Σάββατο, Αυγούστου 02, 2008

testing.... *επαναλήψεις λόγω ζέστης* Ι

Αν ξαναμοίραζα την τράπουλα Θα τραβούσεςΚαι πάλι…..Το ίδιο χαρτί;

Ένα τηλέφωνο χτυπά. Η μέρα περνά. Εκείνο, υπομονετικό στη θέση του, συνεχίζει να χτυπά. Καλώ τον αριθμό και νομίζω, πως βλέπω τις σκιές του ήλιου πάνω του, να αλλάζουν με τις ώρες. Δεν απαντά κανείς. Τις νύχτες νομίζω είναι ακόμα πιο μόνο. Βλέπεις το νούμερο μου. Δεν το σηκώνεις. Περνά ο καιρός. Νομίζω πως αλλάζεις τα έπιπλα σιγά-σιγά. Αθόρυβα, όπως αλλάζεις και τους ανθρώπους….
Ίσως να είδα όνειρο χτες. Ίσως και όχι. Σε ένα ψευδεπίγραφο παρελθόν σε είδα να κολυμπάς με τα δελφίνια. Ατσούμπαλη όπως πάντα, έσκασα και εγώ στο νερό και γέμισα τον κόσμο νερά. Με μάτια πρησμένα, ξύπνησα και κάνω ταξίδια επί χάρτου.

ΝΥΧΤΕΣ ΒΡΟΧΗΣ

Σκηνή 1η

Η γυναίκα κάθεται στην καρέκλα σκυμμένη με τους αγκώνες πάνω στο γραφείο και τα δάκτυλά της μέσα στα μαλλιά της σε εμβρυϊκή στάση. Σηκώνει αργά το βλέμμα της. Τα φώτα αρχίζουν να φωτίζουν και το άλλο μισό του κομοδίνου. Μια γυναίκα με κοντά μαύρα μαλλιά, μαύρο τιραντέ μπλουζάκι και μαύρη φαρδιά πανταλόνα κάθεται απέναντί της και ακολουθεί τις κινήσεις της ανέκφραστη.

Γυναίκα: Άσπρο. Άσπρο είναι το πρώτο χρώμα, που βλέπω όταν ξυπνάω το πρωί. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω το άσπρο μαξιλάρι μου. Δεν καταλαβαίνω πού είμαι. Κοιτάζω πιο πέρα. Άσπρο σεντόνι μ’ αγκαλιάζει, άσπρα πλακάκια κάτω γυρεύουν τα βήματά μου, άσπρη ντουλάπα γυαλιστερή φυλακίζει τις ενοχές μου, άσπρος τοίχος γύρω-γύρω, φυλακή. Πού είμαι; Άσπρη πόρτα απέναντι και είναι κλειστή. Φως να μπαίνει από τα άσπρα παραθυρόφυλλα. Παλίρροια φωτός και ‘γώ ακόμα στο κρεβάτι. Σηκώνομαι. Ανοίγω την άσπρη πόρτα. Μπαίνω στο μπάνιο. Βάζω άσπρη οδοντόκρεμα στην άσπρη οδοντόβουρτσα και αρχίζω να ασπρίζω κόκαλα γυμνά. Σιωπή.
Παρακολουθώ τα πόδια μου να ανεβαίνουν την μαρμάρινη σκάλα. Δε μιλώ. Το άσπρο τραπεζομάντιλο είναι στρωμένο. Φως από παντού. Νοιώθω να με διαπερνάει, να με πληγώνει, να με διαλύει. Αρχίζω να αδειάζω το πολύχρωμο πιάτο. Όταν τελειώσω τα βλέπω άσπρο, έτοιμο να ξαναχρησιμοποιηθεί. Ψάχνω τα κλειδιά μου. Ακούω φωνές. Άσπρο. Φως. Πάω να βγω. Κάποια κλείνει την πόρτα. Κρατάει ασβέστη στο χέρι και μια βούρτσα. Νομίζω θα ασπρίσει και μένα. Δείχνει τα ρούχα μου. Φοράω τις πιζάμες μου. Δεν βγαίνουν έξω ξυπόλυτοι και με τις πιζάμες. Λάθος πρώτο. Είναι λερωμένες. Αίμα. Λάθος δεύτερο. Κατευθύνομαι στο άσπρο μας πλυντήριο, βγάζω τα ρούχα μου και τα πετάω στο τεράστιο στόμα του. Παίρνω την γύμνια μου και όσο οι άσπρες κουρτίνες ουρλιάζοντας σκεπάζουν τα παράθυρα, κατεβαίνω τη σκάλα. Ανοίγω την ντουλάπα και διαλέγω τυχαία ένα από ατσαλάκωτα άσπρα κοστούμια μου. Διαλέγω παπούτσια. Τα κλειδιά εκσφενδονίζονται από την σκάλα. Μάνα εξ’ ορισμού. Εν δυνάμει φονική ριπή.
Παίρνω το άσπρο μου αυτοκίνητο και ακολουθώ την άσπρη γραμμή, που με φέρνει στην δουλειά. Δεκάδες πόδια βηματίζουν, κουστουμαρισμένοι παγανιστές, απελεύθεροι, που μηδίζουν ξανά και ξανά. Ένα άσπρο ρολόι πριονίζει ανάσες ξεπουλημένων ονείρων. Δεν κοιτάζω ποτέ και κανέναν κατάματα. Κανόνας επιβίωσης. Σαν τις πουτάνες, που δεν φιλούν ποτέ. Το άσπρο τηλέφωνο βιάζει τη σιωπή μου, ασταμάτητα. Κάνω και σήμερα ό,τι έκανα και χτες, ό,τι θα κάνω και αύριο, ό,τι θα κάνει χωρίς καμία δυσκολία όποιος καθίσει στην καρέκλα μου αν κάποια στιγμή με αποσύρουν. Άσπροι άνθρωποι με άσπρες συμπεριφορές λεηλατούν τον χρόνο μου, απομυζούν το χρώμα μου. Γιατί φοβάμαι τόσο μήπως μια μέρα δεν έχει θέση και για μένα σε τούτη τη γαλέρα με τα κάτεργα; Ο κόσμος μικραίνει. Πρόλαβα και σήμερα και επιβιβάστηκα. Κωπηλατώ πειθήνια. Χιλιάδες κόσμοι αρχειοθετημένοι σε Α4 και το φως να ορμάει από παντού ανελέητο. Σκιές σαν να πετούν χαμηλά στο δρόμο. Από επιλογή ή από ανάγκη. Ζωές στριμωγμένες σε σύστημα δυαδικό. Από μένα ή από σένα. Θέλω να φωνάξω. Νομίζω. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πια. Δε θυμάμαι. Χάνομαι… Φως ξανά.
Σκύβω το κεφάλι μέχρι το φως να πέσει. Μετά ακολουθώ την ίδια άσπρη γραμμή για τον οίκο οικογενειακής ανοχής. Μπαίνω. Αφήνω τα κλειδιά να πέσουν στο πάτωμα και αρχίζω να πετάω από πάνω μου ένα-ένα τα άσπρα μου ρούχα. Ξεπλένω το φως και το άσπρο σιωπηλά στο ντους όπου η υποταγή μου εξασφαλίζει κάθε πρώτη και δεκαέξι πάντα ζεστό νερό. Τα άσπρα πλακάκια είναι κρύα. Κολλάω το σώμα μου πάνω τους μήπως νιώσω κάτι. Τίποτα. Ούτε καν κρύο. Τρομάζω. Σκέφτομαι μήπως έχω πεθάνει και οι υπεύθυνοι ξέχασαν να μου το πουν. Ψάχνω τον καθρέφτη. Τα κόκαλα μου έχουν κιτρινίσει. Βάζω την άσπρη οδοντόκρεμα στην άσπρη οδοντόβουρτσα και αρχίζω να τα ασπρίζω. Δίπλα στον άσπρο νιπτήρα είναι προσεκτικά διπλωμένες οι πλυμένες πιζάμες. Τις φοράω και με φώτα σβηστά κατευθύνομαι στο κρεβάτι μου. Όχι άλλο άσπρο. Όχι. Ίσως αύριο όλα να είναι διάφανα. Ίσως… Προσεύχομαι για αυτό ακόμα ένα βράδυ σε έναν κάτασπρο Θεό. Το άσπρο δεν τυφλώνει. Μόνο κουφαίνει. Καληνύχτα.
(Τα φώτα αλλάζουν με fade out και ένας γαλάζιος προβολέας με fade in τη φωτίζει τώρα.)
Γυναίκα: Περπατάω και πάλι. Βλέπω τα πόδια μου. Δεν νοιώθω κούραση. Περπατάω, περπατάω και ξαφνικά νοιώθω κάπου να σκοντάφτω, σε ένα αόρατο εμπόδιο και εκεί αρχίζω να πέφτω. Είμαι ακόμα ξύπνια και καταλαβαίνω το κορμί μου να τινάζεται σπασμωδικά για μία φορά… και μετά να πέφτει. Σ’ αυτό το σημείο καταλαβαίνω ότι το όνειρο ξεκινά σε ένα κόσμο που έχει μάθει να μην φοβάται να παίξει με τα μήκη κύματος. Αφήνομαι να πέφτω και δεν φοβάμαι μήπως χτυπήσω, αν θα είναι κανένας να με πιάσει. Απλά πέφτω. Όμορφα, αργά, σαν τα πιο όμορφα και κρυφά όνειρα μας. Δεν χρειάζομαι πια δάκρυα ή αίμα για να σπάσουν οι αλυσίδες. Μόνο να πέφτω. Εκείνες μένουν σταθερές και ‘γω απλά γλιστράω από αυτές και πέφτω. Είναι τόσο απλά τα πράγματα, που δεν ξέρεις καμιά φορά αν θα πρέπει να γελάσεις ή να τρελαθείς γι’ αυτό…
(Ακούγεται ο άνεμος. Τα χαρτιά που είναι στο γραφείο της γυναίκας σκορπίζουν. Καθώς σκύβει να τα μαζέψει ακούγεται η φωνή του Αλέξη χωρίς να τον βλέπουμε)
Αλέξης: 30 Δεκέμβρη. 4:02π.μ. Κονιάκ και Κοέν. Τα παιδιά έχουν κοιμηθεί. Κι εγώ ανοίγω το πολύχρωμο κουτί με τα εναλλακτικά μου παρελθόντα. Διαλέγω τη βροχή να πέφτει σ’ έναν έρημο τόπο. Διαλέγω εκείνη τη στιγμή, που νόμιζα πως είχα φτερά έτοιμος να πετάξω κοντά σου.
4:03 πμ Αν ήταν αυτό ίσως τώρα ν’ αφουγκραζόμουν την ανάσα σου ήρεμη και ροζ σχέδια για το μέλλον. Ίσως… Διαλέγω μια ασημένια σφαίρα κλικ κλικ, παίζουμε;
Γυναίκα: Βρίσκομαι μέσα σε μια μεγάλη θάλασσα και κολυμπάω. Δεν χρειάζομαι αέρα για να αναπνεύσω. Κολυμπάω και ταξιδεύω στα σπλάχνα των θαλασσών δίχως να βγαίνω ποτέ από εκεί. Δεν θυμάμαι να συνάντησα άσπρο σε καμία από αυτές τις θάλασσες. Νοιώθω το νερό στο κορμί μου. Νοιώθω να κολυμπώ μέσα στην ευτυχία και δεν με νοιάζει ποιο από τα δυο αδέρφια είναι, ο Μορφέας ή ο Θάνατος. Αν ο παράδεισος είναι η πρώτη μας πατρίδα και γι’ αυτό τον νοσταλγούμε και ας μην τον έχουμε γνωρίσει, η δικιά μου πατρίδα δεν είναι ένας κήπος γεμάτος ζαρζαβατικά αλλά αμέτρητα κυβικά αρμύρας. Κύριε…, ναι, Εσείς, που με κοιτάτε από ψηλά, αφού ο καθένας μας κόβει και ράβει την κόλαση του στα μέτρα του, το μοντελάκι της υπέρτατης ραπτικής, μπορώ να διαλέξω τον παράδεισο μου; Αυτές τις θάλασσες, που με ταξιδεύουν μέσα στην ομορφιά και ας μην συνάντησα ποτέ άνθρωπο εκεί. Ίσως κατά βάθος να έχουμε πάρα πολλούς στην κόλασή μας για να τους θέλουμε και στον παράδεισό μας… (τακτοποιεί τα χαρτιά της ξανά επάνω στο γραφείο.)
Αλέξης: Ένα δέντρο να βλέπει τον κόσμο να περνά.
4:04 πμ Ακίνητο, στη σιωπή, το εναλλακτικό μου μέλλον
Γυναίκα: Δεν υπάρχει χρόνος. Μόνο το ταξίδι. Εκεί θα βρισκόμαστε. Και εκεί θα σε χάνω πάντα. Μέσα στην νύχτα να παίζουμε την τυφλόμυγα καθώς το άσπρο μας αποσυνθέτει…
(Ο προβολέας αρχίζει να σβήνει σιγά-σιγά πάνω από τη γυναίκα και ένας άλλος φωτίζει σιγά-σιγά το ανοιχτό laptop που βρίσκεται πάνω στο κρεβάτι. Η φωνή του Νίκου ακούγεται χωρίς να φαίνεται κανείς. Η γυναίκα στο σκοτάδι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοίταζε τον καθρέφτη στηριγμένη στο ένα χέρι σαν να ταξίδευε αλλού, ξαπλώνει στη σκηνή και κοιτάει προς τη μεριά των θεατών. Ο Αλέξης αρχίζει να μιλά καθισμένος στις θέσεις των θεατών. Την πλησιάζει ενώ εκείνη μοιάζει να κοιμάται. Τον ακούει αλλά δεν τον βλέπει. Ένας αόρατος τοίχος τους χωρίζει και τους ενώνει την ίδια στιγμή.)
Νίκος : «Και να σου πω κάτι, όποτε με πιάνει… αυτό που με πιάνει… όποτε υπάρχουν δάκρυα… είναι το αληθινό που βλέπει το ψεύτικο… είναι η αγωνία… ο φόβος… το γιατί… είναι το μονοπάτι που το βλέπεις και λες συνεχίζω… Είναι η δροσιά, που αισθάνεσαι να κυλά στο πρόσωπο… είναι μία πηγή καθαρή για δάκρυα… είναι πολλά για μένα… είναι που πολλά μπορούν να γίνουν εκείνη τη στιγμή… είναι ό,τι βγαίνει και πάει να ελευθερωθεί»
Γυναίκα: Μια ιστορία που δεν την είπαμε ποτέ. Ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες. Και ένα ταξίδι που δεν έγινε ποτέ.
Αλέξης: Τρεις και τέταρτο, βρέχει. Μια πόλη βροχή, μια πόλη σιωπή, μέσα κι έξω απ' τα σπίτια.... Χιλιάδες δρόμοι τρέχουν με διακόσια... άναρχο δίχτυ φωτός... κι έρωτες στάζουν απ' τα κεραμίδια, στάλα - στάλα...... συνωστίζονται στους υπονόμους, κοκκινίζουν τη θάλασσα.
Είναι αυτή η στιγμή...... που τα ψέματα τελειώνουν... και πρόσωπα ανέκφραστα βουλιάζουν σ' ακίνητες λίμνες... είναι τούτη δω η νύχτα... η μοναξιά..... Η μοναξιά τρώει τους ανθρώπους σαράκι... Κι είναι μερικοί που γυρίζουν.... λίγοι..... μα το βλέμμα τους χαμένο.... σα να έμειναν για πάντα σε μια νύχτα σαν κι αυτή... τι να πω, τι άλλο να πω.....
(Μου ‘μαθες πως οι άνθρωποι σπάνε και γίνονται χίλια κομμάτια. Και τι να μαζέψεις, τι να περισώσεις…)
Βρεγμένα πεζοδρόμια, άσκοπα βήματα...... Βλέπω φως σε μερικά παράθυρα… Κάποιοι κοιμούνται κάποιοι ξενυχτάνε... Τηλεοράσεις να πάλλονται σε ρυθμούς υπνωτικούς. Κι η αλήθεια τους λάστιχο, να μεγαλώνει να μικραίνει, καταπώς βολεύει, να χωράει στις ειδήσεις των οχτώμισυ...
(Σηκώνεται από τις θέσεις των θεατών και κατευθύνεται προς τη σκηνή.)
Αλέξης: Τρεις και είκοσι, βρέχει. Μια πόλη σιωπή, μια πόλη βροχή. Συχώρα με που δε σου τραγουδάω απόψε, δεν κάνω κέφι... μόνο βαδίζω αργά σε μουσκεμένους δρόμους... κι αναπολώ τις επιθυμίες που οριοθετήσαμε, τα όνειρα που περιγράψαμε με τόσο καθαρές λέξεις, και δαγκώνομαι... για το χρόνο το χαμένο που θα 'ρθει....
Τρεισήμισι..... Δεν νοιάζομαι πια αν θα καταλάβεις. Αν θα τρέξεις μακριά. Έτσι κι αλλιώς δεν ήσουν ποτέ εδώ. Τη διαμαρτυρία και το γιατί βέλος στο φεγγάρι - ξέρεις να σημαδεύεις...... Τον φόβο τον γνωρίσαμε, έτσι δεν είναι; Απ' την καλή κι απ' την ανάποδη.... Ειδωλολάτρες, συλήσαμε ναούς ακατοίκητους… Και την απελπισία.... από πρώτο χέρι..... Φύγε Ιωάννα... φύγε όσο είναι καιρός..... μαζί με τη βροχή.... και μη γυρίσεις.... μη γυρίσεις ποτέ..... Σου λέω δεν αξίζει τον κόπο... Άσε με να πέφτω στη γη... ξανά και ξανά..... όπως έκανα πάντα.... δεν έχω άλλα περιθώρια....
(Ο καιρός μου… χωρίς φλόγα στα μάτια. Οικολογικές σταυροφορίες. Κι εγώ; Εσύ; πως θα ζήσουμε και θα πεθάνουμε χωρίς η ιστορία να πει λέξη για μας; Στο διάολο να πάει…
(ανεβαίνει στη σκηνή)
Θέλω ελευθερία. Δεν ξέρω τι να την κάνω (πετύχανε το στόχο τους τα καθάρματα)… αλλά την θέλω. Και να’ ναι αληθινή. Όχι ελευθερία επιλογής. Απλή και σκέτη ελευθερία.
Αλλά δεν τη δίνει κανείς… και μου δίνουν χρόνο αλλιώτικο. Σα να ‘ναι σίγουροι πως σήμερα γεννήθηκα και συνάζουν τα όπλα τους. Μα δεν είναι οι Θερμοπύλες για όλους μας.
Ή την ή επί της. (γονατίζει δίπλα της).
{Γυναίκα… (σιγανά) …και την και επι της….
Και θα ‘ρθει η εποχή του θερισμού και μετά του τρύγου… Ή ανάποδα τα ‘πα; Και η εποχή των ανθρώπων ποια είναι; Ή δεν ευδοκιμούν εδώ; Ή μήπως είναι καταχωρημένοι σε λέξεις βαρβαρικές, κλειστοφοβικοί ανάμεσα σε ακατάληπτες κραυγές…})
(Ο Αλέξης σηκώνεται και κατευθύνεται προς το δωμάτιο του.)

Αλέξης: Είναι αυτή η στιγμή...... το τέλος της αγάπης μου λες, το τέλος της αγάπης..... Μα αυτό το τέλος δεν είναι μια στιγμή, ποτέ δεν ήταν.... Σιωπές είναι που όλο και μεγαλώνουν καθώς περνούν τα χρόνια..... Φωτιά ..... υγρό πυρ...... να πέσει σ' αγάπες, πίστεις, κοσμοθεωρίες..... μόνο λέξεις...... λέξεις αστέρια......... που τις θυμάσαι μια φορά για πάντα..... Τις φορτώνεσαι και πας.
(Βάζει ποτό στο ποτήρι του.)
Τέσσερις κι ακόμα βρέχει. Ο δρόμος της βροχής είναι ένας. Ένας και μοναδικός. Και δεν χωράει μουσικές τραγούδια και γιορτές. Δεν εξευμενίζεται. Δεν απαιτεί θυσίες. Απόλυτος όσο καμιά ιδεολογία. Κι ελεύθερος, πιότερο κι απ' τη σκέψη...
Ένα (Πίνει μια γουλιά από το ποτό του)
Ένα..... σ' έναν κύκλο τέλειο.... βήματα στο σκοτάδι.... σαν αυτό να είναι ολόκληρη η ζωή...
(ζήτησα νερό και πήρα λόγια. Αλάτι αντί για κόκκινο… και μπόλικες υποσχέσεις.)
Να ζητάς νερό και να σου δίνουν λάβαρα να κρατάς.......υπολογιστές αντί για άνοιξη.... και μπόλικες υποσχέσεις.
Μα αυτή τη στιγμή..... χρειάζομαι τη μουσική..... (Ανάβει ένα τσιγάρο.) σ' έναν άλλο κόσμο..... πίσω απ΄ τη βροχή...... πανάρχαιες μελωδίες να καλπάσουν πίσω από ποιητικές. Αγχωμένα όνειρα ξένα και έμμονες ιδέες να σταματήσουν..... κι όλοι μου οι έρωτες να παρελάσουν...... Μα απόψε είμαι χαμένος σε μια δικαιοσύνη χωρίς νόμους..... χαμένος σε μια δικαιοσύνη χωρίς νόμους... χωρίς εναλλακτικές λύσεις, σε έναν παράλογο λαβύρινθο (tango) θανάτου...... (Ανοίγει τον υπολογιστή του.)
Τι να πω, τι άλλο να πω... Ένα τραγούδι σφυρίζει στο κεφάλι μου... κάτι μισά στιχάκια σκαλώνουν στο λαιμό μου. Μισά σαν αλήθειες. Και μακρινά.... τόσο μακρινά, που λες πως έρχονται από ένα άλλο παρελθόν όχι δικό μου... δεν αναγνωρίζω τις λέξεις... δεν είναι δικές μου, δεν είναι δικές μου.
Κερκόπορτες είναι και φοβάμαι. Προσπαθώ να χαμογελάσω πίσω από τοίχους που υψώνω άθελά μου ... (Ο Αλέξης προσπαθεί να συνδεθεί στο δίκτυο. Ακούγεται ο ήχος κλήσης του modem που προσπαθεί να συνδεθεί.) Οι ώρες περνάνε. Η βροχή στον ίδιο ρυθμό. Καμιά φορά προσπαθώ να θυμηθώ όλα αυτά που έψαξα. Τις απαντήσεις που έδωσα, τις νέες ερωτήσεις μου. Όλους τους δρόμους που πήρα και τώρα καθορίζουν τα ναι και τα όχι μου. Μα δεν μπορώ. Δεν ξέρω γιατί. Ούτε λογικοί ειρμοί, ούτε αιτίες ή συμπεράσματα. Δεν έχω το κουράγιο να στο εξηγήσω, κι ούτε ξέρω πώς. Αυτά μόνο έμειναν, τα ναι και τα όχι μου, κάθετα σαν βράχοι στη μέση μονότονων τοπίων. (Παίρνει από τη θήκη του 1 cd το τοποθετεί στον υπολογιστή και αρχίζει να δακτυλογραφεί.)
Πέντε παρά, και γυρίζω σε σένα χωρίς να το θέλω. Εσύ ζητάς αλήθειες - πού να τις βρω; Δεν έχω, ποτέ δεν είχα. Μόνο λίγο φως, μόνο λίγο.... Να ζητάς το φως όπου κι αν βρίσκεται, γιατί τίποτα δεν κόστισε ποτέ τόσο πολύ. Σε τούτα τα σκοτάδια... δεν μπορώ να σε δω, (δε σε θυμάμαι πια) κι όσο κι αν προσπαθώ, η μορφή σου ξεφεύγει. Μα το ξέρω καλά πως είσαι εκεί... Υφαίνεις το άπειρο και το χτίζεις σε λέξεις και το λάθος το ξέρεις... Αναπνέεις τις ώρες, (σφραγίζεις διόδους, εξόδους διαφυγής), γεμίζεις με γκράφιτι τους τοίχους της πόλης, συνθήματα που προκαλούν ή κοροϊδεύουν. (Σταματά να δακτυλογραφεί και κοιτά προς το μέρος της γυναίκας.)
Ήθελα μια φορά να σου πω πως σ' αγαπώ, απλά και σκέτα, χωρίς συνέπειες και εξηγήσεις. Χωρίς επαγωγικές λογικές, χωρίς προσπάθεια να ταιριάξω το όνειρο σ' αυτούς τους δρόμους που τρέχουν με διακόσια...
(Γυναίκα: Είναι αυτή η στιγμή… Το χρέος σε φως για κείνα τα ναυάγια που δεν υμνήσαμε ποτέ. Δεξαμενές γλυκό νερό και ‘γω θα πω μετά στους στεριανούς πως ήτανε θάλασσες αρμύρας και θα ετοιμάζω λάβαρα να μπήγω στις φλέβες νέων κόσμων… το τραγούδι της θάλασσας, το τέρμα της βροχής.)
Αλέξης: Ας είναι ο έρωτας η τελευταία σημαία που ύψωσα....
(Η γυναίκα σηκώνεται και πλησιάζει τη σκιά της)

Αλέξης: Χαράζει......σ' όλους τους τόνους του γκρίζου. Όχι άσπρο ή μαύρο. Αυτά είναι για σένα Ιωάννα. Μη μου μιλήσεις. Προς θεού, μη μου πεις τίποτα.... Η βροχή μας πάει... Εκείνη ξέρει καλύτερα. Μα κι αν κάνει λάθος δεν πειράζει, ας χαθούμε μαζί της.
Ίχνη σιωπής
θ' αφήνω ξανά για να με βρεις...
(Ο προβολέας, που φωτίζει το laptop αρχίζει να σβήνει σιγά-σιγά. Ανάβει ένας άλλος που ρίχνει ένα ψυχρό γαλάζιο φως στη γυναίκα και την ακολουθεί. Βλέπουμε τη γυναίκα, που έχει σηκωθεί από την καρέκλα, να πλησιάζει τον αόρατο τοίχο, που την χωρίζει από το διπλανό δωμάτιο. Τον παρατηρεί από πάνω ως κάτω. Πλησιάζει. Αγγίζει τον αόρατο τοίχο προσπαθώντας να νοιώσει την υφή του και να τον αφουγκραστεί. Σαν αντανάκλαση η μορφή την ακολουθεί. Καθώς μιλάει έρχεται ολοένα και πιο κοντά στον τοίχο. Τα σώματα κινούνται αρμονικά χωρίς το ένα να παραβιάσει το χώρο του άλλου και χωρίς να χάνουν τη σωματική επαφή. Σε κάποια στιγμή η γυναίκα τραβάει την σκιά απότομα από την μεριά της και αρχίζουν να χορεύουν. Ένα παράξενο, βίαιο, σκληρό tango αρχίζει μπροστά στα μάτια μας.)
Σκιά: Ίχνη σιωπής
Στο κορμί της ενοχής
Αφήνω ξανά για να με βρεις
Γυναίκα: Ξέρεις πώς είναι ο θάνατος; Μια απέραντη μοναξιά. Ένα αυτοκίνητο που πετάγεται ξαφνικά μπροστά σου. Ένα φρενάρισμα. Ένα «πεθαίνω». Κανένα flashback. Καμία μάνα. Κανένας εραστής. Κανένας Θεός να σε πάρει από το χέρι. Μόνο ένα «πεθαίνω». Και απέραντη μοναξιά.
Σκιά: Ίχνη αγάπης
Στην ψυχή της απάτης
Θα σβήνω ψυχρά για να χαθείς
Γυναίκα: Σώπασαν οι ερωτήσεις, λιποτάκτησαν όπως όλα. Περιμένω τη βροχή και τον χρόνο να ξεθωριάσουν το χάρτη, τον άνεμο να εξαφανίσει τα σημάδια σου. Πάντα θα νυχτώνει έξω από μια πόρτα παραδείσου. Αργήσαμε πάλι. Πεζοπόροι σε δρόμους ανύπαρκτους. Χαμένοι σε ψευδαισθήσεις. Άργησα. Τα κορμιά, που πατάω να προχωρήσω δεν τα ορίζω για δικά μου.
Σκιά: Έξω βρέχει
Και ο νους μου τρέχει
Σε μέρη μακρινά
Γυναίκα: Κουράστηκε η άμμος να πέφτει στις πυξίδες των τρελών. Κουράστηκα και ‘γω να χαράσσω σώμα και ψυχή. Σήμανε δώδεκα. Δώδεκα μήνες. Και δώδεκα μέρες. Και μετά σιωπή.
Νίκος: Πέρασα στην άλλη όχθη
Σκιά: Κάνει κρύο
Δεν είπες αντίο
Μα έφυγες ξαφνικά
Γυναίκα: Σου το είχα πει. Σε είχα προειδοποιήσει αν ποτέ πλαγιάσεις με άλλη θα σε σκοτώσω. Δεν με πίστεψες. Μόνο γέλασες. Και ένα βράδυ ήρθες να μου το πεις: «Πήγα με άλλη» Μια μαχαιριά στην καρδιά. Σιωπή. Δεν με λύγισες. «Ξανά και ξανά…». Και στριφογύρισες το μαχαίρι. Ξανά και ξανά…
(Ο Νίκος προβάλει στην άκρη της σκηνής)
Νίκος: Και είδα σκοτάδι αγκαλιασμένο με το φως
(Η γυναίκα κοιτάζει κατάματα τη σκιά. Στέκουν ακίνητες. Και την τραβάει βίαια προς το μέρος της για το tango. Ένας κύκλος κόκκινου φωτός τις αγκαλιάζει.)
Σκιά: Ένα ψέμα
Βουτηγμένο στο αίμα
Και η αλήθεια μισή
Γυναίκα: Σ΄ αγαπούσα. Η τουλάχιστον αυτό πίστευα. Μ’ αγαπούσες. Ή τουλάχιστον αυτό μου ‘λεγες. Και κάναμε έρωτα. Σε φτηνά ξενοδοχεία. Μαλώναμε. Έβγαινα στο μπαλκόνι γυμνή με ένα σεντόνι μόνο. Φώναζες «Έλα μέσα». Και έλεγες θεατρινίζω. Πως όλα για μένα είναι θέατρο. Πως ζω για το χειροκρότημα. Για έναν προβολέα. Και μου ‘κανες έρωτα σιωπηλά μέσα στο σκοτάδι. Δε σε χειροκρότησα ποτέ. Νοίκιασες έναν κόκκινο προβολέα, και μαζί όλα τα χειροκροτήματα του κόσμου…
Νίκος: Είδα εσένα που δήλωνες θεός
Σκιά: Βουβό κλάμα
Της ψυχής σου το θάμα
Και η αγάπη νεκρή
Γυναίκα: Σ’ εμπιστευόμουν. Σου ‘λεγα «σ’ αγαπώ. Καληνύχτα» Και έτρεχες να βρεις άλλες. Σου άνοιγα την ψυχή μου και έμπαινες. Σου άνοιγαν τα πόδια τους και έμπαινες και κει.
Νίκος: Πέρασα στην άλλη όχθη
Σκιά: Ξημερώνει
Τίποτα δε σε λυτρώνει
Το δάκρυ λειψό
Γυναίκα: Σκοτάδι και ο δρόμος παγωμένος. Έτρεχα. Προσπέρασες με τα αυτοκίνητα να ‘ρχονται καταπάνω σου από το αντίθετο ρεύμα. Μου ‘κλείσες το δρόμο. Φρενάρισα. Βγήκα από το δρόμο. Μα δε φρενάρουν τα αυτοκίνητα στο χαλίκι. Βγήκα από το αυτοκίνητο. Άρχισα να φωνάζω. Λιποθύμησα… Δις. Τα ‘παιξες… Δις. Όταν συνήλθες, πήγες να κατουρήσεις.
Νίκος: Και είδα τον πρώτο έρωτα να κείτεται νεκρός
Σκιά: Τόσοι πόνοι
Ό,τι ακόμα σε πληγώνει
Γάργαρο νερό.
Γυναίκα: Σε σκότωσα. Όπως σου το ‘χα υποσχεθεί. Μια μαχαιριά στην καρδιά. Με κοίταξες. Πήγες να γελάσεις. Και στριφογύρισα το μαχαίρι. Σου το χα πει. «Και με άλλες να πας, πάντα δικός μου θα είσαι».
Και είσαι. Όπως σου το ‘χα υποσχεθεί.

Νίκος: Είδα εμένα να λέω αληθώς
Σκιά: Καληνύχτα
Στης αγάπης τα δίχτυα
Απόψε θα σε βρω
Γυναίκα: Σου ‘λεγα «καληνύχτα, σ’ αγαπώ» και έβγαινα. Άντρες σε φτηνά bars. Άντρες χωρίς ονόματα. Άντρες χωρίς πρόσωπα. Και ‘συ εκεί να γελάς. Να γελάς. Σε μισώ. Τρελαίνομαι. Πετάω το σεντόνι. Ανεβαίνω στα κάγκελα. Και πέφτω.
(Αφήνει την σκιά και ανοίγει τα χέρια σαν φτερά και πέφτει στο πάτωμα. Ο προβολέας σβήνει και ο Νίκος φεύγει. Ανάβει ένας γαλάζιος. Φωτίζει τον Αλέξη, που την πλησιάζει δίχως να την αγγίζει. Γονατίζει πλάι της και αρχίζει να της μιλά. Στην τελευταία παράγραφο σηκώνεται και φεύγει. Μετά σκοτάδι και σιωπή.)
Αλέξης: Είμαι εδώ. Μια ώρα απ' τον ισημερινό. Νυχτερινή ζεστή βροχή. Πήρα τα mail σου στην Μπανγκόκ και πριν από λίγο στο Πουκέτ. Τόσες θάλασσες μακριά. Η αινιγματική σιωπή της Ανατολής. Αραιός καπνός πάνω απ' τις υπαίθριες αγορές. Μου λες για την Μάντ και κάνεις υποθέσεις. Τι γυρεύω εδώ κάτω. Κρατάω το "see you soon. period." Το "period" κρατάω. Σου ξέφυγε. Και θέλω να θυμάμαι.
Για μια στιγμή. Είπα να ξεφύγω. Όχι άλλους γκρεμούς. Αλλά μια χίμαιρα αντί για άλλη. Δε γίνεται. Εγώ που λέω πως όλα νικιούνται απ' τον καιρό. Δεν ξέρω τίποτα. Κινέζοι μετανάστες. Στη γιορτή των φυτών. Τρυπάν τα μάγουλά τους με σπαθιά. Τσεκούρια, κι ότι άλλο φανταστείς. Στην αρχή τρόμος. Και ύστερα - πάλι - σιωπή.
Έφτασα πάνω στην εποχή των βροχών. Την προτιμώ. Γεμάτα φιλμ φωτογραφίες που δεν θα εμφανίσω ποτέ.
Ζητάς να χαθείς. Με τον ίδιο τρόπο, άραγε; Όχι. Ή μάλλον ναι, τον ίδιο. Ένα χέρι. Προέκταση της καρδιάς. Τα 40 σου φεγγάρια. Οι 100 μου νύχτες. Και μία απόψε. Κι όλες βροχερές. Πώς τυχαίνει.
Περνάς το ποτάμι. Νομοτέλεια της νιότης σου. Μια φορά για πάντα, λες. Πώς χωράει τόση απολυτότητα σε μια πρόταση. Από τη μία λέω μακριά μου, χαμόγελα και ροζ ζωή. Και να μου στέλνεις κάρτες Χριστούγεννα και Πάσχα. Και φωτογραφίες των παιδιών. Κι από την άλλη, κοντά μου κι ας είναι μόνο ένα φευγαλέο ψέμα.
Σ' έκανα συμπαίχτη σ' ένα απ' τα τρελά παιχνίδια που σκαρώνω καμιά φορά. Μες στο μυαλό μου. Δεν φταις. Η νομοτέλεια της μοναξιάς μου.
Γυρνάς και μου δείχνεις τις στάχτες. Τι είναι. Σημάδι πως δεν υπάρχει όνειρο. Η μήπως αύριο δεν υπάρχει. Το ξέρω. Γι’ αυτό το ζήτησα. Σα μικρό παιδί. Που καμώνεται το Θεό. Που λέει πως ο κόσμος του ανήκει, ενώ ξέρει πως δεν θα τον έχει ποτέ.
Μη με ρωτάς για τη σιωπή. Όλα αυτά τα χρόνια. Λόγια που ανταλλάξαμε σ' αυτούς τους δρόμους που τρέχουν με διακόσια. Τα σημαντικά είναι αυτά που δεν είπαμε. Κι ίσως να μην πούμε ποτέ. Γιατί οι λέξεις είναι τόσο λίγες. Και το ξέρουμε. Ευτυχώς.
Παράτησα την προσπάθεια. Δεν θα σκεφτώ άλλο. Τι χρώμα να βάλω στην Άβυσσο. Κι αυτό το παιχνίδι λέω να το κόψω. Από μένα ζητάνε ορθολογισμό. Και μόνο.
Όχι, την πόλη δεν στην έδειξα. Μα ανάθεμα κι αν ξέρω ποια είναι. Και χρειάζονται δύο. Έτσι κι αλλιώς δε μπορώ να στη δείξω από φωτογραφίες. Που δεν τις εμφανίζω κιόλας.
Ο Ινδικός τη νύχτα είναι η πιο σκοτεινή θάλασσα που έχω δει ποτέ. Τα χέρια στις τσέπες. Πες μου. Τι ήταν αυτό. Που τώρα ακόμα γυρνάω. Πες μου. Πες μου. Η ίδια γνωστή απελπισία. Όχι. Από τότε πέρασα - κι εγώ - πολλά ποτάμια. Η μοναξιά. Όχι. Γιατί πάντα ήταν. Και κατά τα φαινόμενα πάντα θα ναι. Τότε λοιπόν τι να 'ταν. Τι είναι.
Απεταξάμην. Απεταξάμην τις βροχές τα τραγούδια που μιλάν για... Μικρός είχα ένα όνειρο. Χοντρός φαλακρός μουστάκι και γυαλιά. Το μουστάκι δε μου πετυχαίνει. Πού θα πάει.
Μωρό μου. Μωράκι μου. Γλυκό μου κοριτσάκι. Τα φτερά μου έχουν σπάσει. Έλα απόψε. Σου έχω το πιο γλυκό τραγούδι του κόσμου. Ένα παλιό Κέλτικο. Στο ‘χω πει πολλές φορές. Αλλά χωρίς να σου δώσω να καταλάβεις. Πόσο σημαντικό μου είναι. Ένα σου χαμόγελο. Κι ας είναι έτσι : ) ή μια αστεία φατσούλα. Μικρό μου. Σ' ευχαριστώ που υπάρχεις. Τι θα ήμουν αν δεν υπήρχες. Κι αυτή τη φορά. Δεν σε αφήνω να μιλήσεις. Δε βλέπω φωτιές εγώ. Πουθενά. Μονάχα θάλασσα. Γλυκιά μου. Δε με νοιάζει. Κι ας είναι όλα εδώ μέσα. Μη μου δείχνεις φωτιές λοιπόν. Αυτήν τη ζεστασιά. Δε θέλω να ξεχάσω. Κι ας κάνει 720 χιλιόμετρα για να ρθει.
Αυτό το τραγούδι. Μου φέρνει δάκρια στα μάτια. Αλλά εσένα δεν θα σ' αφήσω. Φοβάμαι μη μου σπάσεις. Εγώ αντέχω. Το ξέρω καλά. Ανυπομονώ να γυρίσω. Στην Αθήνα. Έστω. Καλή η ανατολή αλλά η μέρα καλύτερη. Το πιο φωτεινό αύριο είναι εκεί και περιμένει. Αστεράκι μου. Τίποτα δεν τελειώνει προτού αρχίσει. Σαν ένας που πνίγεται αρπάζομαι. Από μία λέξη. Μία και μόνη λέξη. Η νομοτέλεια του ζω. Σε ενεστώτα.
Ματάκια μου. Μην το κάνεις. Αρκετές σκιές πολέμησα. Και ανεμόμυλους. Η τρίτη φωνή λοιπόν ας πάψει. Έτσι κι αλλιώς δε μπορώ ν' ακούσω. Μόνο αυτό το τραγούδι. Το παλιό Κέλτικο. Τη δεύτερη φωνή λαχτάρισα. Αλλά φοβάμαι μην τυχόν και την ακούσω μια φορά στ' αλήθεια. Και τότε. Λέξεις αστέρια. Καταπέλτες. Ορθολογισμός συντρίμμια. Και νέες εκστρατείες στη χώρα του απόλυτου ήλιου. Γι’ αυτό λοιπόν. Φωνή σε πρώτο πρόσωπο. Κι αυτή σαν παραλήρημα. Σαν παλιό Κέλτικο τραγούδι γεμάτο αλκοόλ.
Και θα μου πεις πως δεν καταλαβαίνω. Πως δεν υπάρχει χρόνος ούτε χώρα. Θα μου πεις χίλια αλλά. Και άλλους τόσους λόγους και αιτίες. Για το Θεό. Τα ξέρω όλα αυτά. Αλλά τι βγαίνει. Δε μπορώ να σταματήσω. Θα πέφτω ρυθμικά στη γη. Σαν τη βροχή.
Συχώρα με Ιωάννα. Που κλέβω τ' όνομά σου. Πες ότι ήταν το πρώτο. Που βρήκα μπροστά μου.
Μην πανικοβληθείς καρδούλα μου. Είναι σκληρό και επικίνδυνο. Κι αφορά μόνο εμένα. Στο τέλος τέλος. Αύριο πρωί θα είμαι στο Τσιάνγκ Μάι.
Γυναίκα: Φεύγεις. Όπως πάντα. Και ‘γω σ’ αφήνω ακόμα μια φορά να χαθείς. Και έχω τόσο πολύ ανάγκη τη βροχή απόψε. Μην πέφτεις με τη βροχή, μόνο γίνε βροχή για μένα. Και μη με λες Ιωάννα. Λήδα να με λες και να με θυμάσαι τις νύχτες, που βλέπεις τη βροχή.

(Τα φώτα σβήνουν)





















Σκηνή 2η

(Η σκηνή είναι σκοτεινή. Ακούμε δυνατό αέρα να φυσάει. Fade in. Όσο το φως γίνεται πιο έντονο τόσο σβήνει σιγά-σιγά ο ήχος του ανέμου.)

Γυναίκα: Έλα. Έχω μάθει στα δέντρα, να σε καλούν όταν λυσσομανά ο άνεμος. Βγες από το σπίτι σου. Βγες από τη ζωή, που διαλέξαν για σένα και θα στείλω πλατανόφυλλα πορφυρά στο δρόμο σου, να πατήσεις και να ‘ρθείς. Έλα. Σε περιμένω. Έστρωσα τραπέζι. Γέμισα το δρόμο παραισθήσεις, χέρια αγαπημένα, να σ’ αρπάξουν. Άναψα φωτιές να ζεσταθείς. Καίω το νυφικό μου και είναι το πέπλο φιτίλι. Θα βαφτώ και θα κάνω πως είμαι μία άλλη. Θα ανάψουμε τους προβολείς. (Χτυπάει τα δάχτυλά της. Ένας προβολέας φωτίζει τη γυναίκα. Μία πυραμίδα φωτός την περικλείει) Θα βάλουμε τα φίλτρα, που θες και θα καθίσω στην καρέκλα. Θα κλείσω τα μάτια με το μαντίλι, που ‘γραφες τα ποιήματα σου και θα σε περιμένω να με δημιουργήσεις ξανά.
(Όσο μιλάει, εμφανίζεται η σκιά της, της κλείνει τα μάτια με το μαντίλι και της δένει τα χέρια πισθάγκωνα).
Ο χορός των μανιταριών ξεκίνησε. Πέταξαν νέφτι στον παράδεισο και τα χρώματα τρέχουν, στάζουν, γλιστρούν, πέφτουν όμορφα και γλυκά σαν αγγέλους που κάνουν έρωτα.
(Ο Νίκος εμφανίζεται σιγοτραγουδώντας.)
Νίκος: …και σε πέντε-έξι εβδομάδες
και σε πέντε-έξι εβδομάδες,
σωθήκαν ό-, ό-, όλες οι τροφές,
σωθήκαν ό-, ό-, όλες οι τροφές…
οεοε οεοοοε

Γυναίκα: …χάραξέ με ξανά… Πλάσε με με αίμα, ζύμωσέ με με το απαγορευμένο, βγάλε με στο ταξίδι…
Νίκος: … και τότε ρίξανε τον κλήρο,
και τότε ρίξανε τον κλήρο,
να δούνε ποιος,… ποιος, ποιος θα φαγωθεί…
να δούνε ποιος,… ποιος, ποιος θα φαγωθεί…
οεοε οεοοοε
(την πλησιάζει, περνάει το δεξί χέρι του πάνω από τον δεξιό της ώμο και το ακουμπάει στην αριστερή μεριά της μέσης, μια περίεργη ζώνη ασφάλειας και την φιλά τρυφερά στο λαιμό αριστερά. Η γυναίκα ανοίγει τα πόδια της.)
Γυναίκα: διάλεξε!... διάλεξε παρελθόν, τώρα, που ακόμα μπορείς…
Νίκος: …και ο κλήρος έπεσε,
Γυναίκα: διάλεξε… σώμα να μας ταξιδέψει….
Νίκος: (σταματά το τραγούδι) έπεσε; (της στρέφει το κεφάλι προς τα πάνω)
έπεσε σε σένα, (ξαναρχίζει το τραγούδι σιγανά)
και ο κλήρος έπεσε σε σένα
Γυναίκα : ….έλα… διάλεξε παιχνίδι και απόψε αγάπη μου….
Νίκος: που ήσουν σαν... σαν…
Γυναίκα : διάλεξε… κλείσε τα μάτια και ‘γω πέφτοντας θα σε τραβήξω μαζί μου στο κενό…. (χαμηλώνει το κεφάλι της σαν να βλέπει κάτι στο ύψος των ματιών της)
Νίκος: (Σταματά το τραγούδι) …σαν παλιόγρια.
(Λύνει τα χέρια του απότομα από το κορμί της και απομακρύνεται στο σκοτάδι. Η σκιά φέρνει μία διάφανη λεκανίτσα με νερό, ροδοπέταλα και μια άσπρη δαντέλα μέσα. Το αφήνει ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας ενώ αρχίζει να ακούγεται μουσική.)
Γυναίκα: (τραγουδώντας το Jackie’s Strength της Tori Amos ) “…make me laugh, say you know what you want…”

(Ο άντρας γονατίζει, παίρνει την δαντέλα ,τη στύβει με το δεξί του χέρι πάνω στο πρόσωπό της. Η γυναίκα γέρνει προς τα πίσω. Ανοίγει τα πόδια της και τα τυλίγει γύρω από τον άντρα σφίγγοντάς της προς το μέρος της).
Νίκος: Τι είναι αυτό; Σπαρταράει κάτι μέσα σου; (Την αγκαλιάζει και τη σηκώνει από την καρέκλα.) Μη ξεκινάς παιχνίδια μικρούλα μου, που δεν μπορείς να τελειώσεις. (η γυναίκα σταματά να τον σφίγγει και ακουμπά τα πόδια της στο πάτωμα. Ο άντρας της δένει τα μαλλιά με την δαντέλα, της πιάνει το πηγούνι με τον δείκτη και τον αντίχειρα, της στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω, κατεβάζει τα χέρια του στο λαιμό της, τον χαϊδεύει και τα κάνει θηλιά γύρω του.) Είναι τόσο εύκολο… Ένα κρακ και όλα θα ΄χουν τελειώσει. (Της γυρίζει απότομα το κεφάλι στο πλάι και την αφήνει να πέσει στο πάτωμα. Η σκιά του φέρνει μια βούρτσα στα χέρια και αρχίζει να τη χτενίζει. Η σκιά αφήνει καλλυντικά μακιγιάζ.) Όμορφη νύχτα απόψε. Παράνομη ξανθιά μετανάστρια μιας χρήσης. Μου ‘χουν λείψει οι φωτιές. (Αρχίζει να την μακιγιάρει)
Μου ‘χες πει πως θα ‘ρχοσουν να με πάρεις από το χέρι, να φύγουμε μακριά. Σε περίμενα. Δεν ήρθες. Χάθηκες. Έμαθα να περπατώ με τα χέρια στις τσέπες. Έβαψα πίσω από την εξώπορτα ένα δρόμο για να ‘ρθεις και άλλαξα κουρτίνες. Η βαλίτσα ακόμα σε περιμένει στο Χολ. Της κολλάω αυτοκόλλητα από αεροδρόμια και carts portals, που δε μου ‘στειλες ποτέ. Απλά χάθηκες. Σα να μη βρεθήκαμε ποτέ…
Νομίζω πως τις νύχτες μ’ ακούω να γελώ στα όνειρα μου καθώς σ’ ακούω να με καλείς ξανά. Μόνο που έχω ένα άλλο όνομα πια. Και τότε, ξυπνώ τρομαγμένος. (Σηκώνεται και απομακρύνεται με τα καλλυντικά του μακιγιάζ. Κάθεται στην καρέκλα κάτω από τον προβολέα και αρχίζει να μακιγιάρεται και ο ίδιος.) Πόσους μπορείς να σταυρώσεις; Πόσους Θεούς αντέχεις; Πόσο αίμα θέλεις να χορτάσεις; (Η γυναίκα σηκώνεται, πηγαίνει στην άκρη της σκηνής και τον παρακολουθεί) Βαμπιρίζεις ζωές και ενοχές. Πόσους ρόλους να παίξω και απόψε για να ξεγελάσεις την αγρύπνια σου; Πόσο θέατρο θες για να αντέξεις την αλήθεια σου; (Γυρίζει και δίνει το σήμα στον φωτιστή με κλικ του χεριού να ανάψει τα φώτα της σκηνής.) Φώτα! (Κατευθύνεται προς το μέρος της, υποκλίνεται και της φιλά το χέρι.) Δεσποσύνη, θα μου χαρίσετε το ψέμα σας απόψε; (Την αγκαλιάζει σαν να πρόκειται να ξεκινήσουν να χορεύουν βαλς.) Είστε τόσο εύκολη, που καταντάτε σχεδόν φτηνή. (Γυρίζει προς το ηλεκτρολογείο και πάλι) Φώτα! (Τα φώτα σβήνουν απότομα και μένει μόνο το κανόνι να τους παρακολουθεί). Έλα αγαπημένη. Έλα. Να τραβήξουμε ξανά το χαλί κάτω από τα πόδια. Όσο μεγαλώνει κανείς τόσο πιο άσχημα πέφτει… Μουσική!
(Αρχίζει να ακούγεται το Little Earthquakes της Tori Amos και αρχίζουν να χορεύουν με τα κορμιά τους όσα δεν μπορούν να πουν με λέξεις.)
Νίκος: Σε γνώρισα μια νύχτα σαν όλες τις άλλες και όλα γύρω μας γιορτή.
Γυναίκα: Σε χώρισα μια νύχτα σαν όλες τις άλλες και όλα γύρω σιωπή.
Νίκος: Σ’ αγάπησα αλλά δε σου ήταν αρκετό, σε μίσησα αλλά δεν το άντεχες ούτε αυτό.
Γυναίκα: Σ΄ ερωτεύτηκα αλλά δε σου ήταν πιστευτό, σε ξέχασα αλλά δεν ήμουν πια εγώ.
Νίκος: STOP! (σταματά η μουσική, ανάβουν τα φώτα) Μ’ αγαπάς; Σταμάτα τον πόνο. Σταμάτα τον χρόνο! Δε θέλω να σε σβήνει από το κορμί μου. Δε θέλω να μάθω να ζω χωρίς εσένα. Δε θέλω και όμως μπορώ να αγαπώ μακριά σου. (πηγαίνει και κάθεται στην καρέκλα, ακουμπά στην πλάτη της και κλείνει τα μάτια.) Μία άλλη γυναίκα βάζει προφυλάξεις στον έρωτά μου. Ένα άλλο χάδι εξημερώνει την γύμνια μου.
Γυναίκα: Ξημερώνει στον πλανήτη των ηδονών. Ξημερώνει. Τ’ ακούς; Σπάνε τα ξερόκλαδα. Σπάνε με το πρώτο αίμα. Κρακ. Κρακ. Όπως ο πρότερος άτιμος βίος μας.
Νίκος: Κρυώνω. Σταμάτα να με καθαρίζεις με κόκκινους και αλμυρούς κόκκους.
Γυναίκα: Ξυπνήσανε τα θηρία και ζητιανεύουν στα παράθυρα. Ελέω ανθρώπου, θα με παραδώσεις ξανά. Και κείνα θα κάνουν καιρό να ξαναφανούν…
Νίκος: Πόσες Κερκόπορτες να σχεδιάσω ακόμα; Πόσα φεγγάρια να κόψω στη μέση για να καταλάβεις, ανόητη, και να ‘ρθείς να με λεηλατήσεις;
Γυναίκα: Ένα τσίρκο παράξενο. Ένα τσίρκο. Εσύ και ‘γω σε κλουβιά και ο κόσμος γελώντας να μας προσπερνά. Πάντα βιαστικοί οι θλιμμένοι άνθρωποι. Πάντα βιαστικοί και πάντα μόνοι………..
Νίκος : …σ’ ένα ταξίδι προς το νότο. Ο Ων oν αποδημητικό και ο έρωτας περπατάει ανάμεσά τους σιωπηλός, σκυφτός, μόνος.
Γυναίκα : Έτσι σε θυμάμαι… σιωπηλό, σκυφτό, μόνο…
Νίκος : Σα γιορτή, χιλιάδες χρώματα και ‘συ να στροβιλίζεσαι ανάμεσα τους. Τόσα χρώματα μετά τη βροχή. Θεέ μου, πότε θα σταματήσει να βρέχει;
Γυναίκα : Σιωπηλό, σκυφτό, μόνο… ακόμα και τώρα που γερνάμε χωριστά… Πιο σιωπηλό από … πιο σκυφτό… πιο μόνο… και από… (τον κοιτά στα μάτια) μένα… μετρώ τις γυναίκες που πλαγιάζεις και πάντα λείπω…. (του γυρίζει την πλάτη της και απομακρύνεται)
Νίκος : Μ’ αγαπάς;
Γυναίκα : φεύγεις, χάνεσαι, χάνομαι και ‘γω. Διάφανη. Αόρατη… Κράτα με!
Νίκος : Με τι χέρια;
Γυναίκα : Κοιμάμαι;
Νίκος : Με νοιώθεις;
Γυναίκα : Μ’ αγαπάς;
Νίκος : Την ανάσα μου στο λαιμό σου όταν κοιμάσαι;
Γυναίκα : Με ψάχνεις;
Νίκος : Το άγγιγμά μου στα χείλη σου;

Γυναίκα : Με θες;
Νίκος : Το βλέμμα μου να κατασκοπεύει τα όνειρά σου;
Γυναίκα : Με ζητάς;
Νίκος : Με πονάς!
Γυναίκα : Κουράστηκα να τακτοποιώ νύχτες μακριά σου
Νίκος : Λίγη απ’ τη σιωπή σου δώσε μου να σωπάνουν οι δαίμονες, να σωπάνω εγώ… (η γυναίκα γυρνά προς το μέρος του)
Γυναίκα : Πώς με λένε;
Νίκος : Δεν θυμάμαι πια.
Γυναίκα : Τι χρώμα έχουν τα μάτια μου; (τον πλησιάζει)
Νίκος : …της λησμονιάς. (χαμηλώνει το βλέμμα του)
Γυναίκα : Τι χρώμα έχουν τα μαλλιά μου;
Νίκος : … της φυγής.
Γυναίκα : Τι ύψος έχω;
Νίκος : εγωιστικά δυσθεώρητο!
Γυναίκα : Για να μπορώ να σε κοιτώ κατάματα! (κάνει να απομακρυνθεί)
Νίκος : Στάσου! (της πιάνει το χέρι από τον καρπό)
Γυναίκα : Γιατί;
Νίκος : Μη φεύγεις.
Γυναίκα : Δεν μπορώ.
Νίκος : Περίμενέ με.
Γυναίκα : Δε θέλω!
Νίκος : Να φύγουμε μαζί.
Γυναίκα : Γιατί μου το κάνεις αυτό; (γυρίζει και τον κοιτά)
Νίκος : Πάμε τώρα! Να φύγουμε! Να το σκάσουμε! Τώρα!
Γυναίκα : Έχεις τόσα να πακετάρεις…

Νίκος : Δώσε μας λίγο χρόνο… ξανά…
Γυναίκα : …πίκρα, λόγια σκληρά, έναν έρωτα λαβωμένο και ασήκωτη μοναξιά…
Νίκος : Δεν πειράζει. θα πάρεις εσύ τα δικά σου.
Γυναίκα : Και τη μάνα σου ποιος θα την πάρει; (Με μια απότομη κίνηση απελευθερώνει τον καρπό της)
Νίκος : Άσ’ την να κάνει παρέα στη δικιά σου
Γυναίκα : Και πώς θα πακετάρεις τόση οργή;
Νίκος : Πάμε! (πάει να της πιάσει ξανά το χέρι αλλά εκείνη το απομακρύνει έγκαιρα)
Γυναίκα : Πώς θα χωρέσει σε βαλίτσες τόσο αίμα;
Νίκος : Πώς θα χωρέσουμε εμείς σε δυο ζωές;
Γυναίκα : Δεν σε ξέρω!
Νίκος : Κοίτα με!
Γυναίκα : Δε σε θυμάμαι!
Νίκος : Κοίτα με καλά! (της δείχνει το λαιμό του και μετά τα χέρια του.) Τα γνωρίζεις τα σημάδια; Δικά σου είναι!
Γυναίκα : Δε θέλω να θυμάμαι!
Νίκος : Και εγώ δικός σου είμαι.
Γυναίκα : Φύγε!
Νίκος : Μ’ εξημέρωσες. Θυμάσαι; Έχεις την ευθύνη μου!
Γυναίκα : Άσε με!
Νίκος : Θυμάσαι τα τριαντάφυλλά σου;
Γυναίκα : Δεν είσαι εδώ!
Νίκος : Γαλάζια τριαντάφυλλα.
Γυναίκα : Δεν υπάρχεις πια!
Νίκος : Ένας έρωτας γεμάτος γαλάζια τριαντάφυλλα.
Γυναίκα : Σε σκότωσα! Στα χέρια μου στάζει το αίμα σου!
Νίκος : γαλάζιο, απέραντο γαλάζιο…
Γυναίκα : Κοίτα! (προτάσσει τα χέρια της)
Νίκος : σκίζει το χώρο…
Γυναίκα : Πού είναι τα χέρια μου; (τα φέρνει κοντά στο πρόσωπό της, τα ψάχνει εναγωνίως με το βλέμμα της αλλά δεν τα βλέπει)
Νίκος : …σκίζει το χρόνο…
Γυναίκα : Πού είμαι; (κατεβάζει τα χέρια της και κοιτάζει με αγωνία γύρω της σαν να ψάχνει κάτι)
Νίκος : …σκίζει εμένα…
Γυναίκα : Ποιος είσαι;
Νίκος : ...σκίζει εσένα (της τραβά την δαντέλα με μια απότομη κίνηση)
Γυναίκα : Ζαλίζομαι… (πέφτει στη σκηνή)
Νίκος : …και μας ζωγραφίζει.
Γυναίκα : Χέρια γδύνουν την μνήμη μου. (Πανικοβάλλεται)
Νίκος : ξανά και ξανά (αφήνει την δαντέλα να πέσει στο πάτωμα)
Γυναίκα : Χέρια καίνε τις παραισθήσεις μου.
Νίκος : όσες φορές και να μας σβήνουμε (την πιάνει από τους ώμους)
Γυναίκα : Που βρεθήκαν τόσα χέρια; (τον κοιτά)
Νίκος : όσες και να χωρίζουμε
Γυναίκα : Βοήθα με!
Νίκος : Πώς;;;
Γυναίκα : Ξύπνα με!
Νίκος: (τη σφίγγει με τα χέρια του και την ταρακουνά) Με θυμάσαι; Πες μου! Με θυμάσαι, ανάθεμά σε;!;
Γυναίκα : ….(Κραυγή)…..
(τα φώτα σβήνουν στο σκοτάδι ακούγεται η φωνή του Νίκου)
Νίκος: Βιαστήκαμε να μάθουμε τη ζωή, ή ίσως η ζωή βιάστηκε να μας μάθει.

(ο προβολέας αρχίζει να τους φωτίζει με fade in. Κάθεται στα πόδια του. Αρχίζει να τον καθαρίζει από το μακιγιάζ. Όταν τελειώσει, τον κοιτά στα μάτια και τον φιλά στο στόμα)
Νίκος: μου λείπεις…. Και πονάει… πολύ…
Γυναίκα: σ’ αγαπάω….
Γιατί δεν καταφέραμε να μείνουμε μαζί; Γιατί δεν με πίστεψες πως θα γυρίσω; Γιατί δεν μου ‘δωσες ένα λόγο να γυρίσω; Γιατί αυτό που αγαπήσαμε κάποτε, είναι το ίδιο, που δεν αντέχουμε τώρα; (Πετά τα πράγματα στο πάτωμα)
Νίκος: Γιατί δεν τολμάς ποτέ να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις. Ίσως κερδίσεις το μεγάλο βραβείο, τη μεγάλη αυταπάτη!
(Τα φώτα σβήνουν.)














Σκηνή 3η

(Τα φώτα ανάβουν με fade in αργά. Ο Αλέξης είναι μπροστά από το laptop και διαβαζει. Δίπλα του κόλλες δακτυλογραφημένες, φάκελοι, γράμματα, 1 μπουκάλι ουίσκι και ένα ποτήρι με ουίσκι πάνω στο γραφείο. Στο βάθος ακούγεται η βροχή, η οποία σβήνει σιγά-σιγά. Η σκιά τον παρακολουθεί σιωπηλά στην αρχή στο σκοτάδι. Οι προβολείς φωτίζουν κάθε κομμάτι της σκηνής όπου βρίσκεται το κάθε πρόσωπο ξεχωριστά. Το σκοτάδι είναι ένα απροσπέλαστο τοίχος, που τους χωρίζει.)

Αλέξης:
Αρνούμαι ..........
και θα ήμουν πολύ ηλίθιος αν το έκανα…..
όχι, δεν θα το κάνω, δεν είμαι τόσο βλάκας, όχι….
Δεν θα πω τίποτε….
Δεν θα κολλήσω άλλη μία ταμπέλα….
μόνο……
να….
νιώθω… -σιγά μη μας ακούσουν -
νιώθω, ναι ΝΙΩΘΩ!!!
Σκιά: σσς…μη μιλάς! Μη…

Αλέξης:
είναι σαν να βγαίνεις βόλτα στο προαύλιο
μετά από μέρες εκεί μέσα
και νοιώθεις τον ήλιο να ζεσταίνει το δέρμα
σαν ευλογία
και δεν υπάρχει άλλος παράδεισος

Σκιά: Δεν υπάρχει ήλιος
Δεν υπάρχει παράδεισος
(σηκώνει το βλέμμα της ψηλά)

Αλέξης: σαν αυτά τα πέντε μέτρα εύρος
κι άλλα πέντε πίσω
να είναι ο μόνος δρόμος
κι άλλοι να μην υπήρχαν ποτέ

Σκιά: (ανοίγει τα χέρια της)
πάρε θέση λοιπόν
Σημάδεψε!

Αλέξης: και έλεγα πως φοβάμαι, φοβάμαι πως εκείνος έχει ολόκληρη την αλήθεια του απέραντου γαλάζιου….

Σκιά: κατευθείαν στην καρδιά…
(χαμηλώνει τα χέρια)

Αλέξης:
κι έλεγα πως φοβάμαι….
αυτές οι μικρές καταστροφές –στιγμιαίες ανεπαίσθητες-
μου παίρνουν τον ύπνο
αυτές οι μικρές καταστροφές
με καίνε, με καίνε
δεν φοβάμαι τίποτα άλλο
μόνο το «δεν πειράζει» το «αργότερα»
δεν φοβάμαι άλλο
παρά αυτές τις ασήμαντες απώλειες
που είναι ολόκληρη η ζωή μου

Σκιά: δεν πειράζει αγάπη μου
Έχασες εμένα
-κι ας μη μ’ είχες ποτέ
Μα έτσι θα ‘βρεις εσένα
…αργότερα…
(κουλουριάζεται στο πάτωμα σαν να θέλει να χαθεί)

(ο προβολέας φωτίζει τη γυναίκα, η οποία γράφει σε 1 μπλοκάκι)

Γυναίκα: Οικόσιτες συμπτώσεις σε περιμένουν στην αυλή. Κορμιά διάφανα να ξεδιψούν οι περαστικοί. Μουτζουρωμένα διαβατήρια, ανάσες, που σκορπούν το ξημέρωμα. Μικραίνεις το βήμα. Κοντοστέκεσαι. Ονόματα δίχως πρόσωπα. Με κοιτάς… και ύστερα τρέπεσαι σε φυγή.

(Ο Αλέξης πετάει το ποτήρι από το οποίο πίνει στο πάτωμα και κείνο σπάει)

Αλέξης:
δεν έχω τίποτα!
δεν έχω τίποτα!!
Τα κατάφερα !!!!!!
μέρες και νύχτες

(κάθεται στο laptop και αρχίζει να δακτυλογραφεί ό,τι σκέφτεται μεγαλόφωνα)

χρόνια
αναμετρήθηκα με τις αλήθειες
-δεν θα σου πω τι έγινε-
-δεν θα σου δώσω τα όπλα μου-
γιατί………
γιατί πονάει Amanda….
πολύ………
…………….
μην έρθεις….
ποτέ………
……………………
……………………
μείνε εκεί
κι αν βαρεθείς
ζήτα μου λέξεις
θα σου δώσω
να παίξεις
(η σκιά γυρίζει και τον κοιτά)

να στήνεις τις φράσεις σου πύργους
να γελάς
να τις σωριάζεις στο πάτωμα
να ξαναρχίζεις

Σκιά : πόσες λέξεις θα δώσεις για 1 βράδυ σιωπής;
Πόσες λέξεις για ακόμα 1παραμύθι;

Γυναίκα: Μ’ έταξα εδώ και μ’ ασχήμυνα. Ξεθώριασα. Μαθαίνω να περπατώ ξανά ανάμεσα στους βιαστικούς ανθρώπους, να ταιριάζω την ανάσα μου με την δική τους. Πλαγιάζω λέξεις ακατάληπτες. Το αίμα ξεράθηκε στα χέρια μου και σκορπίζει σαν τη σκόνη στους δρόμους. Ο έρωτας ξέμαθε να συλλαβίζει το όνομά σου.

Αλέξης:
ναι……..
ο έρωτας……
το μόνο που μένει…..
το μόνο
ο έρωτας………..
το φιλί…….
μια στιγμή
που οι τοίχοι ολόγυρα
πέφτουν κομμάτια
μια στιγμή ελεύθερος
παντού…… πετάω…..
μια στιγμή
ο έρωτας
είναι όλος εδώ
χωρίς χρόνο
χωρίς χρόνο Amanda
χωρίς χρόνο
είναι όλος εδώ
μια στιγμή
ο έρωτας


Σκιά: Μια στιγμή
Έτσι δεν λέγαμε πάντα;
Και ύστερα τραβούσαμε το χαλί και πέφταμε

(Η γυναίκα σκίζει μία- μία τις σελίδες από το μπλοκάκι και τις κάνει σαΐτες και αρχίζει να τις πετά σαν παιδικό παιχνίδι)
Γυναίκα: Ποτέ δεν ήταν μια στιγμή. Μικρές συνομωσίες. Εγκλήματα ιδιαζόντως ειδεχθή. Έρωτας. Μοναξιά. Πάθος. Απιστία. Αγάπη. Ο χρόνος, που παίζει μπιζ στην πλάτη μας. (γυρίζοντας προς τη σκιά)
Περπατάς ξυπόλυτη μες στη βροχή ανάμεσα στις στάλες, δίχως να βρέχεσαι.

Σκιά: δεν θέλω άλλη βροχή
Ήλιο δώσε μου! Ακούς;

Γυναίκα: Δυνάμωσε ο ήλιος. Σε σταυροδρόμια σημαδεμένα σε συναντώ. Μια λέξη, ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, ένα σύνθημα πως καταλάβαμε, μια βεβιασμένη υπόσχεση πως θα ξαναβρεθούμε. Δαγκώνω χρόνο και ονόματα ματώνουν ανάμεσα στα δόντια μου.
Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ψυχή σου γυρισμένη… (σηκώνεται και αποχωρεί από τη σκηνή.)
( ο άντρας σηκώνεται από το laptop. Ανοίγει τους φακέλους και βγάζει σαΐτες από μέσα. Τις ξεδιπλώνει και αρχίζει να διαβάζει αυτά που γράφουν επάνω.)
Αλέξης:
αυτά εγώ τα έχω γράψει
είναι δικά μου
τα βρήκα πρώτος
ξέρω το σύνθημα
-πάντα ήμουν καλός στους γρίφους-
είναι κατάδικά μου
διαβάζω τα λόγια μου
θα τα δημοσιεύσω
θα με πούνε ποιητή
μόνο εγώ ξέρω να γράφω έτσι
είμαι προμηθέας
και το μέλλον μου ανήκει
πατάω στο πτώμα σου
και σου κλέβω τα πάντα
είναι δικά μου
μου ανήκουν
(αγκαλιάζει όλα τα χαρτιά και σηκώνεται τρεκλίζοντας από το γραφείο. Γλιστράει και πέφτει πάνω στο κομματιασμένο μπουκάλι. Τα χαρτιά κοκκινίζουν. Κοιτά μέσα από το κομματιασμένο μπουκάλι.)
Γυναίκα: Νομίζω πως σε βλέπω τα βράδια. Εσύ ένας παράταιρος μάγος του Χάμελιν και ψευδεπίγραφες, αδέσποτες αναμνήσεις να σ’ ακολουθούν μέσα σε μια παράξενη μουσική στα σοκάκια της πόλης. Σβήνω την ανάσα μου από το τζάμι και ροκανίζω το σοκολατένιο μου σπίτι.
Αλέξης:
μια μόνο λέξη
γραμμένη κόκκινη
σ’ ένα σπασμένο γυαλί
βλέπω μέσα
έναν κόσμο αλλιώτικο
δεν ξέρω αν χωράω
αν χωράμε
δεν ξέρω
δεν ξέρω
δεν ξέρω
σ’ αυτό το παιχνίδι
η λέξη και η όραση
δεν ξέρω
………………
μα νιώθω
Γυναίκα: Βιάζομαι πάντα στην δουλειά. (μπαίνει στην σκηνή κρατώντας φακέλους στο ένα χέρι και μια κούπα καφέ στο άλλο και κάθεται στο γραφείο της). Όχι απαραίτητα γιατί έχω δουλειά αλλά γιατί πρέπει να υποκρίνομαι ότι έχω. Αυτό τα πρωινά. Τα βράδια είναι πιο χαλαρά. Αλλά και πάλι όλο και κάτι γίνεται και ξεχύνομαι στους διαδρόμους. Τρέχω να κρυφτώ από εκείνα τα μάτια της σιωπής που ζητούν κάτι από σένα, μια υπόσχεση, λίγο χρόνο ακόμα, μόνο λίγο... να προλάβουν ένα χάδι ακόμα. Μα εγώ δεν έχω και το βάζω στα πόδια.
Τα νοιώθω στην πλάτη μου να ικετεύουν και μετά στρέφονται στο επόμενο τρίξιμο της πόρτας. Και 'γω κρύβομαι πίσω από πολύβουες οθόνες, να καταλαγιάσει ετούτη η σιωπή ανάμεσα στις πολύχρωμες σειρήνες. Λίγο ακόμα και θα σβήσουν τα φώτα. Για λίγο. Για να φανεί καλύτερα η πόλη από μακριά. Η ζωή που βάζουμε στην αναμονή. "Η ζωή σας βρίσκεται στην αναμονή. Παρακαλώ περιμένετε" Τα μηχανήματα, οι διάδρομοι, οι άνθρωποι που χάνουμε, τα μάτια της σιωπής... ένα μικρό καλειδοσκόπιο, μια σκοτεινή καληνύχτα.
(τα φώτα χαμηλώνουν με fade out. Ο άντρας συνεχίζει να μιλά στο ημίφως.)
Αλέξης:
θέλεις να σου πω ένα αστείο;
είχα ένα μικρό πράσινο βιβλίο
που έγραφα τους στίχους μου
μέχρι μια μέρα
ο διάολος η ανιψιά μου 3 χρονών
το έκανε φύλλο και φτερό,
στο σπίτι εξαφάνισαν
τις σκισμένες σελίδες
μην τις δω και στεναχωρηθώ
ώσπου μια φορά το ξετρυπώνω
και ανοίγω το μικρό πράσινο βιβλίο
-το εξώφυλλο ήταν χοντρό και δεν σκιζόταν-
και βρήκα μόνο 2-3 σελίδες μισές
μουτζουρομένες με μαρκαδόρο
μου έφυγε η μισή μου ζωή
ύστερα είπα
θα γράψω άλλα καλύτερα
αλλά έμεινα με την επιθυμία
στο διάολο να πάει
γλίτωσα
γλίτωσε κι ο κόσμος
από έναν ατάλαντο
Γυναίκα: Βιάζομαι. Κάθε νύχτα υφαίνω σιωπηλά τσουκνιδένια πουκάμισα να στα πετάξω πριν το ξημέρωμα. Δεν προλαβαίνω και το φως σαρκάζει τη γύμνια.
(Ο Αλέξης αρχίζει να σιγοτραγουδά σαν νανούρισμα)
Αλέξης:
ίχνη σιωπής
στο κορμί της ενοχής
αφήνω ξανά
για να με βρεις

ίχνη αγάπης
στην ψυχή της απάτης
θα σβήνω ψυχρά
για να χαθείς

(σταματά να τραγουδά)

πέρασα στην άλλη όχθη
είδα το νεκρό κορμί του
η μάχη του έρωτα
το φως… το σκοτάδι… το φως
κι ένιωσα ακόμα πιο μόνος
η άλλη όχθη
χαμένη στην ομίχλη
οι νεκροί να καίγονται
σε πρόχειρες σχεδίες
έλα να πιούμε έλα
(ξαναρχίζει να τραγουδά πιο δυνατά αυτή τη φορά)
έξω βρέχει
ο νους μου τρέχει
σε μέρη μακρινά

κάνει κρύο
δεν είπες αντίο
κι έφυγες ξαφνικά

ένα ψέμα
βουτηγμένο στο αίμα
κι η αλήθεια μισή

βουβό κλάμα
της ψυχής σου το θάμα
κι αγάπη νεκρή

ξημερώνει
τίποτα δεν σε λυτρώνει
το δάκρυ λειψό

τόσοι πόνοι
ό,τι ακόμα σε πληγώνει
γάργαρο νερό

καληνύχτα
στης αγάπης τα δίχτυα
απόψε θα σε βρω
(σταματά απότομα το τραγούδι)
……………………………….
Πηγή και πληγή είναι το ίδιο
……………………..
……………………..
……………………….
έλα να πιούμε
για όλα αυτά
να πιούμε
κι έτσι μεθυσμένοι
να λέμε ασυναρτησίες
τον έρωτα τον θάνατο
ως το πρωί
μα υποσχέσου μου
όχι αλήθειες
αυτές τις χορτάσαμε
υποσχέσου μου
και προς θεού
τίποτα για μοναξιά
γιατί θα πάει μακριά
η βαλίτσα
υποσχέσου μου
κι ύστερα πάτα
την υπόσχεσή σου
και να κλείσουμε την βραδιά
μ’ ένα δυνατό γέλιο
*LOL* (γελά δυνατά)
…………………………….
…………………………….
(ξαναρχίζει το τραγούδι… ένα σπαραχτικό νανούρισμα…)
ίχνη σιωπής
αφήνω ξανά για να με βρεις
ίχνη αγάπης
θα σβήνω ψυχρά για να χαθείς

………………………..

(Μαζεύει τις σαΐτες. Τις τσαλακώνει και τις πετά στα σκουπίδια. Κάνει μεταβολή να φύγει. Κοντοστέκεται. Γυρίζει και γρήγορα τις μαζεύει από τα σκουπίδια τις αγκαλιάζει και ξεσπά σε λυγμούς)

Σκηνή 4η

(fade in. Η γυναίκα κάθεται στον γραφείο με τον υπολογιστή. Δακτυλογραφεί και μιλά ταυτόχρονα)

Γυναίκα : Σάββατο μεσημέρι. Έλα. Έχω ψήσει καφέ. Έκανα και για σένα. Όπως θα περνάς από κάτω, θα τον δεις να αχνίζει στο περβάζι. Μόνο βιάσου γιατί θα γεμίσουμε μύγες. (Σταματά να δακτυλογραφεί) Δεν ξέρω πώς τον πίνεις. Μυρίζει όμως ωραία. Πήρα και τσιγάρα. Έπλυνα τις βεράντες. Έκανα κοτσίδες τα μαλλιά μου και περιμένω. Να κοιμίσεις το μωρό και να ‘ρθείς. (Κλείνει τον υπολογιστή). Χαμήλωσα τις γρίλιες και σε περιμένω. (Σηκώνεται και πλησιάζει έναν αόρατο παράθυρο).Ο μπαμπάς και η μαμά πήγανε για μπάνιο στη θάλασσα.
(Στην άλλη άκρη της σκηνής ακούγεται ο Αλέξης στο ημίφως. Φορά καμπαρτίνα και δεν φαίνεται καθαρά. Δεν υπάρχει οπτική επαφή μεταξύ τους. Στο βάθος ακούγεται η βροχή, η οποία σβήνει με fade out..)
Αλέξης : Ακολουθώ τα βήματά σου μες στη βροχή. Περπατώ σιγά. Δε βιάζεται η βροχή. Δε βιάζομαι ούτε εγώ να σε φτάσω. Σε φοβάμαι. Φοβάμαι το βλέμμα σου. Τις ατέλειωτες μικρές συνομωσίες, που στριμώξαμε σε σύστημα δυαδικό. Περπατώ μόνος. Και σου μιλώ ξανά. Όπως τότε. Όπως κάθε στιγμή δική μας. Περπατώ και ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ. Χιλιάδες δρόμοι να κάνω πως χάθηκα, να πω πως σε ξέχασα.
(Η γυναίκα παίζει μηχανικά με ένα κινητό όσο μιλά. Το πετά αδιάφορα σε μια άκρη)
Γυναίκα : Άργησες. Άργησες και αυτό το μεσημέρι. Θα ξεπλένεις τα πιάτα, να τα βάλεις στο πλυντήριο. Παντρεύτηκες και ‘συ. Σε πήγαν στην εκκλησία, που τόσο ήθελες ενδόμυχα, και υπέγραψες «υπεταξάμην»… Πού έχω βάλει το τασάκι; Συννέφιασε. Τις πήρα τις φωτογραφίες σου. Άρχισες να εμφανίζεις και ‘συ όπως όλοι τις φωτογραφίες. Έβγαλα το τηλέφωνο από την πρίζα. Ένας μικρός ναυαγός, που ζητιανεύει λίγη θάλασσα να βγει πάλι στο ταξίδι.
(Ο Αλέξης την πλησιάζει αργά χωρίς να την βλέπει.)
Αλέξης : Δε σφυρίζω. Δε τραγουδώ. Μόνο περπατώ σκυφτός. Μετρώ τις λέξεις σου. Μετρώ τα γέλιο σου. Κρύβω το κλάμα σου. Κρύβομαι σαν παιδί από όλους. Και ήθελα τόσο να με ψάξεις. Να με βρεις. Να σου χαρίσω τις λέξεις μου. Να σου χαρίσω εμένα. Μα δε βγήκες να με ψάξεις ποτέ. Κι αυτή η βροχή. Με παίρνει μακριά. Στάλα-στάλα. Σβήνει τις λέξεις μου. Λειαίνει τα θέλω. Ξεπλένει τα πρέπει. Κύμβαλα με προσπερνούν αλαλάζοντας. Αφήνομαι να με πάρουν μαζί τους. Να χαθώ.
(η γυναίκα τον ψάχνει με το βλέμμα της νωχελικά δίχως να τον βλέπει)
Γυναίκα : Ποιος να ξέρει πού χάθηκες πάλι. Παράξενη ησυχία. Συντονισμός. Η συχνότητα της απουσίας τους έγινε ίση με την ιδιοσυχνότητα της σιωπής σου και ‘γω εδώ, πάντα εδώ, να φτιάχνω άγκυρες, δικαιολογίες φτηνές, μιας χρήσης για να μη βγω ποτέ στο ταξίδι. (Κοιτάζει πίσω της στο τραπέζι με τον υπολογιστή όπου βρίσκονται 2 κούπες καφέ). Κρυώνει ο καφές σου. Δε θα ‘ρθείς. Το ‘ξέρα. (Παίρνει τη μία κούπα στα χέρια της). Και όμως εγώ εδώ σου ετοιμάζω κάθε μεσημέρι καφέ. Καπνίζω τα τσιγάρα σου και όταν επιστρέφουν και ρωτούν λέω πως ήρθε κάποιος φίλος την τελευταία στιγμή.
(Ο Αλέξης σηκώνει τα μάτια του και το δεξί του χέρι σαν να θέλει να πλησιάσει ένα αόρατο πρόσωπο)
Αλέξης : Είναι φορές που νομίζω πως βλέπω κάποια που σου μοιάζει. Τρέχω να την προλάβω. Μα δεν ξέρω πώς μοιάζεις. (Κατεβάζει το χέρι του αργά.) Και σκυφτός προσπερνώ. Αυτήν, εμένα, εσένα. Τον Αλέξη εκείνο που ‘λεγε πως θα γίνει ποιητής. Την Ιωάννα, που ‘λεγε πως θα γίνει συγγραφέας.

(Βάζει τα χέρια στην τσέπη, γυρίζει την πλάτη του και ξεκινά να φύγει. Αλλά ακούει την φωνή της γυναίκας και σταματά.)
Γυναίκα : Αν αναρωτιέσαι τι γίνομαι. Είμαι καλά. Όμως αυτό το ‘ξερες, έτσι δεν είναι; Είμαι καλά και είμαι μόνη. Αυτό δεν το πιστεύεις. (Ανάβει τσιγάρο). Δεν την ζηλεύω τη ζωή σου. Μόνο το πώς ταιριάζεις τις λέξεις σου. Είναι όμορφα όπως μου μιλάς. Σαν ένα μικρό παιδί να έγραψε μια μικρή προσευχή, να δίπλωσε το χαρτί, να ‘κανε ένα καραβάκι και να το άφησε στο ποτάμι να το ταξιδέψει. Μα πάντα τα καραβάκια μουλιάζουν όπως προχωρούν. Μουλιάζουν και το χαρτί ανοίγει σαν λουλούδι για να μπορεί ο Θεός από όπου και αν είναι να διαβάζει την προσευχή, που πάει στη θάλασσα.
(Ο Αλέξης δίχως να γυρίσει να την κοιτάξει αρχίζει να της μιλά)
Αλέξης : Στάζει η βροχή στο πρόσωπό μου. Δεν διψώ. Δεν κρυώνω. Μόνο περπατώ. Απλά. Χωρίς γιατί. Δίχως διότι. Χωρίς κούραση. Δίχως κόσμους να κατακτήσω στο όνομά σου. Και σκύβω. Ολοένα και πιο πολύ. Ολοένα και πιο βαθιά. Και σφίγγω τα δόντια. Δεν είναι πια οι δρόμοι σου. Δεν είμαι πια ο Αλέξης σου. Δεν με χαιρετώ στους καθρέφτες, που περνώ. Κλείνω τα μάτια. Και συνεχίζω να περπατώ. Τυφλός. Κουφός. Ξένος. Κορνάρουν. Προσπερνούν πετώντας λάσπες. Συνεχίζω. Ακολουθώ τη βροχή. Ως το τέλος της πόλης. Ως το τέλος της νύχτας. Έτσι λέω πάντα. (Γυρίζει και την κοιτά κατάματα) Μα το ξέρεις πως είμαι δειλός. Φοβάμαι. Και τότε απλώνω το χέρι. Και γυρίζω σπίτι. (Σβήνει το φως που τον φωτίζει)
Γυναίκα : Να πιω τον καφέ σου; (Χαμηλώνει τα μάτια και πηγαίνει στην δεύτερη κούπα καφέ) Eσυ δε θα ‘ρθείς. Να με σκέφτεσαι άραγε καθόλου τώρα; 16:17 και η γυναίκα σου να σε κοιτά κατάματα. Μεγαλώνω και μου τελειώνουν οι λέξεις. (Κάνει πως συμμαζεύει νευρικά το γραφείο με τον υπολογιστή) Σωπαίνει το δίκιο. Σωπαίνει και το άδικο. (Σταματά κάθε της κίνηση)
Αλέξης : Με περιμένει. (Κάνει μεταβολή στο σκοτάδι να φύγει). Είναι πάντα εκεί. Και περιμένει. Δεν ξέρω γιατί βρίσκω δικαιολογίες, γιατί αργώ να πάω σπίτι. Το φαγητό με περιμένει ζεστό στο τραπέζι. Η ζωή ταχτοποιημένη. Ανοίγω το χέρι. (Το φώς του ανάβει πάλι με fade in). Η βροχή κυλά ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Γλιστρά. Χάνεται. Όπως εμείς.
(Ακούμε κουδούνισμα τηλεφώνου. Η γυναίκα κοιτά το τηλέφωνο νευρικά, σβήνει το τσιγάρο και κάθεται στο γραφείο προσπαθώντας να κρυφτεί πίσω από τον υπολογιστή.)
Γυναίκα : Το τηλέφωνο χτυπά. Κάνω πως δεν είμαι εδώ. Δεν πλησιάζω τα παράθυρα μήπως με δουν. Παίρνω μια κουβέρτα. Σκεπάζομαι. Και κοιτώ την πόρτα.
(Σβήνει το φως που την φωτίζει)
Αλέξης : Νύχτα. Βρικολάκιασε η ψυχή μου. Κατοικεί το κορμί μου μόνο όταν δεν την βλέπει κανείς. Το ξημέρωμα τη βλέπω να αχνίζει στους παγωμένους δρόμους. Λέω πως δεν θα ξαναρθεί. Μα κάθε βράδυ έρχεται. Και τότε παίρνω τους δρόμους.
(Ακούμε την γυναίκα να μιλά στα σκοτεινά καθώς δακτυλογραφεί. Το πρόσωπό της φωτίζεται από την οθόνη του υπολογιστή)
Γυναίκα : Λέξεις. Χιλιάδες λέξεις. (Παίρνει έναν πάκο χαρτιά και τον πετά προς τα πόδια του) Όσες είπαμε και όσες δε θα πούμε ποτέ. (Σηκώνεται) Η σιωπή ουρλιάζει μέσα μου. (Βάζει τα χέρια της στα αυτιά της και γονατίζει) Με ξεκουφαίνει. Κατασπαράζει τις σάρκες μου. Ο χρόνος περνά. Και ‘γω έχω ολοένα και λιγότερη σάρκα να την ταΐσω, λιγότερο αίμα να ξεδιψάσει. Παρ’ την. Εσένα σε φοβάται.
Αλέξης : Μεγαλώνω. Γερνάω. Ξεπουληθήκαμε. Τόσο φτηνά, που ούτε το καταλάβαμε πότε.

(Σηκώνει το κεφάλι της.. Ανακάθεται και αφουγκράζεται.)
Γυναίκα : Νομίζω πως βρέχει. Έχω ανάγκη τη βροχή. Γλιστρώ από τις τρύπες, βγαίνω από το σπίτι και σκορπίζομαι μακριά δίχως να με δει κανείς. Μέχρι να φτάσω στη θάλασσα. Τότε θυμάμαι πως δεν ξέρω κολύμπι. -Πώς στην ευχή γίνεται και πάντα ξημερώνει εκείνη τη στιγμή-. Στεγνώνω. Θρυμματίζομαι. Χτυπά το ξυπνητήρι. Και φεύγω για τη δουλειά.
Αλέξης : Κάποτε τον μισούσα τον χρόνο. (Βγάζει γραμμένες, σκισμένες και τσαλακωμένες κόλλες από την τσέπη του). Έπαιρνε τους ανθρώπους μακριά. (Συνεχίζει να βγάζει και πετά τις τσαλακωμένες κόλλες από τις τσέπες του) Σαν άνεμος σκορπούσε τα πάντα. Μα είναι χρόνια τώρα που σκόρπισε και το μίσος μου.
Γυναίκα : Κρυώνω. (Τον κοιτά)
Αλέξης : Ξεχνώ…
Γυναίκα : Θα μας βρουν. (Τον πλησιάζει)
Αλέξης : Και λοιπόν;
Γυναίκα : Τι θα πούμε; (Τον πιάνει από τα ρούχα)
Αλέξης : Στον Νίκο;
Γυναίκα : Σε ποιόν;
Αλέξης : Στους άλλους;
Γυναίκα : Γιατί; Πρέπει να πούμε κάτι; (Τον αφήνει και κάνει να φύγει)
Αλέξης : Σε μας; (Την πιάνει από το μπράτσο)
Γυναίκα : Τι;
Αλέξης : Σε μας τι θα πούμε; (Την γυρίζει προς το μέρος του)
Γυναίκα : Τίποτα.
Αλέξης : Έτσι λες; (Την τραβάει κοντά του)
Γυναίκα : Χτυπά το τηλέφωνό σου. (προσπαθεί να τραβηχτεί)
Αλέξης : Ας’ το να χτυπά.

Γυναίκα : Σε ψάχνουν.
Αλέξης : Κάποιον άλλον ζητούν.
Γυναίκα : Ο γιος σου είναι άρρωστος. (παλεύει να ξεφύγει χωρίς να τον κοιτά)
Αλέξης : Κόρες έχω.
Γυναίκα : Η γυναίκα σου κλειδώθηκε έξω από το σπίτι.
Αλέξης : Θα της ανοίξει η μάνα της.
Γυναίκα : Ξέχασες να πληρώσεις το ηλεκτρικό.
Αλέξης : Το πληρώνει εκείνη.
Γυναίκα : Αύριο πρέπει να παρουσιάσεις την εργασία σου στο αφεντικό σου.
Αλέξης : Μ’ απέλυσε.
Γυναίκα : Η γυναίκα σου βρήκε τις λέξεις μας. (Στέκεται και τον κοιτά)
Αλέξης : Ποτέ δεν τις βρίσκει όλες (Χαλαρώνει το σφίξιμο)
Γυναίκα : Τις πέταξε στα σκουπίδια.
Αλέξης : Ωραία, θα μας βρούνε εκείνες μετά. (Την αφήνει)
Γυναίκα : Βρήκε το κρυμμένο αλκοόλ
Αλέξης : Ποτέ εκείνο που τρέχει στις φλέβες μου (Ψάχνει τις τσέπες του. Βγάζει ένα μικρό πορτοκαλί αναπτήρα. Προσπαθεί να τον ανάψει. Μάταια.)
Γυναίκα : Το πέταξε και αυτό.
Αλέξης : Ένα σπίρτο. Τις σιωπές μου για ένα σπίρτο τόσο δα. (Πετά τον αναπτήρα)
Γυναίκα : Έτσι απλά. (Μαζεύει τον αναπτήρα από κάτω.)
Αλέξης : Να γίνει ο κόσμος –λίγο- πιο φωτεινός.
Γυναίκα : Κοίτα με. (Ανάβει τον αναπτήρα και τον φέρνει στο πρόσωπό της)
Αλέξης : Να πέφτουμε φλεγόμενοι. Μικρές ευχές στα σκοτεινά.

Γυναίκα : Κλείσε τα μάτια σου και κοίτα με. (βάζει το χέρι της πάνω από τη φλόγα)
Αλέξης : Πώς χαϊδεύεις τη φωτιά; (Τραβά το χέρι της)
Γυναίκα : Έρχομαι πάντα πίσω σου σαν το σκυλί.
Αλέξης : Πως αγκαλιάζεις τον άνεμο;
(η γυναίκα φυσά τον αναπτήρα και τον σβήνει.)
Γυναίκα : Ακολουθώ τα βήματά σου σαν την βροχή. (Πετά τον αναπτήρα)
Αλέξης : Πως αγαπάς ένα ψέμα;
Γυναίκα : Καιροφυλακτώ για τα λάθη σου (Σηκώνεται)
Αλέξης : Πώς ζεις;
Γυναίκα : …τις στιγμές που λιποψυχάς, (παίρνει τα χαρτιά από το πάτωμα)
Αλέξης : Πως περνούν οι μέρες;
Γυναίκα : λεηλατώ το παραμιλητό σου (τα μαζεύει βιαστικά σε έναν φάκελο)
Αλέξης : Πώς βρυκολακιάζουν οι νύχτες;
Γυναίκα : …τα όνειρά σου
Αλέξης : Τόσες λέξεις για να πω πως σε ξέχασα, (την πλησιάζει)
Γυναίκα : …τις λέξεις σου
Αλέξης : τόσες ανάσες, (της παίρνει το φάκελο από τα χέρια)
Γυναίκα : …τη μουσική σου
Αλέξης : τόσο κρύο… (τον πετά στο πάτωμα)
Γυναίκα : και μόλις παραδοθείς,
Αλέξης : για κείνα που προσπέρασα (πηγαίνει να την φιλήσει)
Γυναίκα : πετώ το κορμί σου στα σκυλιά (τραβιέται και γελά δυνατά)
Αλέξης : μια λεξούλα τόση δα
Γυναίκα : Μ’ έταξα εδώ και μ’ ασχήμυνα.
Αλέξης : τόσα κατά συνθήκη ψεύδη μακριά…

Γυναίκα : Θυμάσαι;
Αλέξης : (κάθεται στον υπολογιστή της και αρχίζει να δακτυλογραφεί) log in, username, password, sign out…
Γυναίκα : Ένα τσιγάρο
Αλέξης : ονόματα δίχως πρόσωπα
Γυναίκα : θέλω ένα τσιγάρο, τώρα. (Ο Αλέξης βγάζει από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα και της το πετά.)
Αλέξης : ταξίδια απόγνωσης να ξεφύγω από μένα
Γυναίκα : και φωτιά
Αλέξης : νοικιασμένοι παράδεισοι με κορμιά δανεικά (ψάχνει τα αρχεία του υπολογιστή της)
Γυναίκα : γιατί πρέπει να ζητώ φωτιά ξεχωριστά; (της πετά έναν αναπτήρα από το γραφείο)
Αλέξης : κορμιά που κέρδιζε το καλύτερο ψέμα
Γυναίκα : γιατί πρέπει να πλαγιάζω χωριστά κορμί και ψυχή;
Αλέξης : εσένα που μειοδότησες (παίρνει 1 cd από την μονάδα του υπολογιστή)
Γυναίκα : δωσ’ μου τσιγάρο
Αλέξης : και χάθηκα τόσο κοντά (κλείνει τον υπολογιστή και βάζει το cd σε μία θήκη)
Γυναίκα : δωσ’ μου φωτιά
Αλέξης : που κρυώνω στην παγωνιά σου (παίρνει την κούπα με τον καφέ)
Γυναίκα : δωσ’ μου κάτι από μένα
Αλέξης : μυρίζω όπως οι εραστές σου (πίνει καφέ)
Γυναίκα : κάτι από σένα
Αλέξης : κρύβομαι στα σεντόνια σου (βάζει το cd στην τσέπη του)
Γυναίκα : κάτι να σκεπάσω την γύμνια μου
Αλέξης : και τα λόγια σου με ρίχνουν στο κενό (αφήνει την κούπα να πέσει στο πάτωμα)
Γυναίκα : δεν θέλω να με βλέπεις έτσι
Αλέξης : δεν μπορώ… (την πλησιάζει και της παίρνει το πακέτο με τα τσιγάρα)
Γυναίκα : δεν θέλω κανείς να με βλέπει έτσι
Αλέξης : θέλω… (βγάζει ένα τσιγάρο από το πακέτο)
Γυναίκα : γίνομαι διάφανη
Αλέξης : αλλά… (το φέρνει στο στόμα)
Γυναίκα : δεν με βλέπεις
Αλέξης : δεν μπορώ…. (το ανάβει)
Γυναίκα : …αλλά μ’ ακούς,
Αλέξης : πέρασε πολύς καιρός από τότε (απομακρύνεται)
Γυναίκα : το ξέρω,
Αλέξης : ξεχαστήκαμε (πηγαίνει στο δικό του γραφείο)
Γυναίκα : μ’ ακούς,
Αλέξης : αλλάξαμε κώδικες και κωδικούς. Τα δάχτυλά μας δε γνωρίζονται πια (αφήνει το τσιγάρο στο τασάκι που υπάρχει πάνω στο γραφείο)
Γυναίκα : να καίγομαι
Αλέξης : δεν είσαι εδώ (βγάζει την καμπαρτίνα και ανοίγει τον υπολογιστή του και ανάβει το φως που φωτίζει το δωμάτιο του.)
Γυναίκα : να χάνομαι
Αλέξης : ποτέ δεν ήσουν (την ακουμπά στην πλάτη της καρέκλας)
Γυναίκα : στέκεσαι εκεί σιωπηλός
Αλέξης : και αυτό πονά (κάθεται στην καρέκλα και την κοιτά)
Γυναίκα : και είναι η απόσταση ένας άθραυστος γυάλινος τοίχος
Αλέξης : μα εσένα δεν σε νοιάζει (ανοίγει τον υπολογιστή του)
Γυναίκα : θέλω να τον σπάσω (τον κοιτά)
Αλέξης : δεν χόρτασες μικρή μου ακόμα;
Γυναίκα : θέλω να κρυφτώ πίσω από αυτόν (πηγαίνει στον δικό της υπολογιστή)
Αλέξης : δεν ξεδίψασες;
Γυναίκα : πνίγομαι. (κάθεται στην καρέκλα)
Αλέξης : τι στο διάολο θες ακόμα από μένα;
Γυναίκα : τα θέλω που σκόρπισα, που αντάλλαξα με χαντρούλες και καθρέφτες, τα θέλω που πούλησα τόσο βιαστικά (φέρνει τα χέρια της στους κροτάφους της, στα μαλλιά της και σηκώνει το κεφάλι ψηλά)
Αλέξης : δεν είναι εδώ!
Γυναίκα : …μαζεύονται, γίνονται κίτρινος, μωβ, παρδαλός πυρετός (κατεβάζει τα χέρια στο κορμί της)
Αλέξης : φύγε!
Γυναίκα : και μετά χάνομαι ξανά….
Αλέξης : σταμάτα πια!
Γυναίκα : πιάσε το χέρι μου (του απλώνει το χέρι)
Αλέξης : φύγε σου λέω!
Γυναίκα : έλα και ‘γω θα σε κατασπαράξω αν δεν έχεις τα κότσια να το κάνεις εσύ πρώτος.
Αλέξης : Σταμάτα!
Γυναίκα : μαδάω μια μνήμη μαργαρίτα
Αλέξης : Θα μ’ ακούσεις για μία και μόνη φορά στη ζωή σου;
Γυναίκα : εΣύ ανθίζεις στο κρεβατάκι σου (χαϊδεύει την κοιλιά της)
Αλέξης : Σταμάτα!!!
Γυναίκα : εσΥ υπολογίζεις το Φ.Π.Α. της (δείχνει κάποιον στο σκοτάδι στη μεριά του κοινού)
Αλέξης : Πόσο ακόμα;
Γυναίκα : και εσύ μαζεύεις τη βροχή (δείχνει τον Αλέξη)
Αλέξης : Πόσες λέξεις σου ‘μείναν ακόμα;
Γυναίκα : κρυφτείτε πριν μας μαδήσει ο χρόνος (σβήνουν τα φώτα, που φωτίζουν τη σκηνή.)
Αλέξης : Έστησα ξόβεργες παντού. Την πάτησες.
Γυναίκα : (ανάβει ένα κερί στο γραφείο με τον υπολογιστή με τον πορτοκαλί αναπτήρα). Πού όμως;
Αλέξης : Όσες έστειλες και όσες θα στείλεις δεν επιστρέφονται. Μετά την απομάκρυνση από την καρδιά ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. (Ανάβει το φως που φωτίζει το δωμάτιο του.)
Γυναίκα : όπου και αν πάω, ό,τι και αν κάνω
Αλέξης : Κάθομαι και περιμένω όπως πάντα. Σαν το σκυλί καιροφυλακτώ για τη στιγμή που θα σου τελειώσουν οι λέξεις. Κακό σκυλί. Μόνο…
Γυναίκα : (Αρχίζει να λύνει τις πλεξίδες των μαλλιών της) Πάντα γυρίζω εδώ.
Αλέξης : Όλες σου οι λέξεις. Όλες. Εκτός από μία…
Γυναίκα : Σαν ψίχουλα τις σκόρπισα και όταν πεινώ, γυρνώ πίσω σε σένα να χορτάσω.
Αλέξης : Και είναι αυτή που φοβάμαι. Είναι αυτή που με κάνει να παίρνω τους δρόμους.
Γυναίκα : Γυρνώ το χρόνο πίσω. Καλύπτω με make up τις μελανιές, με conciler τους μαύρους κύκλους, πλέκω τα μαλλιά κοτσίδες και έρχομαι σε σένα.
Αλέξης : Χρόνια τώρα. Οπλίζω τις λέξεις σου. Ακονίζω τα μαχαίρια σου, τα νύχια και τα δόντια σου. Τεντώνομαι πάνω στους στόχους σου. Μα είσαι και θεόστραβη εκτός από κουφή, πανάθεμά σε, και τότε τους παίρνω και τους στήνω μπροστά σου.
Γυναίκα : Όπως την πρώτη φορά. Κάθε φορά τη σκηνοθετώ και κάπως αλλιώς. Μη με βαρεθείς. Μη με αλλάξεις σαν τις αναμνήσεις.

Αλέξης : Τι άλλο να κάνω; Πες μου! Τι;
Γυναίκα : Σ’ αρέσω απόψε; Ή μήπως μεγαλώσαμε πολύ για αυτά;
Αλέξης : Έφυγες! Δεν έφυγες; Τι θέλεις απόψε στη σκέψη μου; Τι θέλεις; Πες μου! Και ‘γω θα στο δώσω. Όπως κάνω πάντα. Και ‘συ κατόπιν θα χαθείς ξανά.
Και έπειτα ένα βράδυ. Ένα μικρό μήνυμα. Κάτι που θες. Πάντα κάτι θα θες. Εκεί που λέω πως σε ξέχασα. Εκεί που στοιχηματίζω πως με ξέχασες. Και όλα γίνονται κομμάτια. Χιλιάδες μικρά γυαλιά, νερό που πίνω στην υγειά σου κούκλα μου.
Γυναίκα : Μήπως βαρέθηκες;
Αλέξης : Μία μικρή βοήθεια. Έτσι δε λες; Μια μικρή χάρη. Κάτι για το internet, για τα κείμενα σου. Πάντα υπάρχει μια αφορμή. Ένα αθώο σπρώξιμο και μια ελεύθερη πτώση μετά.
Γυναίκα : Έβγαλα τη ζωή μας στο γιουσουρούμ.
Αλέξης : Πάρε τους Κώδικες, πάρε τις λέξεις μου. Πάρε ό,τι θες αφού δεν θες εμένα. Και φύγε ξανά.
Γυναίκα : download for free. Μα δεν πάτησε κανείς. Μήνες τώρα. Ούτε ένας χαμένος μπανιστιρτζής.
Αλέξης : Δεν έχω άλλες λέξεις. Σταμάτησα να γράφω. Λέω πως δεν προλαβαίνω, πως δεν κατάλαβε κανείς, πως είμαι ατάλαντος. Χιλιάδες μαλακίες για να μην σέρνεσαι ανάμεσα στις λέξεις μου, να μην ανασαίνεις τις ανάσες μου, να μη θηλάζεις το αίμα μου, να μη καταπίνεις την φωνή μου.
Γυναίκα : Πάμε ακόμα έναν γύρο;
Αλέξης : Τι θες;
Γυναίκα : (Γυρίζει την καρέκλα και το κορμί της προς την μεριά του.) Χαρτοπαικτική λέσχη «ο Μαύρος Γάτος». Μοναδικά -πλην όμως επίλεκτα- μέλη, εγώ και εσύ.

Αλέξης : Φύγε. Σώπασε. Σκοτείνιασε.
Γυναίκα : Τι θα ποντάρεις απόψε;
Αλέξης : Σκύψε και πέσε σαν την βροχή πάνω μου.
Γυναίκα : Εγώ ποντάρω το κορμί μου. (Κάθεται στην πλάτη της καρέκλας και σταυρώνει τα χέρια της πίσω από το κεφάλι της)
Αλέξης : Και όπως θα με καις, θα δεις πως δεν έχω τίποτα πια να σου δώσω. Σκότωσέ με. Δεν θα πούμε τίποτα πουθενά. Και ύστερα πάρε τις λέξεις και τρέξε μακριά να σωθείς.
Γυναίκα : Εσύ; Τι έχεις για μένα απόψε;
Αλέξης : Μα να θυμάσαι πως όπου και να σε πας, πάντα θα σε βρίσκεις και τρομαγμένη θα τρέπεσαι ξανά σε φυγή.
(εμφανίζεται η σκιά πίσω από την πλάτη του και τον αγκαλιάζει)
Αλέξης: Πού να ζητήσω λίγο οίκτο; Δεν μπορώ να νοιώθω την ανάσα σου στο αυτί μου. Μη μου ζητάς. Τίποτα. Λέξη. Σςςςς (φέρνει τον δεξί δείκτη στο στόμα του). Τέλειωσε.
Γυναίκα : Κυρίες και κύριοι… Στοιχηματίστε!
(Η σκιά τον φιλά στον λαιμό.)
Αλέξης : Εγώ τελείωσα.
(Κλείνει τα μάτια του και σωπαίνει για μια στιγμή. Ύστερα γυρίζει ξαφνικά, πιάνει την σκιά, την φέρνει, την καθίζει στα πόδια του και την φιλά στο στόμα)
Αλέξης : Αγρίμι μου, μικρό μου αγριμάκι, δεν μεγάλωσες ποτέ…
Σκιά : Black Jack!
Γυναίκα: Μαθαίνεις…
Αλέξης : Δεν είμαι ο άνθρωπος της βροχής, ούτε η βροχή. Βοτσαλάκι μικρό είμαι στα χέρια σου, που το πετάς για να παίξεις, στοιχηματίζοντας με τους άλλους, πόσο μακριά θα πάει. Τόσους παραλλήλους, τόσα χρόνια, τόσες ζωές μακριά.
Σκιά : Πόσες …

Γυναίκα : …από μένα…
Σκιά : …αντέχεις;
Γυναίκα : Αντέχεις;
Σκιά : Άναψε…
Γυναίκα : ένα τσιγάρο (Ανάβει τσιγάρο)
Σκιά : …για μένα (του χαϊδεύει τα μαλλιά)
Αλέξης : Τι κάνεις;
Σκιά : Τι θες να κάνω;
Αλέξης : Θα το κάνες;
Γυναίκα : Πάντα μπορώ…
Σκιά : …να πω ψέματα
Αλέξης : Μην πεις τίποτα (Βάζει τα δάχτυλά του στο στόμα της σκιάς.) Για μια φορά μην πεις τίποτα. Μόνο μείνε εδώ.
Γυναίκα : Το ξέρεις πως δεν γίνεται αυτό.
Αλέξης : Πες ψέματα. (Βάζει τα χέρια του στην μέση της σκιάς.) Είμαστε καλοί σ’ αυτό.
Γυναίκα : Δεν έχουμε χρόνο.
Αλέξης : Έχουμε τη βροχή.
Σκιά : Δώσε μου σώμα.
Γυναίκα : Δώσε μου αίμα.
Αλέξης : Πάρε με…
(Ακούγεται κλάμα μωρού. Ανάβουν τα φώτα και ο Αλέξης εγκαταλείπει τη σκηνή τρέχοντας.)

Σκηνή 5η

(Στο πάτωμα της σκηνής είναι σχεδιασμένος ένας ιστός αράχνης. Η γυναίκα είναι ξαπλωμένη σ’ αυτόν. Ο Νίκος είναι πάνω στην σκηνή και ο Αλέξης κάτω από τη σκηνή.)

Σκιά: This little piggy went to market (γυρίζει τη γυναίκα ανάσκελα)
Αλέξης: Διάλεξε χρώμα
Σκιά: This little piggy stayed home (της δένει μια μωβ κορδέλα στο δεξί χέρι)
Νίκος: Διάλεξε τη μέρα
Σκιά: This little piggy had roasted beef (της δένει μια κόκκινη κορδέλα στο αριστερό χέρι)
Αλέξης: Διάλεξε όνομα
Σκιά: This little piggy had none (της βγάζει το δεξί παπούτσι και το πετά στον Αλέξη)
Νίκος: Διάλεξε παραίσθηση
Σκιά: And this little piggy went oh-oh-oh…. (Δείχνοντας το αριστερό πόδι)
Αλέξης: Διάλεξε εμένα
Νίκος: Εμένα!
Αλέξης: Λεηλατώ τις λέξεις σου
Νίκος: Ελέγχω τις σιωπές σου
Αλέξης: Έλα να παίξουμε μικρό μου αγρίμι. Σήμανε δώδεκα.
Νίκος: και ‘μεις μισοί
Αλέξης: (ανεβαίνει στη σκηνή και δένει το χέρι του με τη μωβ κορδέλα) Απόψε δεν φεύγω. Ακούς; Σήκω να με διώξεις!
Νίκος: Δεν υπάρχεις. Ο χρόνος έσβησε τα σημάδια (Λύνει την κόκκινη κορδέλα και την πετά). Έσβησε και σένα. Σιγά-σιγά όπως ήρθες.

Αλέξης: Μου ανήκεις. (Σέρνει αργά το δείκτη του πάνω από το μέτωπο ως τα χείλη της). Μία νύχτα. Μια νύχτα σ’ αντάλλαγμα μιας ζωής.
Νίκος: (της πετά ένα δαχτυλίδι) Μια υπόσχεση που έληξε. (Βγάζει έναν αναπτήρα.) Αυτό δεν θα το χρειαστείς απόψε. ( Πετά τον αναπτήρα στο γραφείο της. Βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. Το ανοίγει και από μέσα βγάζει μια κιμωλία.) Θες να παίξεις ξανά; (Βγάζει τα καλώδια του υπολογιστή. Πιάνει την σκιά και την δένει πισθάγκωνα μ’ αυτά. Η γυναίκα πετάγεται τρομαγμένη. Της πετά την κιμωλία). Πάμε λοιπόν. Φώτα! (Σβήνουν όλα τα φώτα εκτός από έναν προβολέα που φωτίζει μόνο την γυναίκα και τον Αλέξη)
Αλέξης: (την παίρνει αγκαλιά και κοιτάζοντας τον Νίκο την φιλά στο λαιμό) Μια νύχτα. Η τελευταία που γυρνάω στους δρόμους. Η τελευταία που γυρίζω σε σένα.
Νίκος: (φιλά στο στόμα τη Σκιά. Η γυναίκα προσπαθεί να σηκωθεί και να πάει στην σκιά αλλά ο Αλέξης την κρατά δεμένη). Κάτι σπαρταρά μέσα σου ακόμη μικρή μου;
Αλέξης: Δεν θα φύγεις. Όχι απόψε. Απόψε είσαι δική μου. Δεν θέλω ξεροκόμματα. Εγώ και εσύ. (τη σηκώνει) Με βλέπεις. Σε νοιώθω. Όχι άλλες συμμαχίες. (λιώνει με το παπούτσι την κιμωλία στο πάτωμα) Όχι άλλα ταξίδια.
Νίκος: Δε βαρέθηκες να παίζεις σε ένα χαμένο παιχνίδι;
Αλέξης: (τραβά τη γυναίκα που κοιτά το Νίκο. Της στρέφει το πρόσωπο προς το μέρος του.) Θυμάσαι;
Νίκος: Λέξεις; Κατάντησες αστείος.
Αλέξης: 0 1
Νίκος: 2 (η γυναίκα κοιτά τη σκιά και προσπαθεί να πάει προς το μέρος της)
Γυναίκα: Άφησε την!
Αλέξης: 0 0 1 (την γυρίζει πίσω)

Νίκος: 2 (στέκεται πίσω από τη σκιά και βάζει τα χέρια του γύρω από το λαιμό της σαν να θέλει να την πνίξει)
Αλέξης: 1 (η γυναίκα βγάζει ένα μικρό στιλέτο από το στήθος της και το γυρίζει προς την κορδέλα)
Νίκος: (κατεβάζει τα χέρια του αργά στο στήθος της) 2
Αλέξης: 1 0 (η γυναίκα γυρίζει προς τη σκιά και πετά το στιλέτο στα πόδια του Νίκου)
Νίκος: 2 (πατά το στιλέτο με το πόδι του)
Αλέξης: 0 1 0
Νίκος: should I pick up a number? 2 (σπρώχνει το στιλέτο ξανά προς το μέρος της)
Αλέξης: 1 0 1 (σηκώνει το στιλέτο και το βάζει στο χέρι της γυναίκας)
Νίκος: boring…. 2 ( με τον δείκτη ακολουθεί το περίγραμμα του προσώπου της και στο τέλος τον ακουμπά στα χείλη της)
Αλέξης: 0 (σφίγγει το στιλέτο ανάμεσα στα χέρια τους)
Νίκος: (λύνει τη σκιά. Τα χέρια της είναι ματωμένα. Τα πλησιάζει στο πρόσωπό του και τα γλύφει. Την πετά πάνω στον ιστό.) 2
Αλέξης: (κόβει την μωβ κορδέλα) 1
(η γυναίκα κλωτσά τη σκιά έξω από τον ιστό. Προσπαθεί να βγει και αυτή αλλά ο Αλέξης την αρπάζει. Τα φώτα σβήνουν.)

Σκηνή 6η

(Ανάβει ένας προβολέας απότομα και βλέπουμε τη σκιά να πετάγεται από εκεί που κοιμόταν γονατιστή με τα χέρια να απλώνονται σαν να ψάχνουν 1 άλλο ζευγάρι χέρια.)

Σκιά: Μαμά, όνειρο παράξενο με στοίχειωνε χτες κάποιους τόνους κόκκινο πριν το ξημέρωμα. Ήτανε λέει… –Μ’ ακούς μαμά;- άνθρωποι με μαύρες κουκούλες στα πρόσωπά τους. Και με πήραν, μαμά. Τους είδα να με παίρνουν. Μα εγώ είμαι ακόμα εδώ. Αναπνέω. Βλέπω. Αισθάνομαι. Ποια πήραν τότε;
Και είδα το πεθαμένο μου κορμί θαμμένο. Τ’ όνομά μου πάνω σ’ ένα σταυρό. Όλα όσα δεν κατάφερα να μισήσω να σεργιανούν πάνω μου. Μα εγώ είμαι ακόμα εδώ. Αναπνέω. Βλέπω. Αισθάνομαι.
Άκουγα πλήθη να ψιθυρίζουν ότι η θάλασσα ξέρασε το κορμί μου μια νύχτα με πανσέληνο. Μα κανένας από αυτούς δεν με άκουσε ποτέ.
Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα μαμά;

(Τα φώτα σβήνουν με fade out.)

Σκιά: Φοβάμαι μαμά…
………..
Φοβάμαι!!

Όλοι μας έχουμε τους σκελετούς μας κρυμμένους στη ντουλάπα μας. Αλλά οι δικοί μου έχουν όνομα μαμά. Κατερίνα. Μαρία. Νίκος. Αλέξης. Ιωάννα. Και έρχονται και άλλοι μαμά. Στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Και εγώ πνίγομαι. Προσπαθώ να πάρω ανάσα μα δεν μπορώ. Απλώνω τα χέρια σε βοήθεια. Και έρχονται ολοένα, σιωπηλοί, με μάτια άδεια. Προσπαθώ να τους σπρώξω με τα χέρια μου να φύγουν. Να βγουν έξω από τη ντουλάπα, μα δεν μπορώ. Είμαι μέσα στη ντουλάπα και έρχονται, μωβ, παγωμένοι και κάθονται ανέκφραστοι δίπλα μου. Δεν αντέχω άλλο αυτά τα παγωμένα χέρια μαμά. Τις ισοηλεκτρικές γραμμές. Τα άσπρα σεντόνια. Θέλω να φύγω να βγω από αυτή τη ντουλάπα, να βγω από αυτή τη ζωή. Μα δεν μπορώ. Και συνεχίζω να αρχειοθετώ τους ανθρώπους που σκοτώνω. Και είναι πολλοί μαμά. Και θα γίνουν περισσότεροι.
Ακούς μαμά;
Ή είσαι κλεισμένη στη δική σου ντουλάπα; Αρχειοθετημένη.

Σκηνή 7η

Γυναίκα: (κρατά μια κορνίζα με μια φωτογραφία στην αγκαλιά της) μ' άφησες να ξεχαστώ. γιατί; σώπασαν τα χέρια μου.
άσε με να σε συλλαβίσω απ' την αρχή. λίγη σκιά δώσε μου μόνο τούτη τη νύχτα και μια στάλα έλεος. ουρλιάζει η σιωπή μέσα μου. ακούς;
(Η γυναίκα οπισθοχωρεί σιγά-σιγά και αφήνει την κορνίζα πάνω στο γραφείο. Ξαφνικά ο Νίκος την πιάνει από πίσω και την ακινητοποιεί κλείνοντας με το ένα του χέρι το στόμα της και τυλίγοντας το άλλο γύρω από τη μέση της.)
Νίκος: Σου το ‘χα πει πως είμαι η κόλαση. Νόμιζες πως θα μπορούσες να φεύγεις όποτε ήθελες, ε; Με γέμιζες ενοχές για όλα, πως είμαι εγώ ο κακός και ‘συ η τέλεια και θα ‘φευγες τόσο απλά; Ενοχές για όταν κάναμε έρωτα ή sex όπως το ‘λεγες εσύ. Ενοχές, που δε σε ικανοποιούσα, ενοχές, που ήμουν λίγος, ενοχές, που ήμουν εγώ!
(Την πετάει στο πάτωμα. Εκείνη προσπαθεί να ξεφύγει. Την πιάνει από το πόδι και την τραβά προς το μέρος του. Τη γυρίζει ανάσκελα και την ακινητοποιεί.)
Όχι πια! Είμαι ελεύθερος. Μ’ ακούς; Ελεύθερος! Απαλλάχτηκα από σένα και την μαυρίλα σου. Και ξέρεις γιατί πήγα μαζί τους; Για την ηδονή. Και την ένιωσα! Ακούς; Όπως ποτέ μαζί σου. Όλο κανόνες και πρέπει ήσουν. Όχι πια!
(Της σκίζει τα ρούχα με μανία και ετοιμάζεται να την βιάσει. Ξαφνικά σταματά αηδιασμένος και τραβιέται από πάνω της.)
Μ’ έκανες να νιώθω βρώμικος όταν έκανα έρωτα μαζί σου. Θεωρίες, θρησκείες, συγγενείς, απαιτήσεις, τσακωμοί, χιλιάδες «αντίο»,
«αν» και «γιατί», μπανιστηρτζίδες νταβατζήδες στο κρεβάτι μας. Έρωτα ήθελα να κάνουμε και μου ’λεγες «μη με πηδάς!». Δε θα σ’ αφήσω να με κάνεις σαν και σένα γιατί είσαι σάπια μέσα σου. Με αηδιάζεις. Είσαι νεκρή μέσα σου! Ακούς; Νεκρή!!!
(Η γυναίκα κλαίει βουβά στα πάτωμα)
Γυναίκα: Σ’ αγαπάω… Σ’ αγαπάω… Σ’ αγαπάω… Πόσες φορές σου το ‘πα;
Νίκος: Πόσες φορές το εννοούσες; Πόσες φορές σου φώναξα μη μ’ αφήνεις μόνο; Χάνομαι! Τι σου ζήτησα; Να μη μ’ αφήσεις μόνο και ‘συ έτσι απλά έκλεινες το τηλέφωνο και έβγαινες με τους φίλους σου.
Μ’ έσβηνες τόσο απλά, μ’ ένα κατεβασμένο τηλέφωνο, που τρελαινόμουν! Και ‘γω μέσα στον πόνο, στην οργή και το αλκοόλ, έφευγα σαν κυνηγημένος από το σπίτι, έψαχνα κάπου να πιαστώ και να μη σ’ έχω ανάγκη πια. Χαρακωνόμουν κρυφά από όλους μέσα σε ένα chat room, πάνω από ένα τηλέφωνο. Καλοκαίρι και ‘γω κυκλοφορούσα με μαύρα ζιβάγκο να μη φαίνονται τα σημάδια.
Μου ‘μαθες την αγκαλιά, το μαζί… έτσι απλά για να μ’ αφήνεις μόνο, όποτε σου ‘κανε κέφι!
Γυναίκα: Δε σ’ αφήνω μόνο. Ποτέ δε σε άφησα.
Νίκος: Δεν έχω άλλα δάκρυα για σένα. Δεν έχω άλλο αίμα. Δεν έχω άλλες αντοχές. Σε παρακαλώ. Δεν λυγίζω πια. Δεν μπορώ… Έσπασα. Κρακ! Σαν τα κλαδάκια σου. Σαν τα ανόητα παιχνίδια σου.
Βρες κάποιον άλλον. Βρες τον!!! Αλλά εμένα άφησέ με μόνο. Άκουσες; Μόνο!!!
Για ‘κει είμαι πλασμένος. Για το μόνος. Δεν μπορώ να σ’ αγαπώ άλλο πια. Δεν αντέχω. Συγγνώμη. Δεν θες άνθρωπο εσύ. Σκίζουμε τις σάρκες μας. Στράγγισαν οι ψυχές μας. Δεν είναι αγάπη αυτό, είναι αρρώστια. (Βγάζει μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών από την τσέπη του και βάζει μέσα τις κορνίζες και μικροαντικείμενα από το γραφείο της γυναίκας.)
Γυναίκα: Θυμάσαι; Πες μου, θυμάσαι μετά το σεισμό να περνάς μέσα από τη τζαμαρία, που ‘χαν κλείσει πίσω σου και να βρίσκεται το σπασμένο γυαλί έναν παλμό από την καρωτίδα σου; (Πιάνει με το χέρι της το χέρι του που κρατά μια φωτογραφία τους σε κορνίζα.) Θυμάσαι το αίμα να τρέχει από το χέρι και από τα πόδια σου; (Με το άλλο χέρι προσπαθεί να του πάρει τη σακούλα.) Θυμάσαι να φωνάζεις «μην της το πείτε και ανησυχήσει» καθώς σε πηγαίνανε στο νοσοκομείο;
Θυμάμαι να ‘μαι χιλιόμετρα μακριά και να χάνομαι. Να βρίσκομαι σ’ ένα καμμένο λιβάδι και ‘συ μακριά να σηκώνεσαι από το χώμα και να μου λες «Και από την κόλαση θα ‘ρχομαι να σε βρω…» (Προσπαθεί να τον φιλήσει στο στόμα αλλά εκείνος τραβιέται απότομα.)
Νίκος: Θυμάσαι τι έγινε μετά;…Θυμάσαι; (Βάζει την κορνίζα στην σακούλα.) Άρχισες τα τηλέφωνα. Σου έλεγαν «όλα καλά», εγώ -για πρώτη φορά- δε στο σήκωνα. Θυμάσαι πώς είναι; Να ψάχνεις απεγνωσμένα (δένει κόμπο τη σακούλα με νευρικές κινήσεις) και να μένεις με ένα τηλέφωνο στο χέρι, που δεν σηκώνει κάνεις; Τουτ…τουτ…τουτ… Όταν τελείωσαν με τα ράμματα, υπέγραψα για να φύγω, τότε στο σήκωσα… και μ’ έβρισες! (Αφήνει την σακούλα να πέσει επιδεικτικά στο πάτωμα. Ακούγονται γυαλιά που σπάζουν.)
Ούτε και ‘συ ξέρεις τι θες μικρή μου…
……………………………………………………………………………..
(Την κοιτάζει στα μάτια , για λίγο σιωπή, μετά την σηκώνει και την φιλάει με πάθος. Τα φώτα σβήνουν ξαφνικά. Ο Νίκος αποχωρεί από τη σκηνή. Ανάβει ένα black light. Η γυναίκα βγάζει μία κιμωλία από το ντεκολτέ της και αρχίζει να ζωγραφίζει τον ιστό αράχνης στο πάτωμα. Όταν το ολοκληρώσει ανάβει τσιγάρο, κλείνει τα μάτια και ξαπλώνει πάνω στον ιστό. Τα φώτα ανάβουν σιγά-σιγά. )
Γυναίκα: Μία στιγμή. Μια στιγμή, που την αρπάζεις και την σκίζεις ως το άπειρο... Έναν άνθρωπο. Μία ψυχή. Ένα κορμί. Ένα τσιγάρο. «Το μόνο, που καίγεται για μένα», μου ’χες πει. Και μάσαγες μέντες πριν με φιλήσεις. Τώρα έχω και ‘γω κάτι να καίγεται για μένα. Τις αυταπάτες μου. (πετάει το τσιγάρο μακριά) Σαν πυροτεχνήματα στον ουρανό.
(Πλησιάζει προς το κοινό στην άκρη της σκηνής. Κοιτάζει το χώρισμα σαν ένα αόρατο τοίχος να την χωρίζει από κάτι. Απλώνει τα χέρια να νοιώσει το αόρατο τοίχος. Ακουμπά το στήθος της πάνω στον αόρατο τοίχο και κλείνει τα μάτια.)
Γυναίκα: Είδα ξανά εκείνη την πόρτα. Ήθελα να την ανοίξω, να περάσω στην άλλη πλευρά αλλά ένα αόρατο χέρι με κράταγε. Δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο εγώ και η πόρτα. Δεν είχα γνωρίσει ποτέ κανέναν. Δεν είχα νοιώσει ποτέ τίποτα. Απλώς στεκόμουν εκεί. Αιώνες. Ώσπου η πόρτα εξαφανίστηκε. Εγώ ήμουν η πόρτα. Τώρα δεν είμαι τίποτα πια…
(Τα φώτα σβήνουν με fade out και μένει σαν μια σκιά στην άκρη της σκηνής ενώ παράλληλα με fade in φωτίζεται η σκιά της, η οποία εμφανίζεται και αυτή σιωπηλή πίσω από την πλάτη της. Κλείνει τα μάτια και ψάχνει ένα άνοιγμα στο τοίχος μάταια. Η σκιά της στέκεται στο κέντρο του ιστού)
Σκιά : Νύχτα χωρίς φεγγάρι απόψε. Κόπιασε. Σου ’χω σταυρούς να σταυρωθείς. Έλα. (Ανοίγει τα χέρια της και τα σηκώνει σε σχήμα σταυρού.)
Γυναίκα : Ξεχάστηκαν τα χέρια μου μόνα και ματώνανε αθέατα από το χρόνο. Βλέπανε μια γυναίκα γυμνή να μπήγει οδοντογλυφίδες στη γη. Τη ρώτησαν, θαρρώ, τι έκανε. «Βάζω τα όρια της αγάπης» και όλη η γη γέμισε οδοντογλυφίδες. Γέμισε οδοντογλυφίδες τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια, τον ουρανό. Μόλις τέλειωσε, έμεινε για μια στιγμή μετέωρη… και άρχισε να μπήγει οδοντογλυφίδες στο κορμί της…
Σκιά : Εγώ είμαι πάντα εδώ για σένα. Ακόμα και όταν εσύ επιλέγεις να λείπεις.
Γυναίκα : Ο πόνος είναι ιδιωτικός.
Σκιά : Γνωρίζω τα πάντα για σένα. Όλα όσα κρύβεις πίσω από χαμόγελα ολόκληρη τη ζωή σου. Είμαι όλα όσα εσύ τόσα χρόνια παλεύεις να κρύψεις ότι είσαι.
Γυναίκα : Μέρες σκοτωμένες με μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια σα λυσσασμένο σκυλί. Μαύρες σακούλες. Το φιλί του θανάτου. Νέα ημέρα. Νέα σελίδα. Νέα ζωή.
Σκιά : Είμαι η μοναξιά σου.
Γυναίκα : Και ο θάνατος ξανά παραμονεύει.
Σκιά : Είμαι η σιωπή, που σε σφιχταγκαλιάζει και σε πνίγει. (Σφίγγει τα χέρια της σε γροθιές και αρχίζει να τρέχει αίμα)
Γυναίκα : Θα γδύσω το κρεβάτι από τα σεντόνια του. Θα το ντύσω το κόκκινο τραπεζομάντιλο των αερικών και πάνω του θα απλώσω την μοναξιά σου. Θα μπήξω τα νύχια μου στις σάρκες σου. Έχω να κορέσω την πείνα που σύναξα τις ώρες της ατέλειωτης αγρύπνιας, τις ώρες της δικής σου σιωπής. Θα ‘ναι όμορφη τότε η μοναξιά σου καθώς θα ονειρεύεται αλλιώτικα, γυμνή κάτω από τ’ αστέρια και ‘γω για ‘κείνη τη στιγμή θα σου ορκιστώ πως σ’ αγαπώ. Και ‘συ θα μ’ αρνηθείς…
Σκιά : Είμαι Εσύ!
Γυναίκα : είμαι σιωπή…
Ένα σπίρτο ανθίζει στη γλάστρα
Η φωτιά του ετοιμάζεται να δέσει καρπό
Λίγο χιόνι έκλεψα από τ’ άστρα
Έπλασα δάκρυα λευκά και τώρα τα μετρώ
Τα καλώδια έγιναν φίδια
Και τραγουδούν σε μια κουταλιά νερό
Ο σάκος δεν παίρνει απίδια
Μόνον λίγο αέρα και αυτόν κοπανιστό.
Σκιά : «Θα σταθώ μπροστά της γυμνός και αφού δεν θα ‘χει τίποτε άλλο να πάρει… θα πάρει έμενα…» Θυμάσαι; (της πετά ένα μαραμένο ξεθωριασμένο γαλάζιο τριαντάφυλλο.)
Γυναίκα : Κουράστηκα… Κουράστηκα να νυχτώνει έξω από πόρτες παραδείσου… Τι θες από μένα; Τι θέλετε όλοι σας από μένα; (Σηκώνει το κεφάλι της και κοιτάζει ψηλά. Η σκιά κατεβάζει τα χέρα της.)
Σκιά : Το ερώτημα είναι τι θέλεις εσύ. Και όχι από μένα… (Η σκιά πλησιάζει από πίσω την γυναίκα, την αγκαλιάζει, σκίζει ένα κομμάτι ύφασμα από τα ρούχα της και της δένει τα μάτια μ’ αυτό.) Ψάξε! ( Η γυναίκα γυρίζει και η σκιά την αρπάζει προς το μέρος της κρατώντας με τα χέρια της από τα μπράτσα.) Σκέψου! (Η γυναίκα στρέφει το κεφάλι στο πλάι και προσπαθεί να φύγει. Η σκιά την προς το μέρος της). Σκέψου!!!
Γυναίκα : Άφησέ με!!!
Σκιά : Όχι! Δεν έχεις να πας πουθενά! Σταμάτα να φεύγεις. Μείνε και μίλησε. (Γυρίζει τη γυναίκα γύρω από τον εαυτό της. Η γυναίκα δεν μιλά. Ζαλίζεται και πέφτει. Η σκιά αρχίζει να την χτυπάει.)
Γυναίκα : Μοβ ομπρέλες. Μοβ ομπρέλες να πέφτουν ανοιχτές από τον ουρανό. Σε θυμάμαι να ξενυχτάς μαζί μου στο νετ, στο τηλέφωνο, σε σπίτια δανεικά… Νερό να τρέχει αχόρταγα πάνω μου και εγώ να σε χτυπώ. Μα δε στερεύει το νερό. Σπάω σε κομμάτια και κρύβομαι σ’ αυτά που προσπερνάς. (Σηκώνεται σιγά-σιγά)
Είμαι εγώ και ας είμαι πάντα τόσο λίγη. (Αρπάζει την σκιά.) Χορεύετε κυρία μου; (Αρχίζουν να χορεύουν) Πάντα χορεύαμε Τρίτη και Πέμπτη. Θυμάστε; (Σταματά να χορεύει. Την αφήνει.)
Να ξέρεις πως θα ‘θελα να ‘σουν αληθινή. Σαν τους έρωτες μου. Σαν τις αυταπάτες μου. Αλλά δεν είσαι. (Τη σκοτώνει.)
Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αληθινό. Ίσως ούτε και ‘γω. (Κατευθύνεται προς τον αόρατο τοίχο αλλά πριν τον φτάσει εμφανίζεται ο Αλέξης. Την φιλάει τρυφερά και της βγάζει το μαντίλι από τα μάτια.)
Αλέξης : Άνοιξε τα μάτια σου μύανθε. (Βάζει τα χέρια του στο λαιμό της και την χαϊδεύει με τους αντίχειρες.) Άνοιξέ τα και πάμε να σου δείξω την πόλη όπως σου ‘χω υποσχεθεί. (σιγοτραγουδάει) «Θα σε πάρω μια νύχτα να σου δείξω την πόλη όταν θα κοιμούνται όλοι και θα ξενυχτάμε μόνοι…»
(Η γυναίκα συνεχίζει να έχει τα μάτια της κλειστά.)
Γυναίκα : Όχι. Έτσι σε βλέπω καλύτερα. Έτσι μου λείπεις καλύτερα. Μόνο έτσι γυρίζω πίσω και ζωγραφίζουμε με αόρατη μελάνη τα ταξίδια, που δεν κάναμε ποτέ… Άργησες, η κόρη σου είναι άρρωστη. Σε περιμένουν. (Απομακρύνει τα χέρια του από πάνω της.) Η γυναίκα σου περιμένει. Η Κατερίνα σου ‘στειλε κάρτα. Σε περιμένει σιωπηλή στο τραπέζι της κουζίνας. Ίσως τα παιδιά σας φανούν πιο τυχερά στον έρωτα κάποια μέρα και τ’ αφήσει η μοίρα να σαρκάζουν τη μοναξιά μας. (Απομακρύνεται από κοντά του και ανοίγει τα μάτια της.) Ο χρόνος κυλά και ‘μεις δεν είχαμε ποτέ αρκετό. Μοναχοί της ξενιτείας σηκωνόμασταν από το τραπέζι πριν χορτάσουμε.
Φύγε όπως πάντα. Μα μη μου πεις όσα δεν μου ‘πες ως τώρα. Θέλω μια δικαιολογία να σε ψάξω και μία σύμβαση για να το βάλω στα πόδια. (Ο Αλέξης κάνει μεταβολή και απομακρύνεται σιωπηλός.) Σε παρακαλώ, σταμάτα να κραυγάζεις μέσα στις σιωπές μου, σταμάτα να κατοικείς στις λέξεις μου. Σταμάτα να εξημερώνεις τις ενοχές μου. Μη με αφήνεις να μεγαλώνω. Δεν είμαι πια είκοσι χρονών και συ δεν έχει κακές συνήθειες πια. Δεν επιτρέπεται με τα παιδιά…
(Η γυναίκα τον παρακολουθεί καθώς φεύγει. Τα φώτα κάνουν fade out και ανάβει ένας προβολέας με γαλάζιο φίλτρο με fade in. Η γυναίκα κοιτάζει το σκηνικό και προχωράει μπροστά.)
Κάποια μέρα θα μου στείλεις φωτοτυπίες αναμνήσεων από τη χώρα των χρυσανθέμων. Το ξέρω πως αυτή τη φορά δεν θα ξαναγυρίσεις. Καλά ταξίδια να ‘χεις. (Παίρνει ένα πράσινο τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο από το κομοδίνο της) Ξέχασες αυτό. Και το ξέρω πως το ψάχνεις.
( Απλώνει τα χέρια της πάνω στον τοίχο, στηρίζεται πάνω του, κοιτάζει το κοινό στα μάτια, χαμογελά, κλείνει το μάτι συνωμοτικά και τα χέρια της διαπερνούν τον αόρατο τοίχο αυτή τη φορά και πετάει το πράσινο τετράδιο κάτω.)
Και ‘γω σ’ αγάπησα… Ίσως να σ’ αγαπώ ακόμα σ’ έναν κόσμο ψεύτικο. Ίσως μια μέρα αγαπήσω και μένα και όχι σε έναν κόσμο ψεύτικο αυτή τη φορά…
Πέφτω. Όμορφα, αργά, σαν τα πιο όμορφα και κρυφά όνειρα μας. Δεν χρειάζομαι πια δάκρυα ή αίμα για να σπάσουν οι αλυσίδες. Μόνο να πέφτω. Εκείνες μένουν σταθερές και ‘γω απλά γλιστράω από αυτές και πέφτω.
( Κατεβαίνει από τη σκηνή. Στέκεται, κοιτάζει τη σκηνή και κατευθύνεται προς την έξοδο του θεάτρου.)
Είναι τόσο απλά τα πράγματα, που δεν ξέρεις καμιά φορά αν θα πρέπει να γελάσεις ή να τρελαθείς γι’ αυτό.


ΤΕΛΟΣ

7 σχόλια:

Blogoulis είπε...

Χρειάζομαι λίγο νερό στο πρόσωπο, μια βαθιά ανάσα στο μπαλκόνι και ένα τσιγάρο σε μια ρουφηξιά πριν περάσω στο επόμενο...

spark είπε...

μήπως και κάτι για το στομάχι? το να κεράσω? μη με πεις και αφιλοξενη!!!

Blogoulis είπε...

"Αν σε ένα δωμάτιο δεν μπορείς να προσδιορίσεις τον βλάκα, τότε
το μόνο σίγουρο είναι ότι ο βλάκας είσαι εσύ".

Δεν έχει σημασία πού έβαλα τα σχόλια, με ποια σειρά. Πάντως το διάβασα όλο με κομμένη τήν ανάσα.
Τι έχω να πω; αυτό:

"Πέρα απ' αυτό τον κόσμο τών ψευδαισθήσεων υπάρχει κάποιος ονειροπόλος που φανερώνει το όνειρο. Μη ρωτάς ποιον βλέπεις, γιατί θα δεις μόνο μεταμφιέσεις. Ρώτα ποιος κάνει αυτό που βλέπεις"

Α, και κάτι ακόμα αλλά μη μού κακιώσεις. Το σημείο που μού άρεσε περισσότερο και με τίναξε ευχάριστα από τήν καρέκλα μου είναι εκείνο που ο Αιμίλιος χώνει εκείνο το ξεγυρισμένο χαστούκι στην Άννα όταν τού αποκαλύπτει ότι τον δούλευε. Ασχέτως τελικά τού ποιος δούλευε ποιον περισσότερο :-)

spark είπε...

:) μα δεν είναι όλα άσπρο- μαύρο στη ζωή. τα θύματα και οι θύτες. όλοι είμαστε και θύματα και θύτες (τα ποσοστά παίζουν). Όσο για το χαστούκι, να υποθέσω ότι σου έχει μείνει κανένα απωθήμενο για εκείνα που δεν έριξες εσυ κάποια φορά? ξεκαθάρισε το τοπίο τώρα που τα είδες με κάποια καλύτερη σειρά? όλοι κάποιον δουλεύουμε και κάποιος μας δουλεύει... ενίοτε πρόκειται για ταυτοπροσωπία ;)

spark είπε...

υς εννοείται ότι δεν σου κακιώνω. τα σχόλια που έχουν γίνει πάνω από αυτό το κείμενο είναι ακόμα καλύτερα από το ίδιο το κείμενο (αλλά δεν τα κοινοποιώ για να μην κλέψουν την παράσταση). να υποθέσω ότι σου άρεσαν οι εικόνες μου ε? που να δεις και τις διαφημίσεις δηλαδή, μούρλια σε λέω, μούρλα είναι!

Blogoulis είπε...

Ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή θα τα δω όλα. Και τις διαφημίσεις.
Απωθημένο για χαστούκι αν έχω; Ένα και δύο; χα χα χα...
Ξεκαθάρισε αισθητά το τοπίο.
Και, ναι, σοφή κουβέντα αυτή. Όλοι αλληλοδουλευόμαστε (να θυμηθώ να το βάλω στους γλωσσοδέτες αυτό).

spark είπε...

ξεκαθάρισε και έπεται συνέχεια :)