Σάββατο, Οκτωβρίου 18, 2008

Η νύχτα


…και ύστερα έρχεται η νύχτα. Πάντα έρχεται. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο κοιμάμαι λιγότερο τις νύχτες. Λίγο η επαγγελματική διαστροφή, λίγο η ησυχία της νύχτας όλο και φέρνω βόλτες τα βράδια. Τις περισσότερες φορές δεν σκέφτομαι τίποτα, απλά καπνίζω και χαζεύω τα φώτα της πόλης. Αν έχω παρέα κουβεντιάζω μέχρι να ξημερώσει ή να καταρρεύσει κάποιος (συνήθως καταρρέω τελευταία).
Οι ιστορίες της νύχτας είναι συνήθως οι πιο προσωπικές. Όλα εκείνα που φοβούνται το φως της μέρας, ξετρυπώνουν σιγά-σιγά, τεντώνονται να ξεπιαστούν και ψάχνουν ένα στόμα να τις αγκαλιάσει. Μέσα στη σκέψη μου η νύχτα είναι το χρώμα της βροχής. Καθαρίζει και αφήνει να φύγει μακριά ο πιο κρυφός αναστεναγμός. Είναι αγαπησιάρικη η νύχτα ακόμα και τις στιγμές που δεν πλαγιάζει τον έρωτα. Κάποιες φορές σκέφτομαι τις ιστορίες των άλλων. Τα λόγια που λένε στο ημίφως σε έναν άγνωστο μα δεν τολμούν να τα πουν στον πιο δικό τους άνθρωπο. Η νύχτα είναι εκεί, να τα απιθώνει στοργικά μ’ ένα φιλί στα πόδια εκείνου του ξένου και να χαθούν μαζί του στο πρώτο φως.
Για έναν περίεργο λόγο οι άνθρωποι που με ξέρουν με ψάχνουν τις νύχτες. Να μείνω λίγο ακόμα, για ένα τσιγάρο (που ποτέ δεν είναι μόνο ένα), για μια ιστορία ακόμα. Μ’ αρέσει να ακούω τις ιστορίες τους. Παλιά είχα την κακιά συνήθεια να διακόπτω. Τώρα απλά αφουγκράζομαι τη μελωδία της νύχτας, τη μελωδία της ζωής. Τα πάνω, τα κάτω, τα όμορφα και τα άσχημα, τις αγωνίες και τις στιγμές ευτυχίας, που ξεπηδούν ολοζώντανες μέσα από τις ψυχές.
Την αγαπάω τη νύχτα και τους ανθρώπους της. Έχει το δικό της ρυθμό όπως η βροχή, άλλοτε ήρεμη και άλλοτε καταιγίδα. Μα πάντοτε εξαγνίζει με το δικό της τρόπο. Παίρνει μαζί της ό,τι έχουμε διάθεση να της δώσουμε, δεν ζητιανεύει, δεν απαιτεί, δε ζητά παραπάνω, απλά έρχεται σιωπηλή. Μια μικρή, πιστή ερωμένη. Πιστή σε σένα όπως και σε όλους τους άλλους.
Κάποιοι αγριεύονται τη νύχτα. Ψάχνουν κάπου να κρυφτούν από τα τέρατα που είναι κάτω από το κρεβάτι, μέσα στη ντουλάπα, στην καρδιά και την ψυχή τους. Κρατάνε τόσο σφιχτά αυτό που θέλουν να διώξουν, που πνίγονται, ναυαγούν μέσα στη νύχτα ικετεύοντας για λίγο φως. Κατ’ επιλογήν ετερόφωτα βλέμματα που αφήνονται να χαθούν, μέχρι να ξεβραστούν κάπου παρακάτω. Σε μια μετέπειτα ημερομηνία, σε ένα μετέπειτα πρόσωπο, σε μια προεπιλεγμένη αναγκαιότητα. Μα η νύχτα έρχεται και για αυτούς, φέρνοντας όλες τις δικαιολογίες, που χρειάζονται για να βγουν στο ταξίδι. Γιατί αυτό είναι η νύχτα, είτε κοιμάσαι και ονειρεύεσαι, είτε με μάτια ανοιχτά παλεύεις να ξυπνήσεις από το λήθαργο της συνήθειας και του συμβιβασμού. Δεν έχει σημασία αν θα τα καταφέρεις αυτή τη νύχτα, θα ‘ρθει και άλλη και άλλη, μέχρι να σε διαλέξει η τελευταία.
Στη δουλειά έχουμε μια γυναίκα που έρχεται πάντα τις νύχτες και κοιμάται στις καρέκλες απέναντι από την εντατική. Μόλις ξημερώνει χάνεται. Έχει σπίτι, δικούς της ανθρώπους που τη νοιάζονται. Αλλά φοβάται μήπως πεθάνει την νύχτα. Κάθεται και περιμένει λοιπόν σ’ ένα διάδρομο, απέναντι από μια κλειστή πόρτα και αποκοιμιέται εκεί, με το κεφάλι να γέρνει μπροστά μέσα στο συντηρητικό ταγιέρ της. Περίπου όπως κάποιοι σκέφτονται την αγάπη, μια μικρή πονηριά της ανασφάλειας μήπως και ξεγελαστεί ο θάνατος. Έχω καιρό να την δω, δεν ξέρω τι απέγινε αλλά τις νύχτες που περνώ έξω από την εντατική, την ψάχνω, για να θυμάμαι τους δικούς μου ανόητους φόβους και να αλλάζω τις πολυκαιρισμένες δικαιολογίες τους.
Μέσα στη νύχτα νοιώθεις καλύτερα τον χρόνο που αφήνεις να χάνεται, που σκορπίζεται χωρίς ενοχές. Δεν είναι ωράρια, δεν είναι προγραμματισμός, δεν έχει πιο νωρίς ή πιο αργά. Μέσα στα φώτα της τίποτα δεν είναι κάτι περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που το πεπρωμένο διαλέγει για μας, όσο και να εθελοτυφλούμε διαλέγοντας ζωές όμοια με τα παπούτσια, μου κάνει, δεν μου κάνει, δεν μου πάει, με χτυπά στον κάλο κ.ο.κ. Μα ούτε ο άνθρωπος, ούτε η ζωή είναι παπούτσι να το διαλέξεις και να πορευτείς. Όχι μέσα στη νύχτα τουλάχιστον. Επαγγελματίες της μέρας, ερασιτέχνες της νύχτας ταξιδεύουμε τον σπινθήρα μας προς τις εκβολές της ανατολής.
Γεννημένη στην καρδιά της νύχτας (μεσάνυχτα ακριβώς το πρώτο μου επίσημο παρών) και με μια κληρονομική αϋπνία να τρέχει στο αίμα, απολαμβάνω τη νύχτα και τα δώρα της. Γεύομαι τη ζωή, καταγράφω τον θάνατο σε ισοηλεκτρικές γραμμές. Όλα σοφά τοποθετημένα στη θέση τους, μοιρασμένα στις δόσεις που αντέχουμε, στις δόσεις που παλεύουμε να αγαπήσουμε. Μα η αγάπη δεν ήταν πάλη ποτέ, μόνο παράδοση. Άνευ όρων.
Καληνύχτα.

4 σχόλια:

Adamantia είπε...

Πεντε το πρωι ξυπναω καθε μερα ολο τον χρονο και μεχρι να ξημερωσει ξεσκαρταρω σκεψεις συναισθηματα,διωχνω εφιαλτες του λιγου υπνου μου.
Γυρω στις 6 ερχονται τα κοτσυφακια μου να τα ταϊσω.
Καλημερα!

spark είπε...

καλημέρα :) πάλι καλά, οι δικοί μου στις 4 ειναι στο πόδι σένιοι! φιλιά

anepidoti είπε...

καλημέρα νυχτοπούλι!!!
καφεδάκι και καινούρια μέρα....

spark είπε...

καλημέρα :)
νέα μέρα, νέες ιστορίες, ίδιοι οι άνθρωποι, ίδια μάτια, αλλιώτικα βλέμματα...
φιλιά