Τρίτη, Απριλίου 03, 2012

Spark D' Ark V


-   Θες τσιγάρο; Κερνάω εγώ. Αυτή τη φορά.
Σταματώ. Από έρχεται η φωνή;
-         Χάρισμά σου και η φωτιά.
Μια γυναίκα κάθεται στα σκαλιά και καπνίζει. Δεν μπορώ να την
δω καθαρά. Κοιτάω τα φώτα, που ακολουθώ μηχανικά.
-         Ό,τι ζήτησες, θα ‘ρθει να σε βρει. Μα δεν θα ‘χεις μάτια να το
αναγνωρίσεις. Ο πόνος του αποχωρισμού. Η στιγμή, που θα αντικρίσεις το Δέντρο πριν τον εξοστρακισμό.
Την πλησιάζω. Κάθομαι δίπλα της. Μου προσφέρει το πακέτο της.
Γυρίζω να την κοιτάξω. Απλώνει το χέρι της στα χείλη μου. Με χαϊδεύει για λίγο και μετά φέρνει τα δάχτυλά της κάτω από τη μύτη της.
-         Τρικυμία…
Στα δάχτυλά της το αίμα μου. Το βλέμμα της με διαπερνά. Αρχίζει
να γλύφει ένα – ένα τα δάχτυλά της.
-         Οι περισσότεροι δεν μπορούν να περιγράψουν την γεύση, που
έχει ένα κοτόπουλο. Στοιχηματίζω πως ένα κοτόπουλο θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια την δική μας, αν του δίναμε την ευκαιρία, συμπληρώνει πετώντας μου τον αναπτήρα.
-         Εσύ δίνεις ευκαιρίες; Τη ρωτώ ανάβοντας το τσιγάρο μου.
-         Δεν στέκεσαι εδώ; Σου πρόσφερα ένα άλλοθι να σταματήσεις,
δημιουργώντας μια ανάγκη, που δεν ήξερες καν ότι είχες. Σου φύτεψα τον σπόρο, που τώρα ανθίζει στα χείλη σου. Κάθε φορά που θα ανάβεις τσιγάρο, θα θυμάσαι τη στιγμή, που σταμάτησες να ακολουθείς το φως, μηχανικά.
-         Τι γεύση έχει το αίμα μου;
-         Δεν ξέρεις; Απαντά πετώντας το τσιγάρο της.
-         Περιέγραψέ την. Κοτοπουλάκι μου…
-         Κοίτα με! Πώς με λένε; Τα μάτια της γυαλίζουν στο ημίφως.
-         Δεν μπορείς να γευτείς… Σκοτεινιάζει καθώς έρχεται
απειλητικά προς το μέρος μου.
-         Το όνομά μου… η φωνή της επιτακτική. Ετοιμάζεται να μ’
Αρπάξει.
-         Πώς είναι να μην μπορείς να γευτείς ό,τι πιο δικό σου; Τη ρωτώ
καθώς απομακρύνομαι.
-         Κάλεσέ με με τ’ όνομά μου. Με διατάζει αρπάζοντάς με από τα
χέρια.
Τη φιλάω στο στόμα.
-         Ποιο είναι το δικό μου όνομα; Πες μου! Τώρα! Τα χέρια μου
αγκαλιάζουν το λαιμό της. Δύο κύκλοι περασμένοι σε μια αλυσίδα.
-         Ο έρωτας. Είναι το κλειδί που ζητάς, μου απαντά σπάζοντας
την αλυσίδα.
-         Για ποιο πράγμα; Τη ρωτώ.
-         Το όνομά μου… απαιτεί πετώντας την στα πόδια μου.
-         Ιωάννα! Λέω τραβώντας τα χέρια μου. Κατεβαίνω την σκάλα.
Αρχίζει να ξημερώνει. Το λυκαυγές σκίζει τον ουρανό. Νύχτα και μέρα μαζί.
-         Μην σε μπερδεύει ό,τι φαίνεται. Οι θυγατέρες των παθών δεν
ετοιμάστηκαν ακόμη. Δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει χώρος. Πού βρίσκομαι;
-         Βράχος, απαντώ καθώς η μέρα προβάλει. Στιγμές. Να προλάβω
να δω. Το δέντρο της γνώσης. Το δαχτυλίδι μου με βαραίνει.
-         Και εσύ το κύμα που τον ταξιδεύει. Το όνομά μου.
-         Γοργώ.
Ο ήλιος ανατέλλει. Η αλυσίδα της πεταμένη με μια σταγόνα αίμα
πάνω της. Την παρακολουθώ καθώς σκύβει να την πάρει. Τα αυτιά μου βουίζουν. Η καρδιά μου χτυπά μανιασμένα. Θάλασσα. Μια θάλασσα σκοτεινή. Επέστρεφε. Βαδίζω πάνω της. Δεν υπάρχει. Εικόνες διαλεγμένες είναι. Ο έρωτας. Ζει;
          Η θάλασσα εξαφανίζεται. Βρίσκομαι σε έναν σκοτεινό ουρανό γεμάτο αμέτρητα μικρά αστέρια. Να ταξιδεύω, χωρίς να κινούμαι.
          Ο έρωτας… Έχει όνομα; Χρόνο; Τόπο;
          Η Γοργώ ίπταται απέναντί μου λουσμένη στο φως.
          - Γοργώ! Ζω;
          Ένα δωμάτιο που βλέπω από ψηλά για μια στιγμή μονάχα.
          - Γοργώ; Ουρλιάζω καθώς το δωμάτιο εξαφανίζεται το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Η Γοργώ χαμογελά και καθώς μια αόρατη δύναμη την τραβά προς τα πίσω και παίρνει την θέση της στον κύκλο.
    
-         Είσαι καλά; Απάντησέ μου αν με ακούς.
Πονάω. Προσπαθώ να καταλάβω πού μα δεν μπορώ. Η φωνή της
Είναι τόσο ενοχλητική στ’ αυτιά μου.
-         Αν μ’ ακούς, δώσε μου ένα σημάδι. Κούνησε το χέρι σου αν
μπορείς.
Με κουνάει. Δεν της αντιστέκομαι. Νιώθω κάτι σκληρό και
παγωμένο στο πρόσωπό μου. Φωνές. Προσπαθώ να κουλουριαστώ. Το χέρι μου ακουμπά στο πεζοδρόμιο. Ανοίγω τα μάτια. Πόδια πηγαινοέρχονται γύρω μου. Ξημερώνει. Γυαλιά σπασμένα. Κρυώνω. Πρέπει να σηκωθώ. Το κεφάλι μου πονάει τόσο, που νομίζω θα σπάσει. Σηκώνομαι. Παραπατάω. Φέρνω τα χέρια στο πρόσωπό μου. Αίμα. Κοιτάω μπροστά τον κόσμο που έχει συγκεντρωθεί και φωνάζει. Πλησιάζω. Παραμερίζουν σιωπηλά στο πέρασμά μου.
          Η αγαπημένη. Κάποιος από πάνω της ουρλιάζει σχεδόν, προσπαθώντας να την κάνει να αντιδράσει. Κοιτάζω γύρω μου. Το αυτοκίνητο. Ο οδηγός με την αστυνομία. Μια σειρήνα με διαπερνά. Ασθενοφόρο. Σκύβω μπροστά της. Δεν ακούει μα δεν το ξέρουν. Ακουμπώ το χέρι μου στο στέρνο της. Η σιωπή σκεπάζει τα πάντα. Ο χρόνος. Κάνω το δεξί μου χέρι γροθιά και το κατεβάζω με δύναμη στο στέρνο της. Κάποιος με χτυπά και πέφτω κάτω.
          Οι διασώστες την πλησιάζουν με ένα φορείο. Την εξετάζουν και την μετακινούν με προσοχή. Αναπνέει. Την σηκώνουν και την πάνε στο ασθενοφόρο. Επέστρεφε… Η πόρτα κλείνει και η σειρήνα ηχεί ξανά. Οι άνθρωποι περίεργοι συνωστίζονται πίσω του. Με κρύβουν.
-         Πάρε να σκουπιστείς.
Ένα χέρι μου προσφέρει το μαντήλι του. Φορά ένα παράξενο
βραχιόλι γεμάτο πέτρες και σύμβολα. Παίρνω το μαντήλι μηχανικά και κάνω μεταβολή να φύγω.
-         Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν.
Καρκινοειδές. Ο ιός μεταφράζεται.
Στρέφομαι προς το μέρος της. Η γενετική πληροφορία. Την
σπάσαμε. Της δώσαμε τους δικούς μας κώδικες. Καρφώσαμε το τελευταίο όριο. Μα μες στην υπεροψία μας ξεχάσαμε την εξέλιξη. Εμείς, οι δεινόσαυροι του μέλλοντός μας. Και κανένας μας δεν θέλει να εξαλειφθεί. Πόλεμος. Ο χρόνος μου. Ό,τι μάχεται για να επιβιώσει. Ο νέος κώδικας. Ό,τι δεν είναι όλο, θα θυσιαστεί.
-         Ευχαριστώ. Πώς σε λένε; Τη ρωτάω.
-         Μαρία, μου απαντά χαμογελώντας
-         Υπάρχεις; Αναρωτιέμαι φωναχτά καθώς σκουπίζω το πρόσωπό
μου.
-         Όχι περισσότερο από εσένα ψιθυρίζει κλείνοντας την
γαλάζια τσάντα της που είναι γεμάτη αρώματα.
-         Η Μαρία της θαλάσσης… Χαμογελάω καθώς διπλώνω το
μαντίλι  της.
-         Θες να σε πάω στην θάλασσα; μου λέει καθώς  περνά την
τσάντα της λοξά στον ώμο της.
-         Όχι. Ευχαριστώ. Θέλω να περπατήσω.
-         Όπως αγαπάς. Κάνει ένα βήμα πίσω και μετά γυρίζει και
χάνεται μέσα στο πλήθος.
          Ξεδιπλώνω το μαντίλι. Είναι τόσο βρώμικο. Τα κρατώ στα χέρια μου. Το αφήνω να πέσει. Δεν θυμάμαι το πρόσωπό μου. Τα χέρια μου το ψάχνουν. Να το θυμηθούν. Το χαϊδεύω. Το πιέζω. Προσπαθώ να θυμηθώ. Μα δεν μπορώ. Έχω χάσει την αφή μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: