εκείνα τα γεγονότα, τα γεγονότα των κραυγών και της σιωπής. Στέκεσαι απέναντι στον χρόνο, απέναντι στην «αδέσποτη» σφαίρα κρατώντας τι; Σιωπή;


«Παρακολουθούσα τα γεγονότα από το ρετιρέ» ανέφερε η κ. Σώτη Τριαντάφυλλου. Κάπως έτσι τα παρακολούθησα και εγώ με ένα τσιγάρο στα σκοτεινά και τη σιωπή.





Σιωπηλές ομάδες παιδιών έγιναν ένα και στάθηκαν απέναντι στους ένστολους στη ΓΑΔΑ. Σιωπηλά.
Και τότε ήρθε το πρώτο μήνυμα από χορευτές….
Στήθηκαν γυμνοί στις σκάλες με τους ένστολους να παρακολουθούν. 

Και τι καταλάβαμε; Τι σχολιάσαμε; Το φούξια βρακί.
Μέχρι εκεί έφτασε το μυαλό
ή η ευαισθησία μας….

Δεν έχει σημασία.


Περίμενα τους ανθρώπους του πνεύματος να μιλήσουν, να πάρουν θέση. Σώπασαν. Κρύφτηκαν στα ρετιρέ και στα σκοτάδια. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Σαν να μην καιγόταν η πόλη μέσα στη σιωπή τους.

Και εκεί τους σιχάθηκα. Και σταμάτησα να διαβάζω τα βιβλία που αγόραζα. Απλά τα ξεφύλλιζα και τα στρίμωχνα σε μια άκρη. Μέχρι που σταμάτησα να αγοράζω βιβλία, «πνεύμα», «ανθρώπους»…




Και περίμενα πιο πίσω να ακούσω τα σιωπηλά παιδιά να παίρνουν το λόγο. Να ξεχωρίζουν ανάμεσά τους αυτοί που θα τους οδηγήσουν λόγω πνεύματος και όχι λόγω κληρονομικού δικαιώματος. Μα το ποτάμι  όσο σιωπηλά μαζεύονταν τόσο σιωπηλά διαλύονταν.

Νέα παιδιά στριμώχτηκαν ξανά και ξανά στα γραφεία της ασφάλειας, στερούμενα των νόμιμων δικαιωμάτων τους. Ιστορίες που έφταναν σποραδικά σε μας μόνο αν κατά λάθος κάποιος ξένος ή δημοσιογράφος συλλαμβάνονταν. Απαγορεύτηκε και η κουκούλα. Και έτσι έχω έναν παράνομο πλέον κουκουλοφόρο με ύψος 1 μέτρο και κάτι να με συνοδεύει στο σχολείο.


Η εποχή μας φτιάχνει; Ή εμείς εκείνη; Έρμαια της… παρακολουθήσαμε πρώην μοντελοπνίχτη να συκοφαντεί και οι καρεκλάτοι να σωπαίνουν. Πληρώνονται για να σωπαίνουν εξάλλου…. Και στις παρυφές οι επικίνδυνα γραφικοί να βαυκαλίζονται ότι τα τανκς θα βγουν και πρέπει να βγουν στους δρόμους.



Εμείς είμαστε τα τανκς και η συνενοχή μας οι δρόμοι.







Μέχρι προσφάτως ομφαλοσκοπούσα ότι εγώ δεν είμαι το κατεστημένο, ότι είμαι κάτι άλλο, εκτός… καλύτερο. Αν έχετε παντόφλα πετάχτε την τώρα… ειδάλλως παρακαλείσθε όπως παρευρεθείτε στην απονομή του πλατινένιου μεταλλίου της ανοιχτής παλάμης με τιμώμενο πρόσωπο την αφεντομουτσουνάρα μου…. Διεύθυνση…  ρετιρέ, ενταύθα.


 Στα σκοτεινά. Να αναρωτιέμαι πού πήγαν… Το παρελθόν και το μέλλον μας. Πώς η γενιά, που έρχεται, έμαθε να τα κάνει όλα μέσα στη σιωπή…. Γνωριμίες, sex, επανάσταση…



Πίσω από 1 θρανίο, 1 οθόνη, 1 τηλεόραση, παντού και πάντα πίσω από κάποιον / κάτι… το μέλλον μας είναι εδώ και αντιστέκεται μέσα στη σιωπή όσο εμείς είμαστε παρατηρητές.





Ανήκω στους «προνομιούχους», αυτούς που ατενίζουν την ζωή από τα ρετιρέ και κανένας από αυτούς δεν άλλαξε ποτέ την ιστορία.













Ποιος θυμάται τη Γένοβα;
Ποιος θυμάται;

Και ποιος πιστεύει στη δικαιοσύνη;





Αντιγράφοντας από το blog της Tanila
Ο Μιχάλης Καλτεζάς (1970 - 17 Νοεμβρίου 1985) ήταν μαθητής που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στην επέτειο εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1985. Ο 27 χρόνος τότε αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας πυροβόλησε τον Μιχάλη Καλτεζά στο πίσω μέρος του κεφαλιού από απόσταση είκοσι μέτρων] καθώς ο νεαρός έτρεχε μαζί με άλλους διαδηλωτές προς την πλατεία Εξαρχείων.

Η πορεία ξεκίνησε και τελείωσε ομαλά χωρίς κανένα επεισόδιο αφού η περιφρούρησή της από τους διοργανωτές ήταν επιτυχής. Μετά το τέλος της πορείας και ενώ οι διαδηλωτές διαλύονταν σε κάποια ψησταριά των Εξαρχείων σταματά για φαγητό μια ομάδα ΜΑΤ. Από το σημείο περνά μια παρέα αναρχικών που ειρωνεύονται τους αστυνομικούς, ενώ την ίδια στιγμή καταφθάνουν συνάδελφοι των τελευταίων οι οποίοι περίμεναν σε σταθμευμένη κλούβα των ΜΑΤ. Εν τω μεταξύ πολλαπλασιάζονται και οι αναρχικοί που αρχίζουν να καταδιώκουν τους αστυνομικούς, με τα επεισόδια να εξαπλώνονται στο κέντρο της Αθήνας. Σε κάποιο σημείο των επεισοδίων, και συγκεκριμένα στη διασταύρωση των οδών Στουρνάρη και Μπότσαρη, ο αστυνομικός Μελίστας πυροβολεί και σκοτώνει από πίσω τον Καλτεζά ο οποίος έτρεχε. Ασθενοφόρο τον μεταφέρει στον Ευαγγελισμό όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Καλτεζά καταλαμβάνεται από αναρχικούς σε ένδειξη διαμαρτυρίας το παλιό Χημείο στη Σόλωνος και το Πολυτεχνείο. Το πρωί της 18ης Νοεμβρίου δίνεται η άδεια από την Επιτροπή Πανεπιστημιακού Ασύλου, με πρόεδρο τον πρύτανη Μιχάλη Σταθόπουλο, να μπει η Αστυνομία στο Χημείο. Η εισβολή γίνεται με χρήση δακρυγόνων, για πρώτη φορά μετά το 1976, και οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν 37 άτομα τα οποία ξυλοκοπούν, ενώ λίγοι καταφέρνουν να φτάσουν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου από τους υπονόμους. Αυτή ήταν και η πρώτη άρση ασύλου από την επίσημη θεσμοποίησή του το 1982. Τα επεισόδια στην Αθήνα συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες.

Ύστερα από τα γεγονότα ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Μένιος Κουτσόγιωργας υπέβαλλε την παραίτησή του, την οποία ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου δεν έκανε δεκτή. Στις 26 Νοεμβρίου του 1985 η 17 Νοέμβρη, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Καλτεζά, επιτέθηκε με βόμβα σε κλούβα των ΜΑΤ κοντά στο Ξενοδοχείο Κάραβελ, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας αστυνομικός και να τραυματιστούν δεκατέσσερις.

O Μελίστας καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση με αναστολή και σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε στις 25/1/1990 από το Εφετείο, με δικηγόρο τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο καθώς του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το ότι ήταν «εν βρασμώ ψυχής». Η αθώωσή του προκάλεσε νέα σοβαρά επεισόδια με κατάληψη του Πολυτεχνείου από δυνάμεις της Αριστεράς και αναρχικούς.

Πηγή el.wikipedia.org


Το τέλος της ιστορίας δεν γράφτηκε ακόμα. Η δίκη εξοστρακίστηκε, να μην ενοχλεί, να μη θυμηθεί κανείς και να μην ενοχληθεί... για όσα έκανε και κυρίως για όσα ΔΕΝ έκανε.

Και είμαι στο ρετιρέ και περιμένω.... να αρθρωθεί λόγος... πολιτικός, όχι δικανικός....

Σε μια ιστορία, που καταχωρήθηκε με εικόνες μόνο....

Δευτέρα, Νοέμβριος 30, 2009

Η στιγμή της ομίχλης


Λίγο πριν ανάψω τσιγάρο… Λίγο πριν βγω πάλι στους δρόμους… Όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη μια εικόνα γυρίζει εδώ και μέρες στο κεφάλι μου. Μια εικόνα βουβή γεμάτη μουσική… καρφωμένη μέσα στο χρόνο που δε σταματά ποτέ.

Περιμένεις οι ξεχωριστές στιγμές να έχουν μια προειδοποίηση, κάτι που να σε προετοιμάζει να σηκώσεις το βλέμμα, να σταθείς, να απολαύσεις… Μια βροντή πριν την βροχή, μια σπίθα πριν τον έρωτα…. Περιμένεις να ‘ρθουν με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και την σπίθα στα βλέμμα.

Ακόμα ένα σαββατοκύριακο να φεύγω αργοπορημένη από τη δουλειά με δανεικά τσιγάρα, με μάτια μισόκλειστα, με ταχύτητα νυσταγμένη μέσα σε μισοάδειους δρόμους. Κόκκινα φανάρια, πράσινα φανάρια, προσπεράσεις μέσα στην ομίχλη και με μια υγρασία όμοια με ανεπαίσθητη βροχή. Τελευταίο φανάρι. Κόκκινο. Πράσινο. Αλλαγή ταχύτητας. Πάμε. Στροφή και σε λίγο θα είμαι σπίτι. Νυσταγμένα, νωχελικά σαν μια βαρκούλα μέσα σε ποτάμι.

Προσπερνώ ένα αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ένα κόκκινο, παλιό αυτοκίνητο. Κοιτάζω ξανά και ένα κεφάλι προβάλει στο παράθυρο του συνοδηγού. Γυρίζω το κεφάλι στον έρημο δρόμο. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί αυτό που αντικρίζω συνήθως είναι νοτισμένα τζάμια…

Ένας ηλικιωμένος κύριος φορώντας μια τραγιάσκα και ένα δοξάρι στο χέρι έπαιζε βιολί μόνος του στο αυτοκίνητο μέσα στην ομίχλη. Δεν τον ένοιαζε αν άκουγε κανείς, ποιος περνούσε… μέσα στο αυτοκίνητο, παρκαρισμένος λίγο πριν από ένα αδιέξοδο. Δεν μπορούσα να δω και πολλά, δεν προλάβαινα, μόνο το δοξάρι και ένα τεράστιο ζευγάρι γυαλιά. Δεν ήθελα να λερώσω τη στιγμή με την αδιακρισία μου… και συνέχισα να προχωρώ κοιτώντας στα κρυφά απ’ τον καθρέφτη, μέχρι που ο κύριος χάθηκε. Πρώτα αυτός, μετά το αυτοκίνητο μέσα σε μια στροφή…. Η εικόνα χάθηκε, η στιγμή απομακρύνθηκε…. Σιωπηλά… μέσα στην υγρασία και την ομίχλη… Όμως για κάποιον αδιόρατο λόγο… Αυτός ο ηλικιωμένος κύριος ακόμα γυρίζει με το δοξάρι και το βιολί του στη σκέψη μου…. Σε εκείνον τον έρημο δρόμο… Μόνος… Σε μια άκρη…. Ζώντας τη στιγμή μόνο για πάρτη του… Σώζοντας την ψυχή του.

Απλά... Χωρίς προειδοποιήσεις.

Παρασκευή, Νοέμβριος 27, 2009

Κλέβοντας....




Αγαπημένη μου Άη Βασίλω…


Δεν σε γνωρίζω… και για να σου πω ένα μυστικό… δεν πιστεύω σε σένα και τελευταία την παλεύω για να μην σταματήσω να πιστεύω στους ανθρώπους.

Φυσικά και δεν το σκέφτηκα μόνη μου να σου γράψω. Με έπιασαν οι αδιακρισίες μου και διάβασα το γράμμα της Θείας Ντόννας, ζήλεψα και να ‘μαι και εγώ να φλυαρώ μιας και την πρωτοχρονιά έχω κλείσει να δουλεύω στο «Μέγαρο»… χωρίς τον παίδαρο φυσικά.

Τώρα υποθέτω ότι θα έπρεπε να σου πω ότι ήμουν καλός άνθρωπος την προηγούμενη χρονιά.  Δεν ήμουν…. Μαλάκας ήμουν, με εξαιρετική επιτυχία. Η χρονιά που θα χαθεί σε λίγο πέρασε σαν ένα ατέλειωτο roller coaster. Σαν τηλεοπτική σειρά χωρίς διαλείμματα για διαφημίσεις. Δυστυχώς….

Είχε κοσμικές εμφανίσεις με κορυφαία την grante εμφάνισή μου σε γάμο με ροζουλί αμφίεση όπου ήμουν σαν φαλαινο-φλαμίνγκο. Όταν είδα τις φωτογραφίες λαχτάρησα.  Αλλά χρειάστηκε να αποκτήσω ακόμα 1 νέο φίλο, τον κύριο Helicobacter Pylori για να αποφασίσω ότι πρέπει να κάνω δίαιτα. Τι έχασα μέχρι στιγμής; Την ψυχραιμία μου!

Γενικά αυτός ο Κρόνος ήταν ένα αδιάκοπο σκωτσέζικο ντουζ. Να σε κάψω Γιάννη μ’, να σ’  αλείψω λάδι. Άνθρωποι που μπαινόβγαιναν από τη ζωή μου. Άνθρωποι που μοιραστήκαμε γέλια και κλάματα, άνθρωποι που με μαχαίρωσαν πισώπλατα για να χαθούμε ξανά. Και κάπως έτσι ξεθωριάζουν μέσα μου οι άνθρωποι, φεύγω, το βάζω στα πόδια αθόρυβα… Αλλά από την άλλη γνώρισα και ανθρώπους, που άξιζαν πραγματικά, που ζέσταναν τις στιγμές και την ψυχή μου. Ανθρώπους που με προχώρησαν παρακάτω… που γνώρισα μέσα από τα μάτια τους άλλους ανθρώπους, μέρη και καταστάσεις, που αλλιώς δεν θα τα γνώριζα ποτέ. Ανθρώπους που θέλω να μείνουν στη ζωή μου και να μετράμε χρόνια και χρόνια γνωριμίες.

Ακόμα μία χρονιά μίσησα το τηλέφωνο και το ξεχνάω συστηματικά πλέον στα πιο απίθανα μέρη. Όλο προβλήματα υγείας… Δάκος έπεσε, περονόσπορος έπεσε… δεν μπορώ να πω… αλλά οι γνωστοί μοιάζουν με την παροιμία… με τον ήλιο τα βάζω με τον ήλιο τα βγάζω τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε; Όχι ότι εγώ ήμουν καλύτερα. Ένα χρόνιο πρόβλημα στο πόδι με οδήγησε σε κατάχρηση αναλγητικών και αυτό ένα βράδυ σε άπνοια. Ήταν σαν ένα τεράστιο φορτηγό με πλάκωσε ξαφνικά. Έχοντας παραλυμένο κάθε μυ μου, βλέποντας τα πάντα να μαυρίζουν και απλά να πέφτεις. Να έχεις συναίσθηση και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα…. Ευτυχώς ο Θεός με προστάτευσε από την βλακεία μου και κάποια λεπτά αργότερα συνήλθα. Τότε τα έκοψα μαχαίρι όλα και συνειδητοποίησα ότι είχα χάσει τον έλεγχο. Και τότε μου ήρθε το χαστούκι. Ένας δικός μου άνθρωπος… νέος… είχε καρκίνο για 2η φορά σε 6 μήνες. Γνωρίζω αρκετά για την περίπτωση…. Αλλά δεν ήθελα να παραδεχτώ τίποτα και συνεργάτες για να με «βοηθήσουν» μου έκαναν ανακεφαλαιώσεις καθημερινά εκ περιτροπής. Σχεδόν τους μίσησα. Δεν θέλω να ξέρω. Μην μου βάζετε την ταμπέλα που φορώ στους αγνώστους. Δεν μιλάμε για κάποιον που θα ξεχάσω μόλις φύγει. Μιλάμε για δικό μου άνθρωπο. Έχω δικαίωμα να μην είμαι επιστήμων, να μην είμαι αντικειμενική, ψύχραιμη… να μην είμαι ιατρός… αλλά άνθρωπος. Αλλά δεν στο συγχωρεί κανείς αυτό… και κυρίως ο χρόνος….
Αλλά η χρονιά αυτή… αν και σκύλα έφερε και τρομερές στιγμές. Μου έφερε έναν έρωτα απρόσμενο και την ευτυχή συγκυρία να μπορώ να το μοιραστώ με αρκετούς εκτός από τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Το καλοκαίρι λοιπόν ζήσαμε μεγάλες στιγμές που θα έκαναν 15χρονα να κοκκινίσουν από τη ζήλια τους. Γιατί όταν την πατάς κάνεις μονίμως τα ίδια πράγματα, απλά μεγαλώνοντας έχεις τους γνωστούς και τις ευκαιρίες να τα κάνεις ακόμα καλύτερα! Από το όλο σκηνικό μόνο ο μακαρίτης ο Μπονάτσος έλειπε να φωνάξει… «Ρωτήσαμε 100 ανθρώπους και ψάχνουμε τις 5 δημοφιλέστερες απαντήσεις….» Με άλλους φίλους να λένε «προχώρα»… με άλλους να λένε «ΜΑΖΕΨΟΥ!!!» οι μέρες περνούσαν γεμάτες γέλια, τσιγάρα και μικρές συνομωσίες.

 Όταν τον έρωτα τον μοιράζεσαι…. Τον ζεις… Όταν είναι μονόπλευρος τότε το ρίχνεις στην φιλοσοφία. Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του…. Και άλλα τέτοια συγκλονιστικά, που μπορεί να μην αλλάζουν στο ελάχιστο τη ζωή σου αλλά γλυκαίνουν την χυλόπιτα… όσο το πικραμύγδαλο. Ευτυχώς είχα ανθρώπους να τον μοιραστώ αλλιώς εδώ θα είχε γεμίσει ιστορίες.

Ιστορίες; Για αυτά θα σου πω αργότερα…. Έχω να ρίξω κάτι μπετά στον οδοντίατρο και έρχομαι.