Κυριακή, Αυγούστου 10, 2008

Αιμίλιος: Μη φοβηθείς τη φωτιά... μόνο θυμήσου να τρέξεις

Άννα. Είσαι εδώ. Σε νοιώθω στο κορμί μου. Δε φεύγω. Ή και οι δυο μας ή κανείς. Ακούς; Σ’ άφησα να φύγεις τόσες φορές, δεν σ’ αφήνω ξανά.
Γιατί σωπαίνεις; Δεν με συχώρεσες;
Κρυώνω. Νοιώθω τόσο μόνος. Στολίστηκα για σένα. Φόρεσα τις πιο καλές μου λέξεις και σε περιμένω. Δεν φάνηκες. Με άφησες πίσω. Το άξιζα. Έτσι δεν είναι;
Πονάω. Αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι δεν είναι; Όλα είναι στο μυαλό μας. Όπως η αγάπη. Πού τρέχεις τώρα; Πού σκορπίζεσαι; Αρχίζω και σκορπίζομαι. Όχι, θέλω να θυμάμαι! Εσένα, εμένα, μαζί. Τα γυαλάκια σου στροβιλίζονται γύρω μου. Πόσες φορές κλείσαμε τα φώτα και έγινες δικιά μου; Λες να φοβάμαι το σκοτάδι; Έχω οδηγό μου την αφή, την ανάσα μου στο σώμα σου. Θέλεις να παίξουμε; Να σχεδιάσω ένα φεγγάρι για σένα;
Μπήγω τα νύχια μου στο στήθος μου και αρπάζω την καρδιά μου που ‘χει σταματήσει να χτυπά και την τραβάω με δύναμη και την πετάω ψηλά. Σ’ αγαπώ Άννα. Ένα ολόγιομο φεγγάρι όλο δικό σου, να σ’ ακολουθεί σα σκυλί σε τούτη τη νύχτα.
Ζαλίζομαι. Βάζω το χέρι μου να γεμίσω την τρύπα ενώ τα πάντα θολώνουν. Κοιτάζω το φεγγάρι μας. Σε λίγο ούτε αυτό θα έχει σημασία. Σκορπίζομαι. Θυμάμαι το αίμα σου. Τόσο αίμα. Άργησα και εδώ; Αυτό ήταν λοιπόν; Με ξέχασες; Αυτό είναι συγχώρεση για σένα;
Απόψε θα ανάψουμε φωτιές. Το τελευταίο μου δώρο. Είσαι έτοιμη μικρή μου; Θυμάσαι που έπαιζες με τα μαλλιά μου, που έσκυβες και ακουμπούσες το κεφάλι σου πάνω στο δικό μου και μετρούσες τον χρόνο; Απόψε δεν υπάρχει χρόνος αλλά εμείς υπάρχουμε ακόμη. Τα πετάω ψηλά, το δικό σου μικρό πυροτέχνημα. Σου χρωστάω ένα ραντεβού αγάπη μου. Δεν σε έβγαλα ποτέ έξω. Θα τα διορθώσω όμως απόψε αυτά. Όχι όλα. Ποτέ δεν διορθώνονται όλα. Μόνο εκείνα τα μικρά…
Δύο αυτιά. Που δεν άκουσαν ποτέ μα έχουν φυλαγμένες τις μουσικές σου, τις λέξεις σου, τα βογγητά σου. Τα θέλεις; Παρ’ τα! Τα πετάω και αυτά. Δεν έχω χαντρούλες και καθρεφτάκια να σου φέρω να παίξουμε. Εμένα είχα και έδινα πάντα. Πάρε με!
Δυο πόδια που τώρα πια μόνο μακριά σου μπορούν να με πάνε. Σ’ αυτά στηριζόμουν για να σε παίρνω αγκαλιά και να στροβιλιζόμαστε για να φοβάσαι πως δήθεν θα σ’ αφήσω να πέσεις. Δεν θα σε άφηνα, βρε κουτό, να πέσεις ποτέ. Και όμως έπεσες. Ξανά και ξανά. Σε βρήκα στο πάτωμα και τούτα τα πόδια δεν έτρεξαν όσο γρήγορα έπρεπε. Πάρ’ τα να τα τιμωρήσεις!
Φωτιά να φωτίσει για λίγο, να ζεστάνει τούτη την ερημιά. Δεν είδα το πρόσωπο σου Άννα και ήθελα να ΄χω κάτι να θυμάμαι από αυτή τη νύχτα. Δεν πειράζει, έχω αυτό που αισθάνομαι.
Αυτό το χέρι σε έμαθε πρώτο, σ’ αγάπησε, σε χτύπησε, παρέδωσε το σώμα σου στους ξένους. Πιάσε το. Δικό σου και αυτό. Μικρές εκρήξεις για σένα. Τις βλέπεις; Εγώ δεν το χρειάζομαι πια για να ξέρω πόσο μ’ αγαπάς. Πάρε τα μάτια μου. Δικά σου είναι. Πουλιά να γίνουν στο δρόμο σου και σε κάνουν να χαμογελάσεις πριν σκορπίσουν και αυτά.
Σ’ αγαπάω. Ακούς; Απ’ την πρώτη στιγμή που σε είδα στο θέατρο. Μια ζωή σε περίμενα. Μια ζωή να τη ζήσω μαζί σου, μα στην άρπαξα από τα χέρια. Για αυτό απόψε σου χαρίζω ακόμα έναν θάνατο. Εγώ φταίω που ήμουν τόσο μικρός, που προσπερνούσα τόσα πολλά, που βιάστηκα. Απόψε δεν θα πεθάνεις μόνη. Ακόμα και αν χωρίσουμε εδώ πέρα, θα φροντίσω εγώ για σένα. Αυτό δεν σου έλεγαν όλοι;
Πάρε τα σωθικά μου! Άχρηστα είναι. Λέω να μην φάω απόψε, ούτε τις νύχτες που θα έρθουν. Στέρφα είναι. Δεν μπορούν να φυλάξουν παιδί. Θα μου πεις πού είναι το παιδί μας Άννα; Να το δω μια τελευταία φορά πριν σε ξεχάσω για πάντα; Δεν το αξίζω αυτό έστω για λίγο να το νοιώσω; Δίκιο έχεις δεν το αξίζω. Πάρε και τούτο το χέρι.
Φωτιά να καεί και να σε ζεστάνει. Σ’ αγαπάω και κρυώνω. Πολύ. Ξεχνάω πώς είναι το πρόσωπό σου, το δικό μου. Γιατί με αφήνεις να ξεχάσω; Γιατί με αφήνεις να προχωρήσω μόνος; Κοίτα το φεγγάρι μας Άννα. Άνοιξε τα μάτια σου και κοίτα ψηλά. Σε περιμένω να έρθεις να με βρεις. Μα βιάσου. Να σε νοιώσω όσο ακόμα έχει σημασία.
Συγχώρα με αν άργησα και τώρα τίποτα δεν έχει σημασία για σένα. Σου χαρίζω την μνήμη μου. Αν έχασες την Άννα, πάρε την δική μου και γύρνα πίσω όσο ακόμα μπορείς. Κοίτα, από όπου και αν είσαι, θα σκορπιστώ να ‘ρθω να σε βρω. Μικρά κομματάκια, να βρεις τα υπόλοιπα για να γυρίσεις πίσω. Καληνύχτα φεγγάρι.
Πάρε τη ζωή σου και τρέχα πριν σβήσουν τα φώτα μικρή μου. Πάρε κάτι και από μένα μικρή ακατάδεχτη. Το τελευταίο μου φως. Το πιο δυνατό σ’ αγαπώ.
Πριν σβήσει αυτό το φως μια τελευταία ευχή….

3 σχόλια:

Blogoulis είπε...

Πού να 'σαι τώρα Άννα

Στίχοι: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας (ελεύθερη απόδοση σε κείμενο Arsen Dadic)
Μουσική: Γκόραν Μπρέγκοβιτς
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας
"Θεσσαλονίκη-Γιάννινα με δυο παπούτσια πάνινα"

"Κάνε κουράγιο, Άννα
πάλεψε με τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες,
τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους.
Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ πάντα έκανες ό,τι μπορούσες
για να μη το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια
αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά,
το δωμάτιό σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...
Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ' έβρισκες.
Το κρεβάτι μου, το στήθος σου...
Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ' τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,
ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιό μου, Άννα,
κρεμασμένο στον αέρα,
σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο, Άννα,
πού να 'σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...
Ξέρεις, Άννα, εμείς οι δυο
ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν; Πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι;
Συνομήλικη, μικρή ερωμένη μου.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές,
στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν
μπροστά στα μάτια μας κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
Κυλάνε βουβά και φεύγουν
προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.
Δεν φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω
αυτό το καλοραμμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα
αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότζαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.
Απόψε θα 'ρθω στο πρώτο σου όνειρο.
Μη γεράσεις, Άννα, μη γεράσεις.
Πες ψέματα στον άντρα σου.
Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησέ με, όπως τότε, με το γόνατό σου
κάτω από το τραπέζι.
Απόψε, Άννα.
Στο καλύτερο ξενοδοχείο.
Απόψε.
Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα.
Πού να 'σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις.
Μη γεράσεις, Άννα, μη γεράσεις.
Γιατί δεν θα 'χω πια κανέναν και τίποτα
να με κρατήσει νέο.
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ,
παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά
Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι;
Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές.
Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης,
της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα,
λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος,
ακόμα... εκεί. Δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα... τέλος, τέλος.
Κάνε κουράγιο, Άννα..."

spark είπε...

εγραψε

Blogoulis είπε...

:-)