Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2008

Η Έλλη

Οι ατμοί αναδύονταν από την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου όμοια με θυμιάματα από ιερό. Η ψιλόλιγνη ιέρεια γυμνή, με μία πετσέτα μόνο στα μαλλιά προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα. Αντίκρισε το νεανικό κορμί της στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Τακτοποίησε την κορνίζα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία έτσι ώστε να την παρακολουθεί καθώς ετοιμάζεται.

Πρώτα η κρέμα σώματος. Στη συνέχεια στο ντεκολτέ, στους ώμους και τα χέρια μία ακόμα κρέμα που την έκανε να μοιάζει στο ημίφως σαν να είχε χιλιάδες μικρά αστέρια στο κορμί της. Αφού τελείωσε, ξεκίνησε να μακιγιάρεται. Κάθε βράδυ έκανε και διαφορετικό μακιγιάζ. Ένας ακόμη ρόλος. Μία ακόμα παράσταση. Κοίταξε τον άντρα στην φωτογραφία. Μετά τον εαυτό της. Ποτέ της δεν υπήρξε μετριόφρων. Και απόψε ήταν υπέροχη. Όπως κάθε νύχτα. Έβγαλε τη βέρα και την ακούμπησε δίπλα στη φωτογραφία.

Άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά σιγοτραγουδώντας. Τα ρούχα την περίμεναν ήδη στο κρεβάτι. Το μικροσκοπικό μαύρο φόρεμα, κλειστό από μπροστά μέχρι το λαιμό και όλη η πλάτη έξω, μαύρες γόβες στιλέτο, μαύρη τσάντα και ένα μαργαριταρένιο βραχιόλι. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Άρχισε να ντύνεται. Φόρεσε τα μαργαριτάρια στο αριστερό χέρι, έριξε μια τελευταία ματιά στο περιεχόμενο της τσάντας της.

Κοίταξε για τελευταία φορά τον καθρέφτη. Ένα αργό φιλί στο παγωμένο τζάμι της κορνίζας και έφυγε.

Ήξερε που να πάει. Στο ίδιο μέρος που πήγαινε 40 νύχτες τώρα. Μόλις την είδαν, της άνοιξαν αμέσως την πόρτα. Δεν πλήρωνε ποτέ είσοδο. Πλησίασε στο μπαρ ενώ ο κόσμος της άνοιγε δρόμο για να περάσει. Χαμογέλασε στον μπάρμαν και σε 5 λεπτά είχε ήδη το πρώτο της ποτό κερασμένο. Το πήρε και γύρισε να κοιτάξει τον κόσμο. Η μουσική ήταν εκκωφαντική αλλά δεν την πείραζε. Τσεκάριζε τον επόμενο στόχο. Χαμογέλασε. Τον είχε βρει. Τελείωσε ηδονικά το ποτό της και άρχισε να χορεύει. Τα ποτά άρχισαν να παρατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο. Τα φώτα έσβησαν και άναψε ο προβολέας πάνω της. Το τραγούδι της. Την πήραν στα χέρια τους και την σήκωσαν στη μπάρα. Άρχισε να χορεύει. Ένοιωθε το στόχο στα πόδια της. Υποταγμένο. Παραδομένο. Ο προβολέας έσβησε και τα υπόλοιπα φώτα άρχισαν να αναβοσβήνουν πάλι σαν δαιμονισμένα.

Την βοήθησε να κατέβει. Ήπιε το δικό του κέρασμα αργά καθώς τον έβλεπε να την γδύνει με τα μάτια του. Δεν βιαζόταν. Ούτε εκείνη. Όταν τελείωσε το ποτό της, την πήρε από το χέρι. Βγήκαν έξω, πήγαν στο αυτοκίνητό του και μετά στο σπίτι του. Δεν είπαν λέξη. Δεν χρειάζονταν. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, σηκώθηκε αθόρυβα, ντύθηκε και άνοιξε την τσάντα της. Έβγαλε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Έψαξε πάλι και έβγαλε και το σημείωμα. Το 40 της σημείωμα. «Το δώρο σου αγάπη μου» ψιθύρισε και τα ακούμπησε στο διπλανό μαξιλάρι. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Σε λίγο ξημέρωνε. Γύρισε στο σπίτι. Γδύθηκε, γύρισε τη φωτογραφία να κοιτάζει το έπιπλο και μπήκε στο μπάνιο.

Κοιμόταν ακόμα όταν εκείνος ξύπνησε και διάβαζε το σημείωμα.

«Καλώς ήρθες στην γειτονιά μου. HIV

2 σχόλια:

Blogoulis είπε...

Θα ξέρεις φαντάζομαι ότι αυτό έχει συμβεί στ' αλήθεια... Στην Πάτρα...
Δεν θυμάμαι αν ήταν σαράντα τα θύματά της, όμως σίγουρα ήταν πολλά...
Το απέδωσες θαυμάσια...

spark είπε...

το ξέρω... και δεν έχει συμβεί μόνο στην Πάτρα.
Αν και το σιχαίνομαι θα ρίξω υπότιτλους. Το 40 ήταν απλά 1 συμβολικός αριθμός. Τα 40 του μακαρίτη που της το κόλησε, το δώρο της για κείνον.
Ο πυρήνας της κάθε ιστορίας είναι πραγματικός, όλα τα άλλα είναι αποκυήματα 1 ελευθεριάζουσας φαντασίας.